γραφει η Ρένα Ραψομανίκη

fuga31Ο Μιχαλιός άφησε τις πυκνογραμμένες σελίδες να γλιστρήσουν από τα χέρια του λες και φοβήθηκε πως θα του κάψουν τα δάχτυλα. Ήταν από τις σπάνιες περιπτώσεις που συναντιόταν μ’ ένα κείμενο με τόσο συγκλονιστικό το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Το μυαλό του, σαν καπετάνιος που ’χασε το μπούσουλα, άφησε το σκάφος ακυβέρνητο, ν’ αποφασίζει για την τύχη του η τρικυμία που δεν έλεγε να κοπάσει μέσα σε μια πηχτή καταχνιά που δεν έλεγε να ξαστερώσει. Κάποιος εσωτερικός μηχανισμός άμυνας τον εμπόδιζε να συλλάβει καθαρά τα πολλαπλά μηνύματα του γράμματος. Η προσφιλής του συνήθεια να διαβάζει διαγώνια τα κείμενα κι ωστόσο να χτυπάει κατ’ ευθείαν κέντρο, εδώ αποδείχτηκε ολοκληρωτικά ανεπαρκής. Ο εγκέφαλός του έμεινε άπραγος, ανίκανος να επεξεργαστεί την πληροφορία που μόλις είχε δεχτεί. Όταν επιτέλους κατόρθωσε να διαμορφώσει μια ολοκληρωμένη σκέψη, αυτή εστιάστηκε στα ρηχά, στην επιφάνεια λες και το ζητούμενο ήταν μια γραφολογική εξέταση. Για φαντάσου! Ο γραφικός της χαρακτήρας έχει μείνει αξιοσημείωτα αναλλοίωτος. Αυτή η σκέψη μπλοκάρισε τους εγκεφαλικούς νευρώνες και του τριβέλιζε ώρα πολλή το μυαλό σαν φθαρμένος δίσκος γραμμοφώνου που κόλλησε σε μια μουσική φράση και την επαναλάμβανε μονότονα χωρίς έλεος. Η ανιαρή επανάληψη δεν τον έκανε να δυσανασχετήσει. Αφέθηκε, αντίθετα, να βουλιάξει μέσα στην αδράνεια όσο την είχε ανάγκη. Ύστερα σαν να ξύπνησε από ύπνο βαθύ πήρε τις σελίδες και τις ξαναδιάβασε. Μα ενώ διέτρεχε το κείμενο η σκέψη του βρισκόταν εικοσιπέντε χρόνια μπροστά 


Μπορεί τα χρόνια να ήταν πολλά μα τα γεγονότα πολύ έντονα για να ξεχαστούν.  Η συνωμοτική διαδικασία προσέγγισης και βολιδοσκόπησής του έμοιαζε χτεσινή. Δεν ήταν αρνητικός ούτε ανυποψίαστος. Συμφωνούσε ιδεολογικά και δεν θ’ αρνιόταν να ρισκάρει για τις ιδέες του. Μα τώρα δεν θα είχε απέναντι μια παράνομη εξουσία αλλά μια νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση (άλλο θέμα αν ο λαός είχε ψηφίσει εγκλωβισμένος σε διλήμματα. Τι ‘χες Γιάννη; Τι ‘χα πάντα.) Οι διαπραγματεύσεις παρατράβηξαν. Ζητούσε εγγυήσεις για τη σοβαρότητα της οργάνωσης. Πόσο αξιόπιστη ήταν; Πόσο σοβαρά αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο κάτι να πάει στραβά στη διάρκεια των επιχειρήσεων; Πόσο είχε προνοήσει για την προστασία και της ίδιας και των οργάνων της σε μια τέτοια περίπτωση; Ο σύνδεσμος, που τον είχε πλησιάσει, ξεδίπλωσε μπροστά του με πολύ περηφάνια το –πολύ προσεχτικά μελετημένο- πλάνο μιας δομής στηριγμένης στην απόλυτη διάκριση των ρόλων και στην παντελή άγνοια των μεν για ό,τι αφορούσε τους δε. Μιας δομής που είχε κύριο μέλημα την αυτονομία των οργάνων και την ανεξαρτησία τους από την οργάνωση έτσι που μια τυχόν αστοχία του οργάνου να μην αποβεί καταστροφική για την οργάνωση. Μιας δομής, εντέλει, εμπνευσμένης από το βιβλικό: μη γνώττω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου. Όχι, παραδέχτηκε, δεν είναι προχειροδουλειά.

Στην κορυφή της ιεραρχίας ο ιδεολογικός καθοδηγητής –η λέξη εγκέφαλος ήταν εφεύρημα των δημοσιογράφων- θα επέλεγε τους στόχους και θα αιτιολογούσε τις επιλογές αυτές μέσω των προκηρύξεων, χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα για τις επιχειρήσεις σε εκτελεστικό επίπεδο. Αυτό θα ήταν υπόθεση των  εκτελεστών που ποτέ δεν θα ρωτούσαν: γιατί αυτόν κι όχι τον άλλο; Μα οι εκτελεστές δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν χωρίς την υποστήριξη των διαχειριστών που θα είχαν την ευθύνη για τον εξοπλισμό, την εκπαίδευση, το νοίκιασμα χώρων που ο κόσμος λέει γιάφκες. Οι υλικοτεχνικές υποδομές, τέλος, θα εξασφαλίζονταν από τους χορηγούς. Η όλη μαγκιά ήταν πως κάθε μια από τις παραπάνω ομάδες αγνοούσε παντελώς τη σύνθεση των υπολοίπων αφού ουδέποτε θα χρειαζόταν να έλθουν σε πρόσωπο με πρόσωπο επαφή. Οι διπλοί ρόλοι ήταν αυστηρά απαγορευμένοι. Κανένας εκτελεστής δεν θα μπορούσε να είναι ταυτόχρονα και διαχειριστής. Όσο λιγότερα ήξερε ο καθένας, τόσο το καλύτερο για την ασφάλεια όλων. Για τον διαχειριστή ήταν αδιάφορο αν τα χρήματα που έφταναν στα χέρια του και με τα οποία θα αγόραζε όπλα από τη μαύρη αγορά, θα εξαγόραζε τη συνεργασία πληρωμένων δολοφόνων ή θα πλήρωνε νοίκια προέρχονταν από χορηγίες εραστών του ταξικού αγώνα ή ήταν λεία ένοπλης ληστείας.

Είναι φανερό πως μια τέτοια δομή είχε απόλυτη ανάγκη από κάποια συγκολλητική ύλη ανάμεσα στις ξεκάθαρου ρόλου ανεξάρτητες ομάδες. Αυτός ο καθοριστικός ρόλος θα έπεφτε στους ώμους των «ενδιάμεσων» που θα γίνονταν έτσι η ραχοκοκαλιά της οργάνωσης. Ο ρόλος τους θα ήταν ρόλος-κλειδί: πολλαπλός και καθοριστικός. Οι ενδιάμεσοι ήταν εκείνοι που θα είχαν επαφή με τον εγκέφαλο προκειμένου να πάρουν το όνομα του στόχου, με τους εκτελεστές για να τους ενημερώσουν για την αποστολή, με τους διαχειριστές για να τους τροφοδοτήσουν με χρήματα και με τους χορηγούς για να εισπράξουν την οικονομική ενίσχυση. (Είναι αυτονόητο πως σε όλες αυτές τις επαφές  θα εφαρμόζονταν σχολαστικά όλοι οι συνωμοτικοί κανόνες και πως όλοι θα αναγνωρίζονταν μόνο με κωδικά ονόματα.) Οι ενδιάμεσοι θα ήταν εκείνοι που θα μεθόδευαν με χειρουργική ακρίβεια την επιχείρηση ως την τελευταία λεπτομέρεια παίρνοντας υπόψη τις ικανότητες και την εκπαίδευση των εκτελεστών και την επάρκεια της υλικοτεχνικής υποδομής.  Οι  ενδιάμεσοι ήταν εκείνοι που θα λειτουργούσαν ως «συνοδεία» κατά τη διάρκεια ενός χτυπήματος. Εκείνη την ώρα, που ο εκτελεστής θα ήταν εκτεθειμένος και άρα ευάλωτος μια και θα κουβαλούσε ενοχοποιητικά στοιχεία (ένα επώνυμο όπλο ή μια βόμβα), η «συνοδεία» θα επωμιζόταν την περιφρούρηση, θα αναλάμβανε να καθαρίζει το δρόμο προλαμβάνοντας το τυχαίο. Θα ήταν δική του η ευθύνη να ελέγχει από μακριά αν ο εκτελεστής παρακολουθείται, να προλαμβάνει την εμπλοκή με τον τυχαίο αλήτη που πήγαινε γυρεύοντας καυγά, να παρασύρει με αντιπερισπασμό την αστυνομική περίπολο που δεν της άρεσε η φάτσα του εκτελεστή και της κάπνισε να ζητήσει στοιχεία στο άσχετο, να εκτιμήσει τα δεδομένα και να τον ενημερώσει για πιθανή αναβολή του εγχειρήματος λόγω αλλαγής συνθηκών.
Οι ενδιάμεσοι θα ήξεραν πολλά και η σύλληψή τους  θα αποτελούσε τον μόνο σοβαρό κίνδυνο εξάρθρωσης της οργάνωσης.  Ένας τέτοιος κίνδυνος όμως ήταν πολύ μικρός  μια και θα φρόντιζαν να αυτοπροστατεύονται διατηρώντας ένα χαμηλό προφίλ, να μένουν απόλυτα καθαροί αποφεύγοντας να αναμιχθούν σε αξιόποινες πράξεις, να μην κουβαλούν ποτέ πάνω τους ενοχοποιητικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τους συνδέσουν με την οργάνωση… Αν θα υπήρχε λόγος να φέρουν όπλα, δεν θα ήταν ποτέ επώνυμα έτσι που, ακόμα κι αν συλλαμβάνονταν, το πολύ που θα μπορούσαν να τους προσάψουν είναι παράνομη οπλοκατοχή. Οι ενδιάμεσοι θα έπρεπε να είναι άτομα ευφυή και ενημερωμένα που θα μπορούσαν να υπερασπιστούν την “αθωότητά” τους μπροστά στις διωκτικές αρχές, που θα γνώριζαν τα δικαιώματά τους, που δεν θα μπορούσαν να πιεστούν αφού δεν θα υπήρχαν στοιχεία. Δύσκολα θα μπορούσαν να στοιχειοθετηθούν κατηγορίες εναντίον κάποιου ενδιάμεσου.
Ο Μιχαλιός είχε το ιδανικό προφίλ για το ρόλο του ενδιάμεσου. Είχε όμως ένα πολύ σοβαρό μειονέκτημα. Ο ενδιάμεσος έπρεπε, εκτός των άλλων, να είναι “άνθρωπος δίχως πρόσωπο”, τόσο κοινός που να είναι διάφανος και οι αυτόπτες μάρτυρες να τον ξεχνούν την επόμενη στιγμή. Ο Μιχαλιός μόνο απαρατήρητος δεν μπορούσε να περάσει. Όποιος διασταυρωνόταν μαζί του θα γύριζε οπωσδήποτε να τον κοιτάξει μια δεύτερη φορά και σίγουρα δεν θα τον ξεχνούσε αν τον ξανάβλεπε ή του τον υποδείκνυαν σε μια πιθανή ανάκριση. Όχι, δεν έκανε για ενδιάμεσος. Η πρόταση ήταν για το ανώτατο κλιμάκιο στο πλευρό του καθοδηγητή επιφορτισμένος με την συγγραφή των προκηρύξεων. Είχε δείξει το ταλέντο του στις καταλήψεις του Πολυτεχνείου και της Νομικής επινοώντας ευφάνταστα συνθήματα και  γράφοντας εμπνευσμένα κείμενα που εκφωνούνταν από τον παράνομο ραδιοσταθμό των φοιτητών.
Ζήτησε κάποιο χρονικό περιθώριο να σκεφτεί την πρόταση. Ήταν ένα σημείο καμπής για τη ζωή του με μια ιδιαίτερη σημειολογία: δυο χρόνια πριν είχε απορρίψει την πρόταση από το Πρίνστον να γίνει θεωρητικός της Φυσικής. Τώρα του δινόταν η ευκαιρία να γίνει θεωρητικός της οργάνωσης. Τότε δεν θέλησε να υπηρετήσει το Σύστημα, τώρα του δινόταν η ευκαιρία να μπει στον ένοπλο αγώνα ενάντια στο Σύστημα. Θα ήταν μια δικαίωση. Αλλά… Υπήρχε ένα αγκάθι. Τον στοίχειωνε εκείνη η συνέντευξη της Ίρμγκαρντ Μέλερ, στελέχους της RAF, που έβγαζε με τον πιο ωμό τρόπο στην επιφάνεια τη μία και μοναδική αναστολή που τον βασάνιζε. Η Μέλερ είχε συλληφθεί και είχε καταδικαστεί σε μακροχρόνια κάθειρξη για τη βομβιστική επίθεση του ’72 ενάντια στην αμερικανική βάση της Χαϊδελβέργης απ’ όπου περνούσαν οι διαταγές να σηκωθούν τα Β-52 να βομβαρδίσουν στόχους στο Βιετνάμ. Ο δημοσιογράφος που τη συνάντησε στις φυλακές υψίστης ασφαλείας την είχε ρωτήσει:
-Πέθαναν άνθρωποι σ’ εκείνη την επιχείρηση;
Η απάντηση δόθηκε κοφτή και στεγνή από συναίσθημα.
-Ναι… τρεις Αμερικανοί στρατιώτες που δούλευαν στο σημείο.
-Είχατε τύψεις όταν το μάθατε;
Κανένας μυς του προσώπου δεν συσπάστηκε, η φωνή εξακολούθησε να είναι ψυχρή και αποφασιστική μόνο που μεσολάβησε ένα ελάχιστο διάστημα σιγής.
-Σκέφτηκα κυρίως τους βομβαρδισμούς που αποτρέψαμε και τους ανθρώπους που θα χάνονταν στους βομβαρδισμούς αυτούς.

 

Ο Μιχαλιός δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει έτσι. Ήταν απαραβίαστο αξίωμα της κοσμοθεωρίας του πως η ανθρώπινη ζωή είναι μοναδική και είναι σκέτος αμοραλισμός να μπαίνει σε συμψηφισμό. Η έννοια παράπλευρη απώλεια μόνο αποτροπιασμό του γεννούσε.  Η ηγεσία της οργάνωσης, βέβαια, είχε δεσμευτεί πως δεν θα την πληρώσουν αθώοι -δεν είναι τυχαίο που στην πρώτη προκήρυξη υπερτονιζόταν η πρόνοια που έλαβε η οργάνωση να προστατέψει τη σύζυγο και τον σωφέρ του Ριτσαρντ Γουέλς, όσο κι αν αυτό είχε δυσκολέψει την επιχείρηση-  μα για κάτι τέτοιο δεν είναι πάντα αρκετές  οι καλές προθέσεις. Δεν ήταν στο χέρι τους να του δώσουν εγγυήσεις πως δεν θα υπήρχαν ατυχήματα στο μέλλον ούτε και είχε νόημα να τις απαιτήσει.

Συνεχίζεται… 
Advertisements