γραφει ο αρισταρχος

Heavy DownpourΔύο Αυστραλοί επιστήμονες έκαναν για χρόνια μελέτες προσπαθώντας να ανακαλύψουν που οφείλεται η αναδυόμενη  γλυκιά όσο και περίεργη μυρουδιά ύστερα από μια βροχή και από κάποιο διάστημα ανομβρίας. Το project το ονόμασαν Petrichor, από τα Ελληνικά πέτρα και ιχώρ. Ανακάλυψαν, λοιπόν, ότι παράγεται από τη μίξη αρωματικών ελαίων που βγάζουν τα φυτά και διαχέονται στις πέτρες και τα χώματα, και το όζον που παράγεται εκείνη τη στιγμή.

Αυτή η μυρουδιά έφτανε στα ρουθούνια μας εκείνο το απόγευμα αργά ύστερα από τις χοντρές σταγόνες της βροχής που έπεφταν πάνω στη διψασμένη γη. Σκίζονταν ο ουρανός από αστροπελέκια, κάτω από τον φορτισμένο ουρανό, και σε κάθε βροντή έτρεμαν τζάμια και ψυχές. Κι αυτός στη μέση του δρόμου μούσκευε και έκλαιγε όταν…

Το χωριό της γυναίκας μου που είναι και δικό μου, συζυγικώ δικαώματι, είναι μόλις τριάμιση χιλιόμετρα από τα σύνορα με τους βαρβάρους που ειρήσθω εν παρόδω διαθέτουν και καζίνο με καλύτερους πελάτες εμάς, τους Έλληνες. Κάποτε, όταν υπήρχαν στρατιωτικές ζώνες ασφαλείας, τους είχαν εφοδιασμένους με ειδικές προσωπικές άδειες. Χωρίς αυτές δεν περνούσες στο χωριό με τίποτε.  Αγροτόκοσμος με μικρές εκτάσεις ο καθένας στην κατοχή του και κύριες καλλιέργειες τον καπνό(παλιά) και τα τελευταία χρόνια με σιτοκαλλιέργεια, και δη σκληρού τέτοιου λόγω επιδότησης. Τώρα; Ψίχουλα, και πώς να ζήσεις. Αν δεν είχαν τις κάποιες κοτούλες και τον κηπάκο τους, μαύρο φίδι. Καλά, δεν μιλάμε για δουλειές μια και η κρίση έκλεισε τις κάποιες βιοτεχνίες που υπήρχαν στην περιοχή. Και η νεολαία… υπό διωγμό και αφήστε τα φληναφήματα περί επιστροφής των νέων στα χωριά.

Κατά τα άλλα, είναι γραφικό όπως όλα τα Ελληνικά χωριά. Με την εκκλησία του, το σχολείο του, την πλατειούλα του με το απαραίτητο ηρώον και το καφενείο που λειτουργεί τα βράδια και σαν ταβερνάκι η “Μεγάλη Ελλάς” με την σημαία πάντα αναρτημένη. Και δεν ντρέπονται να το πουν και να το δείξουν κι ας είναι μόνο τρισήμιση μόλις χιλιόμετρα μακρυά από τα στίφη των βαρβάρων με τα καζίνο για Έλληνες.

Να γιατί θαυμάζω και τους κατοίκους των ακριτονήσσων. Ακούς τα κοκόρια τους από την Τουρκική αντίπερα αλλά μέχρις εκεί, εδώ είναι το σπίτι μου. Και τα μάτια σου θα συνηθίσουν το μπλε και άσπρο της σημαίας μου, για να μην ξεχνιόμαστε και ποιοι είμαστε. Θα αντιπαρέλθω το δικό μου θυμό που μόλις έβαλα τη σημαία λίγες μέρες πριν την εικοσιοκτώ Οκτωβρίου πέρασαν πέντε κουλτουριάρηδες και με συμβούλεψαν να την βγάλω αφήνοντας υπονούμενα μήπως ψηφίζω και ΧΑ.

Απόγευμα προς βράδυ στην καφενοταβέρνα, που λέγαμε , και οι πελάτες αριθμούν δέκα. Δυό παίζουν τάβλι και οκτώ κοιτούν. Αν το μαγαζί δεν ήταν ιδιόκτητο, από αυτά που κυνηγάει το τροϊκομάγαζο, θάχε κλείσει προ πολλού. Στη γωνιά το έπιπλο κυψέλη για την αλληλογραφία του χωριού. Τα μυστικά είναι κοινά και όλα ολονών… και είναι γνωστά όλα και σ’ όλους. Ευτυχώς, η Ελληνική οικογένεια είναι εδώ ζει και υπάρχει.

Κι εκεί στο τσούρμο ανάμεσα στα ζάρια και τα πούλια, στα σχόλια και τα χαχανητά ακούστηκε μια βραχνή φωνή

-Ρε Γιώργη τι γίνεται; Φέτος θα βγάλουν περίσσευμα στον προϋπολογισμό, λένε. Και μάλιστα θα το μοιράσουν σε μας τα φτωχαδάκια. Έκανες κανένα υπολογισμό να δούμε τι θα πάρει ο καθένας; Όπως τότε ντε με το ΠΑΣΟΚ. Τι διάτανο, τσιράκι τους ήσουνα.

Ο Γιώργης, που έχανε 5-1 εκείνη τη στιγμή στο τάβλι, βρήκε ευκαιρία και τόκλεισε με δύναμη. Έβαλε τα χέρια πάνω του παίρνοντας δήθεν αδιάφορο ύφος και μισοκλείνοντας τα μάτια τρύπησε στις κόρες του τον Μήτσο που τόλμησε να του κάνει με υπέρμετρη αυθάδεια και υπονοούμενα την ερώτηση. Παλιός κομματάρχης, αυτός, κάτι τέτοιους τους έπαιζε στα δάχτυλα. Τους κουμαντάριζε έτσι για πλάκα και τους έβαζε να ψηφίζουν ότι γουστάριζε αυτός. Καρφώθηκαν όλα τα μάτια πάνω του και περίμεναν πως κάτι σοβαρό θα έλεγε. Τόπαιζε ο Γιώργης κοιτάζοντας στο άπειρο σαν μάντης που έβλεπε μπροστά τα μελλούμενα. Πήγε να αρθρώσει κάτι αλλά το μετάνιωσε στη στιγμή. Ο νους του είχε φύγει μακριά τότε που τριαντάρης έτρεχε πίσω από ότι πράσινο κινούνταν γύρω του. Με υποσχέσεις και προσμονές σε φίλους και γνωστούς. Και τώρα που όλα κατάρρευσαν, προδόθηκαν, έφυγε κοντά από φίλους και πρώην συναδέλφους και θανατερές αναμνήσεις από την αυτοκτονία του μονάκριβου παιδιού του απότοκος της κρίσης. Χώθηκε εδώ σ’ αυτό το άγνωστο κουτσοχώρι στην άκρη της γης τρία βήματα από τα σύνορα με γείτονα την κακή σε έκδοση χώρα της Ευρώπης χωρίς να γνωρίζει κανένα. Όμως δεν παραπονιόταν. Συνδιαλέγονταν με απλούς και αγνούς ανθρώπους συγκριτικά με τους πρώην συντρόφους του. Και το κυριότερο ήταν η λήθη που επιζητούσε με θρησκευτική ευλάβεια.

Σε λίγο όλοι μαζί θα πήγαιναν με τ’ αυτοκίνητα για φτηνά καύσιμα και ρούχα  και φτηνές οδοντοστοιχίες, εκεί πάνω στους βαρβάρους, πέρα από τα σύνορα. Πως άλλαξαν τα πράγματα και ήρθαν τα πάνω κάτω. Που είναι τα μεγαλεία, τότε που χωρίς να χτυπήσει πόρτες ορμούσε σε πολιτικά γραφεία και απαιτούσε συνδικαλιστικές εξυπηρετήσεις. Και κείνοι έκαναν ότι μπορούσαν αρκεί το κάρο να πήγαινε μπροστά φέρνοντας ψηφαλάκια στην φαρέτρα τους για να μη κατεβαίνουν από την εξουσία και τα παιχνίδια της. Πως την κατάντησαν έτσι τη χώρα. Δεν μπορούσε ούτε να το φαντασθεί.

-Άσε ρε Μήτσο…

Δεν τελείωσε την κουβέντα του. Σηκώθηκε σαν υπνωτισμένος και βγήκε στο δρόμο. Κάτι περίεργα  σύννεφα είχαν μουντζουρώσει τον ουρανό και έδειχναν τις κακές τους διαθέσεις. Οι ψιχάλες ήδη έπεφταν με θόρυβο. Έμεινε εκεί γελώντας με το κεφάλι στραμμένο στον μισοσκότεινο ουρανό. Άνοιξε τα χέρια του σε στάση έκτασης και έκανε δύο τρία βήματα σαν φιγούρα από χασάπικο. Μαζεμένοι κάτω από την τέντα για να μη βρεχόμαστε παρακολουθούσαμε απορημένοι τον Γιώργη που είχε τώρα γονατίσει στη μέση του δρόμου και το γέλιο του είχε γίνει κλάμα καθώς έσφιγγε με τα χέρια το κεφάλι του.

Ήταν τόσο δυνατή η έκρηξη και τόσο εκτυφλωτικό το φως που έσπασαν οι τζαμαρίες κι εμείς, όλο το τσούρμο, τιναχτήκαμε σαν από τεράστιο χέρι στη γωνιά του μαγαζιού. Χτυπημένος από την μανία του κεραυνού ο Γιώργης στεκόταν εκεί καταμεσίς του δρόμου βγάζοντας καπνούς από όλο του το σώμα. Η γλυκιά και περίεργη μυρουδιά από τις πρώτες σταγόνες της βροχής που έφτασαν στην μύτη μας σκεπάστηκε από την βαριά μυρωδιά από το κάψιμο της σάρκας.

Ξεχάστηκαν με μιας όλες οι γήϊνες έγνοιες μας, όλα τα προβλήματά μας. Νιώσαμε το τίποτα να αγγίζει την ύπαρξή μας. Την κενότητα κάθε υλικού ενδιαφέροντος. Άπειρη λύπη και συμπόνια, άπειρος ο φόβος. Μπορεί ο απόηχος να κράτησε κάποιες μέρες και η μνήμη να το ταξινόμησε σαν ανάμνηση με έντονο αστεράκι.

Η  ζωή μας ξαναπήρε σύντομα το δρόμο της με τα ίδια χρώματα, τα ίδια ερωτήματα και τα ίδια ίσως και περισσότερα μικρά ή μεγάλα προβλήματα. Ίδιο του Έλληνα η εύκολη λήθη και το ξέγνοιαστο πήδημα πάνω από γεγονότα χωρίς εμβάθυνση και διδάγματα. Αυτό που η νεολαία πανέξυπνα αποκαλεί “χύμα”.

 

Advertisements