γραφει ο αρισταρχος

gaiganasΟ γκαϊγκανάς είναι ταχυφαγητό με αβγά φερμένο από τις χαμένες πατρίδες της Μικράς Ασίας. Έχει αρκετές εκδοχές στο μαγείρεμα με δύο κυρίαρχες. Την Ναουσαίικη με αλεύρι και τυρί και την Σερραίικη με γιαούρτι. Σαν Σερραίος θα σας πω την δική μου συνταγή που την είχαμε μαζί με τον τραχανά τα καλύτερα ταχυφαγητά.

Σ’ ένα κεσεδάκι γιαούρτι βάζεις αλάτι και σκόρδο και το χτυπάς να ομογενοποιηθεί. Τηγανίζεις δύο αβγά μάτια και τ’ απλώνεις αρχοντικά πάνω στο γιαούρτι. Στο τηγάνι με το υπόλοιπο του λαδιού ζεματάς λίγο κόκκινο πιπέρι καυτό ή γλυκό ανάλογα με τα γούστα και αφού το φέρεις κανά δυό τρεις βόλτες το περιχύνεις πάνω στ’ αβγά.

Οπτικά είναι χάρμα οφθαλμών. Γευστικά είναι για να σου πρήζονται οι αδένες. Ο συνδυασμός γεύσεων αβγού, πιπεριού και σκόρδου κάτω από την καταλυτική ουδετεροποίηση του γιαουρτιού σου περνούν στον λαιμό το πιο νόστιμο και υγιεινό φαγητό της στιγμής ή για να μιλάμε με όρους του του 2013 το τέλειο fast food.

Σήμα κατατεθέν των παλιών Σερραίων. Δεν ξέρω αν ισχύει και σήμερα γιατί εγκατέλειψα την μήτρα που με γέννησε κοντά στα 1962 πλανεμένος από την πάντα θηλυκιά Θεσσαλονίκη. Δεν είναι δα και τίποτε το εξαιρετικό, μόνο ογδόντα χιλιόμετρα. Που όμως, είναι ικανά να σε αποξενώσουν. Κάτι να πούμε σαν Αθήνα-Χαλκίδα.

Το δεύτερο κατατεθέν σήμα της πόλης των Σερρών ήταν και είναι ο ακανές με νερό του Λαϊλιά. Κάτι σαν λουκούμι με φρέσκο βούτυρο που το κάνει να μοσχοβολάει. Αν πας κατά τα Σέρρας(λεκτικά επιτρεπτή η φράση μόνο για τους γνήσιους Σερραίους. Για τους υπόλοιπους στις Σέρρες)και δεν τον γευτείς είναι σαν να πήγες στη Βέροια και δεν έφαγες ραβανί Κοχλίορουμ.

Συνηθίζαμε να αποκαλούμε τον διπλανό, τον φίλο, τον συνομιλητή με αυτές τις δύο λέξεις χωρίς αυτό να αποτελεί ύβρη ή κάποιο ειδικό παρατσούκλι. Αντί να τον μιλάς με το όνομά του τον αποκαλούσες γκαϊγκανά ή ακανέ και μάλλον είχε χαϊδευτικό τρόπο πρόσκλησης. Και πάντως, καμιά σχέση με το σημερινό μαλάκα που η λέξη τότε σήκωνε μαχαιρώματα.

Βρέθηκα σε μια συζήτηση με παλιούς Σερραίους και με θέμα, τι άλλο, πολιτικά. Ύστερα από διάφορες προσεγγίσεις στο πολιτικοοικονομικό γίγνεσθαι πετάχτηκε ένας με την χαρακτηριστική βαριά προφορά και καθάρισε τη συζήτησε με μια απλή ντόπια φράση “Αβέ, αν ζούσε ο Γκαϊγκανάς καμιά σπούζα δεν θάβλεπε αρχηγηλίκ’ 

Σας μπέρδεψα, έ; Το αβέ είναι έκφραση Βουλγάρικη που την ξεσηκώσαμε οι Σερραίοι από αυτούς και ευτυχώς κόπηκε από την νέα γενιά. Έχει την  κακόηχη έννοια του “ρε συ”. Το τι ξύλο έφαγα για να το κόψω δεν λέγεται. Με την λέξη Γκαϊγκανάς εννοούσε τον Κων/νο Καραμανλή τον παππού. Και η λέξη σπούζα σημαίνει την σκόνη, τα τρίματα από το κάρβουνο που όταν λεγόταν για άνθρωπο εννοούσε τον άχρηστο, τον τιποτένιο.

Μετάφραση: Αν ζούσε ο Καραμανλής, δεν θάβλεπες άχρηστους στην εξουσία.

Υπερβολή θα μου πεις. Ναι δεν λέω αλλά σάμπως όλα αυτά που ζούμε δεν είναι μια τεράστια υπερβολή. Όλα δυστυχώς πέρασαν στη χώρα του υπερθετικού και έγιναν μεγάλα μαζί με τα προβλήματά μας. Κι αν περιμένεις να σωθείς από την σπούζα φοβάμαι πως μάταια θα προσπαθείς να ζεστάνεις τη… σόμπα σου.

 ΥΓ. Ερώτηση κρίσεως. μετά από όσα διαβάσατε μπορείτε να βρείτε με πόσα αβγά γίνεται ο γκαϊγκανάς;

Advertisements