γραφει η Ρένα Ρψομανίκη
fuga35
Ο Άγγελος σκηνοθέτησε με το μεράκι επαγγελματία. Την ξάπλωσε μαλακά στην άκρη του κρεβατιού, επιμελήθηκε το λευκό σεντόνι δημιουργώντας ζάρες με επιμελημένη ατημελησία έτσι που να φαίνεται χρησιμοποιημένο, πήγε ως το ψυγείο και γύρισε με μια χούφτα παγάκια. Ακούμπησε ένα πάνω στη ρώγα. Μια ανατριχίλα την συνεπήρε στο παγωμένο άγγιγμα κι αντανακλαστικά η ρώγα ορθώθηκε και πήρε ένα σκούρο βυσσινί χρώμα ενώ η άλως, σε πιο ανοιχτή απόχρωση, γέμισε μικρά κομπαλάκια. Ο Άγγελος εστίασε με τη μηχανή. Δεν έμεινε ικανοποιημένος. Έσκυψε κι έγλυψε τρυφερά τη διογκωμένη θηλή. Εκείνη ανταποκρίθηκε ερήμην της Αίγλης που παρακολουθούσε την όλη διαδικασία αμέτοχη, σαν όλα να γίνονταν σ’ ένα ξένο σώμα πιο παγωμένη από τα παγάκια που είχαν αρχίσει να λιώνουν αργά στο μπολ πάνω στο κομοδίνο.
 
Η φωτογραφία αποτύπωσε ένα αριστερό στήθος να πλέει πάνω στο λευκό σεντόνι. Ήταν μια εντελώς καλλιτεχνική εικόνα, καθόλου προκλητική, εξαιρετικά τρυφερή που θα μπορούσε άνετα να μπει ως εξώφυλλο σε ένα μυθιστόρημα χωρίς να προκαλέσει. Ο Άγγελος λάτρευε το στήθος της και το μάτι του φωτογράφου, που επεμβαίνει καθοριστικά στο θέμα, απέδωσε μια βελτιωμένη εικόνα της πραγματικότητας. 

Βιάστηκε να την στείλει στον Μιχαλιό πριν την εγκαταλείψει το παράτολμο θάρρος της. Δεν έγραψε ούτε λέξη. Έστειλε μια ξερή φωτογραφία. Ο κύβος ερρίφθη. Δεν υπήρχε οδός επιστροφής. Τώρα πια  ήξερε ότι οι κόκκινες κλωστές  με τις οποίες η ζωή τους τύλιγε αργά-αργά όλα τα προηγούμενα χρόνια, είχαν γίνει δίχτυ πυκνό που δεν θα μπορούσαν να το ξεμπλέξουν, ακόμα και αν το ήθελαν.
 
Η απάντηση έφτασε θερμή σε βαθμό υπερβολής. Ήξερε την ικανότητά του να χειρίζεται τον λόγο. Ήξερε τον πλούτο της Ελληνικής γλώσσας. Όμως σε ποιο λεξικό ήταν κρυμμένα όλα εκείνα τα γλυκόλογα, όλες εκείνες οι εκφράσεις ευγνωμοσύνης, όλοι εκείνοι οι όρκοι αγάπης και αφοσίωσης; Χρησιμοποίησε τις λέξεις  χωρίς φειδώ. Γλωσσοπλάστης έγινε για να εκφράσει τα συναισθήματα έκπληξης και αγαλλίασης που τον κατέκλυσαν. Απαρίθμησε με τρυφεράδα κάθε τι που αγαπούσε πάνω της: το πείσμα της (“έχεις τη λάμψη του σιντεφιού και τη σκληράδα της μαργαριταρόρριζας”), τη δύναμή της ( “δείχνεις ντελικάτη σαν να είσαι καμωμένη από το υλικό των ονείρων, μα μέσα σου είναι κρυμμένη η ορμή της καταιγίδας”), τον συντηρητισμό της (“ό,τι έχω μισήσει σε όλη μου τη ζωή”), τον καθωσπρεπισμό της ( “τον τόσο ξένο σε μένα” ) τον κομφορμισμό της, ( “να σου εκμυστηρευτώ ότι τα τελευταία χρόνια παρουσιάζω μια ανησυχητική ροπή  προς την κατεύθυνσή του”), τον πληθυντικό ευγενείας που χρησιμοποιεί (“ο προσφιλής μου ενικός ήταν και είναι πάντα ενοχλητικός”), την εξοργιστικά καλή της ανατροφή (“σε παρθεναγωγείο καλογριών την απέκτησες;”), την τόσο ψεύτικη αίσθηση του απρόσιτου και του απροσπέλαστου που αποπνέει. Την αγαπούσε έτσι όπως είναι, έτσι όπως τού αποκαλύφθηκε μέσα από την εκ βαθέων αλληλογραφία τους. Δεν ήθελε να αλλάξει στο παραμικρό. Ήθελε να μείνουν τόσο διαφορετικοί, αλλά όχι ξένοι. Τόσο παράταιροι, αλλά τόσο κοντινοί. Τόσο ακραίοι στις συμπεριφορές τους, που όπως όλα τα άκρα συγκλίνουν στο ίδιο σημείο. Τόσο ξέχωροι που στο τέλος να  καταλήξουν να γίνουν ένα.
 
Η Αίγλη έβγαλε ένα στεναγμό ανακούφισης αδειάζοντας όλο τον αέρα από το στήθος της –απνευστί το είχε διαβάσει. Χαλάρωσε ακουμπώντας αναπαυτικά στην καρέκλα της και αφήνοντας το βλέμμα να χαθεί στην ομορφιά της Παμβώτιδας που η θέα της έμπαινε απρόσκλητη από το ανοιχτό παράθυρο. Το ξαναδιάβασε για να το χορτάσει. Δεν είχε καταλάβει τι είχε συμβεί ούτε πώς είχε συμβεί. Το είχε δει σαν μια έμπρακτη απόδειξη της αγάπης της; Την  έβαλε μπροστά στο δίλημμα: ο έρωτας δεξιά, οι αρχές της αριστερά και είδε την πλάστιγγα να λιποθυμάει γέρνοντας προς τα δεξιά; Όπως και να ’χει την έκανε να νιώσει σαν το βασιλόπουλο των παραμυθιών που έφερε σε πέρας τις δοκιμασίες που τού ζητήθηκαν και επί τέλους αποκτάει τη βασιλοπούλα που πόθησε. 
Λες να αρχίζει το παραμύθι; Και μόνο ένας Θεός ξέρει πόσο το έχω ανάγκη! Πώς μπορεί αυτός ο άνθρωπος να μεταμορφώνεται;  Είναι ο ίδιος που λίγες μέρες πριν με είχε οδηγήσει στο χείλος της αβύσσου, λέγοντάς μου επιτακτικά: “πήδα”; 
Ευτυχώς υπήρχε και το υστερόγραφο. Συνδετικός  κρίκος ανάμεσα στις δύο τόσο αντιφατικές πλευρές του, την διαβεβαίωνε πως μιλάει με το ίδιο άτομο.
 
Υ.Γ.  Ρε συ, τι βυζί είναι αυτό; Παίρνεις όρκο ότι δεν έχεις κάνει photoshop;  Απέχει πολύ από ό,τι είχα ονειρευτεί, αλλά απέχει εξ ίσου πολύ  από το βυζί πενηντάρας! Πώς τα έχεις καταφέρει;
  
Αποφάσισε να σχολιάσει μόνο αυτό. Είχαν καιρό για τα άλλα.
 
Ένας φίλος, με το υποδόριο χιούμορ του, λέει πως έχω σπαταλήσει μια περιουσία –μπορεί και δύο– σε χοροδιδασκαλεία, γυμναστήρια και κολυμβητήρια. Όπως κι αν έχει με κολακεύει ιδιαίτερα η κρίση σου, ειδικά επειδή προέρχεται από κάποιον ειδήμονα επί του θέματος. Αλήθεια, μπροστά σε πόσα γυναικεία στήθη έχεις υποκλιθεί; Πενήντα, εκατό, διακόσια…;
 
Προσπάθησε να το αποφύγει. Για την ώρα.
 
Η σεξουαλική μου ζωή είναι ένα ολόκληρο μυθιστόρημα από μόνη της. Την διηγιέμαι στις γυναίκες όταν τις κρατάω αγκαλιά, όταν έχουμε χορτάσει ο ένας τον άλλο, είναι γλυκοχάραμα κι εκείνες νανουρίζονται μέχρι που η αναπνοή τους με ειδοποιεί πως έχουν αποκοιμηθεί. Τότε σταματάω, τους λέω καληνύχτα και φεύγω. Θα έχουμε πολλές τέτοιες ώρες ολοδικές μας. Το υπόσχομαι. Για την ώρα, θα πρότεινα  να μου μιλήσεις για τη δική σου σεξουαλική ζωή. 
 
Η σεξουαλική της ζωή! Θα  μπορούσε να χωρέσει σε τρεις, μόλις, γραμμές.
 
Στα είκοσι  μου γνώρισα και ερωτεύτηκα τον Άγγελο. Όσο απίστευτο κι αν σού φανεί, είναι ο μόνος άντρας με τον οποίο έχω κάνει έρωτα. Κάτι πολύ περισσότερο: είναι ο μόνος άντρας που με έχει φιλήσει –ερωτικά.
 
Βεβαίως η απάντηση θα μπορούσε να είναι λίγο πιο εκτεταμένη αν η ερώτηση είχε διατυπωθεί ελαφρά διαφορετικά:
 
 Για την ώρα, θα πρότεινα  να μου μιλήσεις για τη δική σου  ερωτική ζωή.
Γιατί για κάποιους η ερωτική ζωή ταυτίζεται με τη σεξουαλική και για κάποιους όχι. Και η Αίγλη τυχαίνει να ανήκει στους δεύτερους. Όχι πως η ερωτική της ζωή θα μπορούσε να γίνει πολυσέλιδο μυθιστόρημα. Μα θα ήθελε να του μιλήσει για την πρώτη της αγάπη. 
 
ΤΕΛΟΣ ΟΓΔΟΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
Advertisements