γραφει ο αρισταρχος

γυφτάκιΆφησαν τα κανάλια την Χρυαυγειάδα και άρχισαν  να παραδίδουν μαθήματα περί τους Ρομά. Ρομά; Ποιους Ρομά; Από τότε που γεννήθηκα Γύφτους τους ξέρω. Άντε και τσιγγάνους. Άντε και Γιούφτους όταν με πιάνει το ρατσιστικό μου. Τόχαμε εμείς οι Έλληνες από ανέκαθεν στη συμβίωση που είχαμε μ’ αυτή την πάνσπερμη και πολύχρωμη φυλή. Η μόνη περίπτωση ρατσισμού που ανέκαθεν είχε ο Έλληνας αυτή ήταν, απέναντι στους Γύφτους ή Γιούφτους.

Γράφει γι αυτούς κι ο Μ.Λουντέμης. Ανέμελη φυλή που ασχολείται με όλα και με τίποτα. Τώρα αν σας κλέβει και κανένα αβγό έ… δεν είναι και του σκοτωμού. Κάποτε νοίκιαζε στην γειτονιά μου ένας τέτοιος που πουλούσε στις λαϊκές αγορές ψάρια και όλοι τον αποκαλούσαν “Στέφανος, ο κύριος Γύφτος! ”

Σ’ ένα χαμόσπιτο με την μεγάλη αυλή, για να φιλοξενεί τα ζώα, τους έβλεπα από το σπασμένο τζάμι γύρω γύρω από τον σοφρά και κάτω από την γκαζόλαμπα να τρων εκείνο το άζυμο. Τα ψωμιά που μάζευαν από το ζητιανιό τα έδιναν στα ζώα τους. Κι ύστερα μαζεύονταν το σόϊ να γλεντήσουν και να χορέψουν με μια πίπιζα κι ένα τουμπελέκι. Είναι τόσο συνυφασμένη η ύπαρξή τους με το τουμπελέκι και τον χορό που…

Κάποτε, γεγονός αληθινό, κάποιος υιοθέτησε ένα γυφτάκι. Σαν έγινε πέντε χρονό πέρασε από την γειτονιά τους ένας Γύφτος που πουλούσε πλαστικά τραπέζια και καθίσματα. Εκεί που παζάρευε ο πωλητής με τον πατέρα του μικρού ένα τέτοιο τραπέζι το μικρό υιοθετημένο γυφτάκι πήρε μάτι στο βάθος και κάτω από τις καρέκλες το τουμπελέκι(ξέρετε γύφτο χωρίς αυτό το οργανάκι;). Σαν γατόνι σάλταρε πάνω στο φορτηγάκι και βούτηξε το όργανο. Το περιεργάστηκε και άρχισε να το χτυπάει ρυθμικά. Έξυσε ο γύφτος το κεφάλι το κοίταξε και βοηθούντος και του σαπουνιού που δεν μπόρεσε να βγάλει την ελαφριά μαυρίλα έβγαλε την ετυμηγορία “Αυτό, δικό μας πρέπει νάναι!” Το φωνάζει ρυθμικά κι ο Κώστας Χατζής “γυφτάκι χόρεψέμου τσιφτετέλι να φας λίγο ψωμί απ’ το καρβέλι…”

Έχω την πολύχρωμη γύφτισα με τον ένα ώμο hot έξω και την τσιμπίδα στο άλλο χέρι για το ψάρεμα ρούχων ή ότι άλλο χρήσιμο από τους κάδους. Ψιλή απελπιστικά η φωνή της και το ακατάληπτο μεταφράζεται σε “ρούχα παλιά μαζεύω”. Μην τρελαίνεστε, μου πήρε ένα χρόνο για να το μεταφράσω, με την βοήθεια ενός φίλου μου ειδικού σε γλωσσοδέτες.

Είναι η ρίγανη, το γκουρμέ πασπάλισμα της ζωής μας. Μας πουλούν γλάστρες, πατάτες, είδη προικός στην ίδια καρότσα που στο υπόβαθρο κρύβεται η βίλλα του σε εβδομήντα πόντους ύψος. Κι αν του πεις κουβέντα θίγεται. Στη θάλασσα ο γύφτος και η κοπελιά “Καλέ κύριε γύφτο πατάτε, πατάτε;” Κι αυτός υπεροπτικά “είδη προικός μαντάμ!” Φωνάζει η μάνα μπαλαμό στον άτακτο Νικολάκη κάθε μέρα “Έλα βρε  παιδί μου να φάς το αυγό σου!” Απέναντι, ίδια γειτονιά, η Ερατώ ζηλεύει την υπεροψία της “γειτόνισσας”. “Ντιμητράκ(ι), έλα φας βός!”  ακούει και απαντάει ο μικρόγυφτος “όλο βος βος μι λές κι όλο κρουμίδ μι δίν(εις)” Σκοτώνεται ο πεθερός με την νύφη που κλαίει γοερά “Ήρτα μι τα προικιάμ, την κουβέρταμ’,  τα καλάμ…” Ο γερόγυφτος τα παίρνει στο κρανίο “Ποιόν μιλάς έτς; Τουν μπαμπάας; Νάχα μια ρέχα να σι φτύσω”. Στο τμήμα βαράν τον γύφτο που πιάστηκε να κλέβει και κείνος “Μη βαράς κυρ-χουρουφύλακα γύφτους είμι” Είδατε γύφτο στα επείγοντα; Όλο το σόϊ και όλη η γειτονια συμπαραστέκεται.

Θα μπορούσα ώρες ατέλειωτες να μιλώ γι αυτούς όπως και κάθε ένας από εμάς. Διεσπαρμένοι σ’ όλη την Ελλάδα δίπλα στο σπίτι μας μέσα στην αλάνα. Δικοί μας άνθρωποι, κολλητάρια μας. Το μόνο που απευχόμαστε(η ήπια έκδοση του μίσους) η χύμα ζωή σε παράγκες και τσαντίρια. Τον είδα να περνάει με το Datsun φορτωμένο παιδιά βολίδα και στο μεγάφωνο μια φωνή live «τα μαύρα μάτια σου…». Κάποτε περνούσαν οι παλιατζήδες με το στερεότυπο “παλιά ρούχα, σίδερα, μπακίρια αγοράζω” Σήμερα περνάει το γυφτοφορτηγάκι με το μεγάφωνο διαπασών “παλιά σίδερα, μπακίρια, αλομίνια μαζεύω! Δεν αγοράζει, μαζεύει!

Τέλος! Είναι το φολκλόρ στολίδι μας, και η παραβατικότητα που ποτέ δεν τους πήγε είναι η οπλοφορία και το κλέψιμο παιδιών. Κατά τα άλλα, αφήστε τους μακρά από καλώδια, και θα βρουν τον τρόπο να επιβιώνουν όπως πάντα.

 

Advertisements