γραφει ο αρισταρχος

“ …εγένετο δε εν των εγγίζειν Ιησούν εις Ιεριχώ τυφλός… “  

tyfloy1 Δεκεμβρίου 2013

Σήμερα είναι Κυριακή. Σηκώθηκα αρκετά νωρίς και περιφέρομαι μέσα στο σπίτι χωρίς να μπορώ να συγκεντρωθώ σε κάτι. Αποφάσισα να κάνω ένα καφέ να μπω σε κάποια τάξη αλλά το κουτί άδειο σαν το μέσα μου. Πήρα ένα ραδιοφωνάκι και… τι μ’ έπιασε; Ψάχνω για κάποιο σταθμό να ακούσω Θεία Λειτουργία. Δεν ξέρω πως μούρθε, έχω να πατήσω σε εκκλησία από τον γάμο ενός φίλου μου πέρυσι. Μου φάνηκε πολύ περίεργο που σ’ όλη την μπάντα των fm βρέθηκε μονάχα ένας κάπου στα εκατό τόσα. Έκλεισα τα μάτια και με τα ακουστικά στ’ αυτιά μου, για να μην ενοχλώ, ένιωσα την ανάγκη να κάνω σεκόντο σε ψάλτη και παπά σε όλα σχεδόν τα τροπάρια. Ξέρω όλη την Θεία λειτουργία γιατί μεγάλωσα σε ψαλτήρι.

Πήρα ένα λευκό φύλλο χαρτί και ένα στυλό. Το άπλωσα μπροστά μου και το κοίταξα αφηρημένα. Από την μια πάνω στους κοχλίες των αυτιών μου η ψαλμωδία, και από την άλλη κενά με στιγμιαίες εικόνες. Ο  προγραμματισμός του μήνα τελευταία κατάντησε βασανιστικός. Δηλαδή ποιος προγραμματισμός να, η διανομή των δύο επιδομάτων του ΟΑΕΔ 740ευρώ δικά μου και της Μυρτώς, της γυναίκας μου. Η βοήθεια για να ζήσουμε εδώ και δέκα μήνες που έκλεισε η μικρή βιοτεχνία που εργαζόμασταν κι οι δυό και μείναμε άνεργοι.

Ναι μου κάνει εντύπωση και μου δίνει μια αίσθηση γαλήνης που ψέλνω το πιστεύω μαζί με μια βελούδινη φωνή απ’ τα ερτζιανά. Το χέρι μου έγραψε πάνω στο χαρτί “Έσοδα 740 ευρώ”. Έτσι μούρθε και έβγαλα από μέσα μου τον θαυμασμό μου γι αυτό το ποσό που τον κότσαρα στο τέλος και το κοιτάζω ανέκφραστος.

Τελευταία δεν πάω καλά. Έχω πολλά νεύρα και ξεσπάω στα παιδιά. Όπως χτες με την Ρηνούλα, το μικρό μου επτάχρονο αγγελούδι. Και προχτές με τον ντροπαλό μου Άρη γιατί ζήτησε μια σοκολατίτσα. Πόσο ντρέπομαι Θεέ μου. Δεν υπήρξα ποτέ μου βίαιος ούτε στα χέρια, ούτε στις λέξεις, ούτε στην ψυχή. Βλέπω τα μεγάλα πράσινα μάτια της Μυρτώς και νιώθω ενοχή που άλλα της έταξα και άλλα της προσφέρω.

Κρεσέντο η βελούδινη φωνή στο “εις άγιος, εις κύριος Ιησούς Χριστός…” μου χαλαρώνει τα σωθικά μου και συγκεντρώνομαι στο χαρτί. Τραβάω γραμμή και γράφω με κεφαλαία “ΕΞΟΔΑ”. Από πού ν’ αρχίσω δεν ξέρω. Ευτυχώς το ενοίκιο 300ευρώ το πληρώνουν με τις πενιχρές τους συντάξεις μισό μισό ο πατέρας μου και ο πεθερός μου. Σιδερώνω με τα χέρια μου τον λογαριασμό του ηλεκτρικού και διαβάζω 93.5ευρώ, χωρίς το χαράτσι των προικισμένων. Η συνέχεια έρχεται μόνη της σαν νερό. Τηλέφωνο, νερό…σύνολον 150ευρώ. Και για να μην ξεχνιόμαστε 150ευρώ για την δόση κάποιου δανείου.

Μπροστά μου φιγουράρει ένα μεγάλο νούμερο 440ευρώ. Το υπόλοιπο που μένει μετά τα έξοδα. Το τυλίγω με το στυλό σε μια αέναη σπείρα μέχρι που κοντεύει το χαρτί να τρυπήσει. Όλα αυτά για ένα μήνα, μαζί και τα Χριστούγεννα. “Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς…” . Τ’ ακούω αφηρημένος με τα μάτια στο κενό και το μυαλό άδειο. Το ξεκίνημα ενός μοτέρ στον δρόμο μου θυμίζει τα τέλη κυκλοφορίας και την ασφάλεια. Τόβγαλα το χιλιοτριακοσάρι πριν τρία χρόνια μαζί με την Μυρτώ μου. Με το μεταλλικό του χρωματάκι σε ποντικί έγινε το πέμπτο μέλος της παρέας. Το συζητήσαμε και το αποφασίσαμε, να παραδώσουμε τις πινακίδες.

Κάθε μέρα περνάει βάζοντας στην ζωή μου που εξελίσσεται μίζερα και ένα πρόβλημα. Κοιτάζω τα 440ευρώ και τα διαιρώ με το 29, μέχρι την επόμενη πληρωμή. 15.1 ευρώ την ημέρα για ολόκληρη την οικογένεια. Το διαιρώ με το τέσσερα και μένω έκπληκτος με το ποσό που μένει για να ζήσει καθημερινά κάθε ένας από εμάς. 3.7 ευρώ για τον καθένα μας. Ένα ψωμί, ένα γάλα και ένα κρουασάν! Ύστερα; Σε χειμερία νάρκη, αλλά ποιός νοιάζεται;

Στο e-mail μου διαβάζω μια απάντηση στα εκατόν πενήντα βιογραφικά που έστειλα με προνόμιο το πτυχίο της ανώτατης. Η απάντηση έρχεται στο μόνο βιογραφικό που έστειλα χωρίς προσόντα. Νυχτερινός φύλακας με 480ευρώ τον μήνα. Να η ευκαιρία μου. Αύριο πρωί πρωί θάμαι εκεί. “ Εκ του κατά Λουκά αγίου ευαγγελίου το ανάγνωσμα…τω καιρώ εκείνω, εγένετο δε εν των εγγίζειν Ιησούν εις Ιεριχώ τυφλός…”. «Πήγαινε η πίστη σου σε έσωσε» Αυθόρμητα μούρχεται στο μυαλό “που να πιστέψω για να σώσω την οικογένειά μου από τον Αρμαγεδώνα που με κυκλώνει;”

Τα μάτια μου τσούζουν δεν αντέχουν και κλείνουν. Το κεφάλι μου βουϊζει και η καρδιά μου τρέχει με χίλια. Μια ευλογία ακουμπά στους ώμους μου και όλα γλυκαίνουν ως δια μαγείας. Χάδι ζεστό γνωστό από την μήτρα που μ’ ανέθρεψε “Κύριε ελέησόν με!”

Το τηλέφωνο χτυπάει για δεύτερη φορά σήμερα. Είναι ο πατέρας μου. Παίρνει από το νοσοκομείο όπου η μάνα μου πάλευε με την επάρατο. Παρά τις προσπάθειές του έφυγε ο λυγμός και μεταφέρεται από το σύρμα στις εγκεφαλικές μου συνάψεις. Νιώθω στο κενό να βυθίζομαι σε μια αργή περιστροφή κι από το βάθος των ακουστικών η βελούδινη φωνή μου γνέφει “Δι ευχών των αγίων πατέρων ημών…”

 

Advertisements