γραφει ο αρισταρχος

oldmanΈντεκα πρωί στην Θεσσαλονίκη και στην οδό Αριστοτέλους στο ύψος του ΙΚΑ καμιά εκατοστή τρι-ήλικες( τρίτη ηλικία= άνω των 64 ετών) με πλακάτ και κανά δυό ντουντούκες δημιουργούν μια περίεργη ατμόσφαιρα.

Φωνάζουν οι ντουντούκες το σύνθημα και το επαναλαμβάνουν τρεμάμενες φωνές, αδύνατες, αναιμικές. Σ’ αυτούς, τι θλίψη, προστίθενται ηλικιωμένοι με πλακάτ διαμαρτυρίας γιατί μένουν απλήρωτοι από τότε που δούλευαν σε μεγάλη βιομηχανία που έκλεισε πριν 17 χρόνια! Το μέγα αίσχος της απάνθρωπης εκμετάλλευσης! Ποιος νοιάζεται;

Μπερδεύομαι  με το “πλήθος” και πλησιάζω ένα ξερακιανό δουλεμένο συνταξιούχο αρκετών Μαϊων που κάθεται στο παγκάκι. Οι πελώριες μουστάκες του κιτρινισμένες από την νικοτίνη και τα μάτια του μαύρα ζωηρά χαμένα στις κόγχες τους. Τα ισχνά του πόδια σε σταυροπόδι τυλιγμένα τόνα γύρω από το άλλο σε δύσκολη στάση.Παρακολουθεί τα τεκταινόμενα με ενδιαφέρον και με ένα μόνιμο χαμόγελο που σπάει για να τραβήξει μια βαθιά ρουφηξιά από το βαρύ τσιγάρο. Προσπαθώ να πιάσω κουβέντα μαζί του.

–Τι γίνεται; Ποιοι είναι αυτοί οι συνταξιούχοι; Τον ρωτάω.

Με κοιτάει με ένα απλό γύρισμα των ματιών χωρίς να κουνήσει το κεφάλι του. Οι κόρες του στένεψαν και ο εγκέφαλος του έψαχνε ίχνη και αποτυπώματα να βγάλει συμπέρασμα για το ποιόν μου. Δεν ξέρω τι σκέφτηκε αλλά χωρίς το παραμικρό σπάσιμο στο πρόσωπό του ξαναγύρισε εκεί που κοίταζε μουρμουρίζοντας.

-Τι να κάνεις σ’ αυτή την ηλικία. Μόνο κλανιές. Δεν αυτόν, τον ψηλό ντε… με την ντουντούκα στο χέρι. Λέει, λέει και τελειώνει με την ίδια φράση “θα γίνει της πουτάνας!” Πόσο σοβαρός μπορεί να είναι και πόσο ελαφρείς αυτοί που επαναλαμβάνουν τα ίδια. Παλιοί συνδικαλιστάδες όλοι τους. Τι περιμένεις να γίνει με δυό τρεις από δαύτους στην κεφαλή και πενήντα κλανιάρηδες μπουλούκι που δεν έχουν που να πάνε. Τους έδιωξε η γυναίκα τους και βρήκαν να ‘ρθουν εδώ.  Εβδομήντα πέντε είμαι και τέτοια φρούτα έχω δει στη ζωή μου πολλά. Αλλά όπως και να το κάνεις έχει τζερτζελέ, έ; Τι λές;

Ξαναγύρισε τα μαύρα του μάτια πάνω μου μαζεύοντας τα πλούσια και άτακτα φρύδια του. Ύστερα με τρύπησε στενεύοντας πάλι τις κόρες του. Έβαλε το χέρι στο πιγούνι για να του λιβανίζει ο καπνός από το τσιγάρο τα σκαμμένα του μούτρα και με ρώτησε βραχνά.

– Εσύ ρε παλικάρι, τι μέρος του λόγου είσαι;

–Λοιπόν, του είπα, άσε το ποιος είμαι αλλά άκου. Έρχομαι από την εφορία, που πήγα να διαμαρτυρηθώ, και με πέταξαν έξω. Μπορείς να τους μαζέψεις όλους να πάμε για μια διαμαρτυρία έξω από το σπίτι του κακού λύκου που είναι η εφορία;

Τώρα τα μάτια του κοίταζαν άχρωμα και χωρίς καμιά όρεξη.Γύρισε το κεφάλι προς το βάθος της παραλίας και ύστερα σηκώθηκε επάνω. Πήγε ίσια πάνω σ’ αυτόν που κρατούσε την ντουντούκα. Του την πήρε με μια κίνηση και φώναξε να τον ακούσουν από την Νίκης μέχρι την Εγνατία. “Άϊντε ρε κλανιάρηδες, μόμολα. Βουρ για την εφορία να διαμαρτυρηθούμε γιατί πέταξαν έξω τον “νεαρό” από δω” και έδειξε εμένα.

Όλοι σταμάτησαν και κοίταζαν μια αυτόν και μια εμένα με περιέργεια. Ύστερα η σιωπή έσπασε με ένα τρανταχτό γέλιο από έναν χοντρό με κόκκινα μάγουλα που το ακολούθησαν όλοι. Σε λίγο όλη η ομήγυρη έγινε μια παιδική χαρά χωρίς καμιά σοβαρότητα. Τυλίχτηκαν και τα πολυχρησιμοποιημένα πλακάτ και οι παρέες πήγαν να ξεδιψάσουν με τσίπουρο μιας και ήταν μακριά από την γρίνια της γυναίκας τους αλλά πολύ κοντά στον Τρούλο και στου Μοδιάνο με τους Λουκούλιους μεζέδες. Και το μήνυμα… “Καλά, αρχίστε την επανάσταση χωρίς εμάς”

Γέλασα κι εγώ. Το μεν πνεύμα πρόθυμο αλλά… όλα στον καιρό τους. Το ουρικό οξύ στα ανώτατα επιτρεπτά μπορούσε να συγχωρέσει κανά δυό ποτηράκια τσίπουρο μακριά από… την κυρά-Ελένη και κυρίως την άπονη και ακριβή εφορία

ΥΓ. Η αλήθεια βρίσκεται κάπου μέχρι τη μέση. Τα υπόλοιπα φαντασία του γράφοντος όχι όμως και μακριά από την πραγματικότητα.

Advertisements