γράφει η Ρένα Ραψομανίκη 
fuga37Τέλος, η Αίγλη έγινε κατακόκκινη ως τις ρίζες των μαλλιών.
 
Όχι, η ταραχή της  δεν οφειλόταν καθόλου στην αναστάτωση που είχε προκαλέσει η επεισοδιακή της εμφάνιση. Εκείνο το σκοτεινό αγορίστικο βλέμμα ήταν που την είχε συγκλονίσει. Αν συμπύκνωνε όλες τις νύχτες της ζωής της, δεν θα κατάφερνε να συγκεντρώσει το σκοτάδι εκείνης της ματιάς. Καθόλου περίεργο. Το κυρίαρχο χρώμα επάνω του ήταν σκοτεινό μαύρο. Το λεπτό στενόμακρο πρόσωπο, σαν φιγούρα που ξεπήδησε από πίνακα του Ελ Γκρέκο,  σκεπαζόταν από σκούρο μελαχρινό δέρμα που τον έκανε να μοιάζει με εβένινο άγαλμα. Οι ίριδες των ματιών, που δεν ξεχώριζαν από τις κόρες φτιάχνοντας έτσι ένα ενιαίο σύνολο, έμοιαζαν με δυο πελώριες σταγόνες κατράμι. Τα κατάμαυρα μαλλιά, μια ιδέα πιο μακριά απ’ότι επιτρεπόταν σε μαθητές, κατέληγαν σ’ ένα τσουλούφι που κάλυπτε το μεγάλο μέτωπο και που ταίριαζε γάντι με το επώνυμό του ( η Αίγλη δεν τον αποκάλεσε ποτέ με ένα από τα δύο βαφτιστικά του ονόματα. Πάντα μιλούσε για τον Τσουλούφη ή με μια ανεπαίσθητη τρυφερότητα για το Τσουλούφι.) Μα η σκοτεινιά που την αναστάτωσε σ’ εκείνο το πρώτο τους αντάμωμα δεν είχε να κάνει με το χρώμα, αλλά με το παράπονο.Το ‘νιωσε με μιας το σκοτεινό «κατηγορώ» του γιατί τον είχε διακόψει από κάποια εσωτερική μέθεξη, γιατί τον είχε ξυπνήσει από κάποιο μεθυστικό όνειρο, γιατί τον είχε αποσπάσει από κάποιο άλλο σύμπαν, γιατί τον είχε προσγειώσει ανώμαλα στη γη. Του πήρε κάποια δευτερόλεπτα να συνέλθει και αμέσως μετά χαμογέλασε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο και το σκοτάδι διαλύθηκε σαν να ξεπρόβαλε ο ήλιος. Το τεράστιο ασπράδι του βολβού των ματιών άστραψε και φάνηκε πάλλευκο μέσα σ’ όλη τη μαυρίλα. Κούνησε χαρούμενα  το κεφάλι σε ένα νεύμα χαιρετισμού με την οικειότητα του συμμαθητή. Το άλλο κι όλας πρωί ανακάλυψε πως όντως ήταν συμμαθητές και στο σχολείο. Δεν είχε προλάβει ακόμα να συνειδητοποιήσει την καινούργια σύνθεση της τάξης που είχε φέρει η ανακατανομή μαθητών από τα δημοτικά σχολεία στην πρώτη τάξη του μοναδικού Γυμνασίου. Ίσως πάλι να είχε παίξει το ρόλο της και η γνωστή ιστορία: πρώτο θρανίο εκείνη, τελευταίο εκείνος.

 

 
Αλλά αν στη σχολική τάξη το αστέρι ήταν η Αίγλη, στο ωδείο τα πράγματα ήταν εξ ολοκλήρου αντεστραμμένα αφού η λάμψη ερχόταν από τη μεριά του. Ένα σπάνιο ταλέντο τον είχε ήδη κάνει σπουδαίο μουσικό, παρασάγγες μακρύτερα όχι μόνο από κείνη αλλά και από όλους τους υπόλοιπους μαθητές. Της άρεσε να τον χαζεύει όταν έπαιζε. Την παράσερνε η ονειροπόλα του έκφραση που μαρτυρούσε πως είχε χάσει την επαφή με το περιβάλλον. Εκείνες τις στιγμές ήταν μόνοι τους: οι νότες κι εκείνος.  Όχι σπάνια ο δάσκαλος του εμπιστευόταν τη διεύθυνση της ορχήστρας. Είχε τέτοια άνεση και τόση επιβολή που η Αίγλη ένιωθε την μπαγκέτα του να βελτιώνει το παίξιμό της, να κάνει τα δάχτυλά της πιο ευκίνητα, τη στάση του κορμιού της πιο σωστή, το μέτρημα του χρόνου ακριβέστερο. Αυτή  η ανατροφοδότηση -ένας μαθητής που ήταν ικανός να σηκώνει στους λεπτούς του ώμους τον συντονισμό τριάντα συνομήλικων, αφήνοντας τον δάσκαλό στην άκρη να καμαρώνει- έκανε όλη την ομάδα να νιώθει περήφανη και καλότυχη που η τύχη τον είχε ρίξει ανάμεσά τους. Μα πιο καλότυχη απ’ όλους ένιωθε η Αίγλη για την οποία, μετά από εκείνη την επεισοδιακή πρώτη συνάντηση, έδειχνε μια ιδιαίτερη προτίμηση. Κι εκείνη, που ποτέ δεν την άφησε ασυγκίνητη η επαφή με την ιδιοφυΐα, ένιωθε βαθιά κολακευμένη και τρελά ερωτευμένη, χωρίς να έχει πλήρη επίγνωση του περιεχόμενου της λέξης.
 
Στο μικτό σχολείο τους τα ήθη ήταν πολύ αυστηρά και η επαφή των δύο φύλων αυστηρά απαγορευμένη. Τα προαύλια αγοριών-κοριτσιών βρίσκονταν σε διαφορετικά επίπεδα και οι καθηγητές, στα διαλείμματα, ακροβολίζονταν στο επάνω επίπεδο έτσι ώστε να αποκλείεται ακόμα και η οπτική επαφή. Κάθε φορά που χτυπούσε το κουδούνι για να ξεκινήσει η διδακτική ώρα, η είσοδος στην τάξη γινόταν με καθορισμένο πρωτόκολλο: πρώτα έπαιρναν τις θέσεις τους οι μαθήτριες, αμέσως μετά ο καθηγητής και τελευταίοι οι μαθητές κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του φύλακα-φρουρού της αγνότητας των κοριτσιών. Τα νιάτα όμως είναι ανέκαθεν προικισμένα μ’ εκείνη την  απίστευτη ικανότητα να παραβαίνουν τις όποιες απαγορεύσεις. Παγιώθηκε έτσι μια συνήθεια όπου εκείνος κάθε φορά που περνούσε μπροστά από το θρανίο της, χαμογελούσε πλατιά –είχε αυτή την άνεση αφού ο καθηγητής έβλεπε μόνο την πλάτη του. Η Αίγλη πάλι, που είχε τον καθηγητή κατάφατσα, εκπαιδεύτηκε με τον καιρό να τού ανταποδίδει το χαμόγελο και να τού νεύει ένα “γεια”, χωρίς να συσπάται κανένας μυς του προσώπου, έτσι που κανένας άλλος να μην μπορεί να αντιληφθεί τη μυστική τους συνομιλία. Στο ωδείο, από την άλλη, υπήρχε μια καλλιτεχνική ελευθεριότητα και εκεί ήταν επιτρεπτή μια -κόσμια οπωσδήποτε- προσέγγιση χωρίς σοβαρούς περιορισμούς. Δεν άργησε να γίνει φανερό πως τους άρεσε να κουβεντιάζουν χωρίς άλλη παρέα και οι συμμαθητές απομακρύνονταν διακριτικά, αφήνοντάς τους απερίσπαστους.
 
Σε μια τέτοια συζήτηση ήταν που του εκμυστηρεύτηκε ότι ο καινούργιος δάσκαλος την άφηνε ασυγκίνητη ίσως γιατί δεν είχε ακόμα ξεφύγει από τη σαγήνη εκείνου του ανεπανάληπτου πρώτου. Το αγόρι ρωτούσε πληροφορίες για τον δάσκαλο που δεν είχε γνωρίσει και κουβέντα με την κουβέντα έφτασαν να μιλούν για το θάνατο του δασκάλου και για θάνατο γενικότερα. Τι μπορούν να πουν δύο παιδιά δεκατριών χρόνων για το θάνατο πέρα από το να αναπαράγουν δεισιδαιμονίες και προλήψεις που αφθονούσαν στην επαρχιακή κοινωνία που ζούσαν; Κι όμως…
-Δεν με ενοχλεί καθόλου η ιδέα να πεθάνω, όμως δεν μπορώ να χωνέψω πως θα κλειστώ μέσα σε εκείνη τη σκοτεινή τρύπα στο έλεος των σκουληκιών. Θα ‘θελα όταν πεθάνω να γίνω σκόνη και να σκορπιστώ στον αέρα. Κάθε κόκκος να βρεθεί σε άλλο σημείο και να υπάρχω έτσι ταυτόχρονα σε όλα τα μέρη που θα έχω αγαπήσει.
 
Η Αίγλη δεν στάθηκε να αναλογιστεί πόσο προχωρημένη ήταν η άποψη που ξεδίπλωσε μπροστά της σε μια τόσο μικρή ηλικία και σε μια εποχή που η καύση των νεκρών βρισκόταν στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας για τα δεδομένα του τόπου που ζούσαν. Αντίθετα τρομοκρατήθηκε καθώς αντιλήφθηκε ότι μιλούσε τόσο ξεκάθαρα για τον δικό του θάνατο και μιμήθηκε τις γυναικούλες της γειτονιάς, ψάχνοντας να βρει ξύλο να χτυπήσει.
-Τι είναι αυτά που λες!  Κουνήσου από τη θέση σου, ψέλλισε έντρομη.
Αμέσως μετά μαζεύτηκε από ντροπή γιατί είχε φερθεί σαν προληπτική αγράμματη, αλλά κυρίως γιατί φανέρωσε κάτι που κρατούσε με περισσή επιμέλεια κρυφό. Πρόσεξε την ιδιαίτερη λάμψη που φώτισε το πρόσωπό του αλλά δεν ήταν έτοιμη για την ερώτηση.
-Θα σε πείραζε πολύ αν πέθαινα… αύριο ας πούμε;
-Θα ήθελα να πεθάνω κι εγώ την ίδια στιγμή!
Η απάντηση υπαγορεύτηκε από την παρορμητικότητα της ηλικίας, μα είναι σίγουρο πως εκείνη τη στιγμή εννοούσε κάθε λέξη, κάθε συλλαβή, κάθε γράμμα, κάθε τόνο. Τον είδε να χαμογελάει πλατιά -μπορεί και να κοκκίνισε, αλλά οι μελαχρινοί έχουν το πλεονέκτημα να το κρύβουν. Απάντησε αμέσως με πολύ σοβαρό ύφος.
-Σε καταλαβαίνω. Κι εγώ δεν θα μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς εσένα.
Τώρα ήταν η σειρά της να κοκκινίσει και το δικό της κοκκίνισμα ήταν κάτι παραπάνω από κόκκινο. Ευτυχώς ή δυστυχώς ο δάσκαλος τους κάλεσε γιατί το μάθημα άρχιζε. Άριστα! 
Πρωτότυπη ερωτική εξομολόγηση! 
Στα δεκατρία της, έρωτας μέσω θανάτου.

-Τι ώρα κοιμάσαι συνήθως; ( Οι συζητήσεις τους δεν ήταν πάντα πρωτότυπες.)
Στο σπίτι τα φώτα έκλειναν στις δέκα, τις εργάσιμες ημέρες, και τα παιδιά όφειλαν να έχουν τελειώσει τις σχολικές υποχρεώσεις ως εκείνη την ώρα.
-Κάνε μια εξαίρεση για σήμερα, κοιμήσου λίγο πιο αργά. 
Υποσχέθηκε να το κάνει χωρίς περιττές ερωτήσεις. Κουκουλώθηκε κάτω από τις κουβέρτες προσπαθώντας να μείνει ξάγρυπνη, μα ο ύπνος είναι πολύ γλυκός σ’ αυτή την ηλικία και έτσι παραδόθηκε στην αγκαλιά του σαν τις μωρές παρθένες. Μουσικές εξαίσιες την ξύπνησαν αργά τη νύχτα και η ταραχή της ήταν έντονη καθώς άκουσε τις κιθάρες ν’ ακομπανιάρουν και την εύκολα αναγνωρίσιμη  φωνή του να τραγουδάει: ( οι πρώτοι στίχοι είχαν κι όλας ειπωθεί πριν ξυπνήσει).

…για σε τα γιούλια μάζεψα, για σε και τ’ άλλα τ’ άνθη
Απόψε σ’ ονειρεύτηκα κι ο ύπνος μου εχάθη…


Καντάδα! Δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Ακόμα και για το νησί, με την τεράστια παράδοση στο είδος, δεν ήταν πια κάτι συνηθισμένο –οι προσεισμικές καλές συνήθειες είχαν απομείνει ανάμνηση για τους παλιότερους που συνήθιζαν να τις αναπολούν με νοσταλγία. Την άλλη μέρα η γειτονιά είχε θέμα συζήτησης. Κανείς όμως δεν μπορούσε να μαντέψει για ποιας τα ωραία μάτια έγινε το μουσικό κάλεσμα, όλοι όμως στα φανερά τη μακάριζαν και στα κρυφά την σχολίαζαν κάνοντας υποθέσεις για αμαρτωλές παρανομίες. Η Αίγλη άκουσε πως πολλά ζευγάρια καυγάδισαν εκείνη τη μέρα. Φυσικά οι όμορφες και τσαχπίνες –ελεύθερες ή παντρεμένες- ήταν οι πρώτες που έμπαιναν στο στόχαστρο των κουτσομπολιών αν και ο πατέρας έλεγε : «Τα σιγανά ποτάμια να φοβάσαι.» Αναρωτήθηκε αν, έστω και μια στιγμή, υποπτεύθηκε τη μητέρα. Ούτε εκείνος, όμως, ούτε κανείς άλλος διανοήθηκε να βάλει στο μυαλό του την Αίγλη, που έμεινε  στο απυρόβλητο μια και ούτε η ηλικία, ούτε η εμφάνιση, ούτε η συμπεριφορά της στοιχειοθετούσαν την παραμικρή ένδειξη ότι θα μπορούσε να είναι το αντικείμενο του πόθου των κανταδόρων. Τελικά το γεγονός μπήκε στο αρχείο με την ένδειξη «ανεξιχνίαστο». Και η μόνη εξήγηση που θα μπορούσε να ξαναφέρει την ηρεμία  ήταν ότι κάποιοι γλεντζέδες  γυρνούσαν τις γειτονιές τραγουδώντας. Κάποιος τόλμησε να παρατηρήσει ότι σε καμιά άλλη γειτονιά δεν ακούστηκαν μουσικές, αλλά όλοι τον αποπήραν κι εκείνος δεν αντιμίλησε.


Το επόμενο πρωινό η μυστική τους συνομιλία στο σχολείο είχε μια ιδέα συνωμοσίας και το χαμόγελό του μια ιδέα πονηριάς.

 
Συνεχίζεται…

 

Advertisements