γραφει η Ρένα Ραψομανίκη
ΘΕΜΑ (Μαντολίνα, κιθάρες, μαντόλες κι ένα κοντραμπάσο)
fuga36Από πού ν’ αρχίσει να μιλάει κανείς για την πρώτη του αγάπη; Μπορεί να επισημάνει το σημείο του χρόνου που είναι θαμμένες οι ρίζες της; Μπορεί να εντοπίσει τις συγκυρίες που δούλεψαν υπόγεια ώστε να προκαλέσουν εκείνο το  μαγικό αντάμωμα που, κάτω από άλλες συνθήκες, ίσως να είχε προσπεραστεί αδιάφορα; Μπορεί να υποψιαστεί το πότε δρομολογήθηκαν οι διεργασίες που του έμαθαν τι θα πει κοκκινίζω, καρδιοχτυπώ, μελαγχολώ, δακρύζω χωρίς προφανή λόγο και πάλι χωρίς λόγο απογειώνομαι στους εφτά ουρανούς; Για την Αίγλη ίσως όλα ξεκίνησαν από τη ζοφερή στιγμή του μεγάλου σεισμού που ισοπέδωσε το νησί όταν εκείνη ήταν νήπιο ακόμη. Το σεισμό που μέσα στα χαλάσματα των σπιτιών καταπλάκωσε ανάμεσα σε σκρίνια, βιβλιοθήκες, καρυδένια τραπέζια, βελουδένιους καναπέδες, λινοθήκες με κεντημένα προικιά…και εκατοντάδες μουσικά όργανα που μέχρι τότε κελαηδούσαν, σε κάθε ευκαιρία (και ανυπερθέτως στα οικογενειακά και φιλικά γλέντια) στα επιδέξια χέρια αυτοδίδακτων μουσικών. Οργανωμένη μουσική παιδεία δεν υπήρχε μα οι νεώτεροι γίνονταν φυντάνια που άρπαζαν στον αέρα τα πατήματα και η μουσική κουλτούρα περνούσε φυσικά και αβίαστα από τη μια γενιά στην άλλη. Μια τρομαχτική μουσική σιωπή απλώθηκε πάνω στο νησί καθώς τα μαντολίνα κι οι κιθάρες θάφτηκαν κάτω από τα ερείπια. Μα κάποτε νομοτελειακά θα ‘ρχόταν η στιγμή που  “το χάσμα π’ άνοιξε ο σεισμός, ευθύς θα γέμιζ’ άνθη ”. Η κοινωνία ανασυγκροτήθηκε, πάτησε στα πόδια της και, αφού ικανοποιήθηκαν οι πρωταρχικές ανάγκες επιβίωσης, κάποια στιγμή το τραγούδι ανέβηκε στα χείλη. Μα το ‘νιωθαν λειψό μια και του ‘λειπε η συνοδεία. Ένας δημοδιδάσκαλος με καλλιτεχνικές ευαισθησίες και νοιάξιμο για την παράδοση του τόπου τοποθέτησε τα πράγματα στη σωστή τους βάση: το φυτώριο έπρεπε να είναι τα νέα παιδιά. Μια παιδική μαντολινάτα ήταν πρωτάκουστο και ίσως δύσκολο εγχείρημα μα είχε τη διάθεση να το δοκιμάσει. Όταν κανείς ποντάρει στα παιδιά με αγάπη ποτέ δεν πρόκειται να βγει χαμένος.


Η ιδέα έπεσε σε γόνιμο έδαφος. Το νέο κυκλοφόρησε από στόμα σε στόμα, η τοπική κοινωνία αγκάλιασε την προσπάθεια, οι συνάδελφοί του την προπαγάνδισαν με θέρμη και πολλοί γονείς του  εμπιστεύτηκαν τη μουσική ευαισθησία των νεαρών βλαστών τους. Το σχολείο τ’ απογεύματα άλλαζε όψη και, αντί να ξεκουράζεται για να αντέξει την απίστευτη παιδική ενέργεια της επομένης, γινόταν χώρος μεταλαμπάδευσης της μουσικής παράδοσης. Έτσι μπήκαν στη ζωή της Αίγλης οι τόνοι και τα ημιτόνια, τα τέταρτα και τα όγδοα, οι οκτάβες και τα κλειδιά, τα κρεσέντα και τα ντιμινουέντα, οι παύσεις και οι κορώνες. Ήταν μεγάλη στιγμή όταν, μετά από ένα σύντομο διάστημα θεωρητικής κατάρτισης, έσφιξε στην αγκαλιά της το ολοκαίνουργιο λουστραρισμένο μαντολίνο με την φιλντισένια μαργαρίτα που περιέβαλε διακοσμητικά το σκοτεινό στόμιο του αντηχείου και τις οχτώ διπλές γυαλιστερές χορδές που τυλίγονταν γύρο από ισάριθμα λευκά κοκαλένια κουμπιά στο πάνω μέρος του μπράτσου με τα τάστα, ενώ στερεώνονταν στο κάτω μέρος του αχλαδόσχημου αντηχείου περνώντας, με το σωστό τέντωμα, πάνω από τον «καβαλάρη»  Κι ακόμα πιο μεγάλη η στιγμή που άρχισε να χαϊδεύει τις χορδές με μια πένα από ταρταρούγα προσπαθώντας να παράγει ένα ηχητικά ομογενές “τρέμολο”. Ήταν μύηση να αναγνωρίζει την αντιστοιχία ανάμεσα στις νότες, που μέχρι τότε ήταν σημαδάκια πάνω στο πεντάγραμμο, με τους ήχους που έβγαιναν όταν πατούσε τα κατάλληλα τάστα. Αλλά ήταν ακράτητος ο ενθουσιασμός όταν κάποιος συνδυασμός από νότες έβγαλε από το μαντολίνο της την πασίγνωστη μελωδία της μελοποιημένης “Ξανθούλας” του Σολωμού.
 
Σύντομα η παιδική μαντολινάτα έγινε η μασκότ της μικρής κοινωνίας πλαισιώνοντας κάθε τοπική εκδήλωση. Στις απόκριες το άρμα που έκλεβε την παράσταση στην παρέλαση του καρνάβαλου ήταν τα “καναρινάκια”. Ένα γιγάντιο κλουβί που έκλεινε μέσα παιδιά που έπαιζαν μαντολίνα, κιθάρες και μαντόλες, μεταμφιεσμένα σε κατακίτρινα καλλικέλαδα πουλάκια.  Της άρεσε της Αίγλης η μουσική μα ποτέ δεν έγινε καλή μουσικός. Περιορίστηκε  αυστηρά στην τεχνική, καταφέρνοντας να πατάει τις σωστές νότες, να μετράει σωστά τους χρόνους, να κρατάει σωστά το τέμπο έτσι που να μη φαλτσάρει. Μα δεν κατάφερνε να  παίζει χωρίς παρτιτούρα, δεν δοκίμασε να αυτοσχεδιάσει, δεν πειραματίστηκε “πειράζοντας” νότες, δεν προσπάθησε να βγάλει από το μαντολίνο τα τραγουδάκια της μόδας, δεν τόλμησε να ξεφύγει από το ρεπερτόριο που είχε διδαχθεί. Αποδέχτηκε την ιδέα ότι δεν είχε ιδιαίτερο ταλέντο. Ο τρόπος που αναπαρήγαγε τις νότες είχε αυστηρότητα αλλά όχι ευαισθησία, είχε τεχνική αλλά όχι τέχνη και, βρε αδελφέ, συνειδητοποίησε ότι δεν γίνεται να είναι παντού πρώτη.
 
Εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα, σαν κεραυνός εν αιθρία, έφτασε στη γειτονιά το μαντάτο. Ο δάσκαλός, ο εμπνευστής της ιδέας και υπεύθυνος της υλοποίησης, ο εμψυχωτής, ο καθοδηγητής, ο μαέστρος είχε πεθάνει από ανακοπή. Η πρώτη της γνωριμία με τον θάνατο ήρθε ανακόλουθα: θύμα του δεν ήταν ένας υπερήλικος παππούς ή έστω ένας αδιάφορος μακρινός γείτονας. Ήταν ένας νέος άνθρωπος γεμάτος όρεξη για ζωή, θέληση για δράση, ένας αγαπημένος, ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής της.  Έτσι πεθαίνουν οι άνθρωποι; Ξαφνικά και απροειδοποίητα; Χθες μόλις είχαν μάθημα!  Και τώρα μαθαίνει πως δεν θα τον ξαναδεί ποτέ, δεν θα ακούσει ποτέ ξανά από το στόμα του εκείνο το: “πάμε πάλι από την αρχή”, δεν θα προσηλώσει ποτέ το βλέμμα της στις ρυθμικές κινήσεις της μπαγκέτας που κινούσαν τα μαγικά του χέρια, δεν θα νιώσει ποτέ πια την παρουσία του να  τους μετατρέπει από αυτόνομες μονάδες σε αρμονικό σύνολο. Αυτή η αμετάκλητη επωδός, αυτή η συνεχής επανάληψη του ποτέ, αυτό είναι ο θάνατος;
 
Η πρώτη της αντίδραση ήταν η άρνηση. Στο αυτοκίνητο που τους οδηγούσε στο νεκροταφείο κοιτούσε το μαντολίνο της και σκεφτόταν πως όλα ήταν ένα κακόγουστο ψέμα και ότι τώρα να… από στιγμή σε στιγμή, κάποιος θα έλεγε ότι, λάθος έγινε, δεν ήταν ο δάσκαλος που πέθανε, αλλά κάποιος άγνωστος σε μια μακρινή χώρα, που δεν την είχε ούτε ο χάρτης, και τίποτα δεν θα άλλαζε στη ζωή της. Δεν πείστηκε ούτε κι όταν το πένθιμο κομμάτι που έπαιξαν πάνω στον φρεσκοσκαμμένο τάφο  προκάλεσε διάχυτη συγκίνηση στο συγκεντρωμένο μαυροφορεμένο πλήθος. Συγκίνηση που εκδηλώθηκε με μια μεγάλη γκάμα αντανακλαστικών: από   ξεφύσημα της μύτης, σκούπισμα θολωμένων γυαλιών, ήρεμο ποτιστικό κλάμα, μέχρι επιφωνήματα οδύνης και ασυγκράτητους, λυγμούς. Δεν πείστηκε ούτε κι όταν άκουσε τον συναισθηματικά φορτισμένο επικήδειο που κατέληγε στην ανώφελη επίκληση: “σήκω να ακούσεις τα μαντολίνα των παιδιών σου! Πώς μπορείς και μένεις ασυγκίνητος από την ορφάνια τους; Το τελευταίο κομμάτι έχει μείνει ατελείωτο. Ποιος θα το ολοκληρώσει;” 

Μόνο όταν ξαναπήγαν εκεί, σαράντα μέρες μετά, είχε συνειδητοποιήσει πως θάνατος σημαίνει τελεσίδικη απώλεια που δεν σηκώνει έφεση. Κατάλαβε όμως επίσης ότι η ζωή τον αντιπαλεύει με σθένος αφού, στο μεταξύ διάστημα, συνέβησαν ένα σωρό καινούργια γεγονότα που απομάκρυναν τη σκέψη και το συναίσθημά της από την τραγική απώλεια που για μια στιγμή –μέσα στην παιδική της αφέλεια- πίστεψε ότι θα μονοπωλούσε τη σκέψη της εφ’ όρου ζωής.
 
Το καλοκαίρι πέρασε χωρίς ν’ ακουμπήσει το μαντολίνο. Παρακολουθούσε μόνο τις ζυμώσεις που αφορούσαν το μέλλον της μαντολινάτας. Τελικά δεν δημιουργήθηκε ένα ενιαίο σχήμα αλλά διάφορες εναλλακτικές λύσεις και η οικογένεια κάθε παιδιού διάλεγε εκείνη που ταίριαζε στις ανάγκες του. Και κάπως έτσι βρέθηκε η Αίγλη, τέλος  του Σεπτέμβρη λίγο μετά το άνοιγμα των σχολείων, να φοιτάει σε κάποιο ωδείο. Πήγε ελαφρά καθυστερημένη στο πρώτο μάθημα και η πρόβα είχε ήδη αρχίσει. Το κομμάτι που παιζόταν της ήταν εξαιρετικά οικείο και παρορμητικά θέλησε να ενταχθεί εδώ και τώρα. Είδε μια ελεύθερη καρέκλα σε μια άκρη και την τράβηξε απαλά και διακριτικά προσπαθώντας η παρουσία της να περάσει απαρατήρητη. Μα ό,τι επακολούθησε ήταν πολύ πέρα από τις καλές της προθέσεις. Για την ακρίβεια τα γεγονότα διαδραματίστηκαν με την εξής σειρά: πρώτα αισθάνθηκε μια αντίσταση, που δεν είχε υπολογίσει, και άκουσε (μαζί με όλους τους υπόλοιπους) τον στριγκό ήχο από το σύρσιμο της καρέκλας στο πάτωμα. Αμέσως μετά το άγνωστο αγόρι, που καθόταν στην πίσω σειρά και που ως εκείνη τη στιγμή στήριζε το πόδι του στην ίδια καρέκλα κρατώντας  την κιθάρα του, σταμάτησε να παίζει. Ταυτόχρονα σήκωσε το κεφάλι του και τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν. Τρίτον, για προφανείς λόγους, η πρόβα διακόπηκε, ο δάσκαλος  χτύπησε τα χέρια, ανακοίνωσε ότι μια νέα μαθήτρια είχε έλθει, τη ρώτησε το όνομά της και τη σύστησε σε όσους δεν την γνώριζαν. Τέλος, η Αίγλη έγινε κατακόκκινη ως τις ρίζες των μαλλιών.

Συνεχίζεται…
Advertisements