γραφει Ρένα Ραψομανίκη

fuga30Με τη μεταπολίτευση άρχισε αθρόα η επιστροφή φοιτητών που, φορτωμένοι αντιστασιακές περγαμηνές και στεφανωμένοι με το φωτοστέφανο του ήρωα, έρχονταν να ολοκληρώσουν τις σπουδές που είχαν διακόψει βίαια λόγω  αντιδικτατορικής δράσης. Κάποιοι είχαν στρατευτεί πρόωρα, κάποιοι κρύβονταν ως παράνομοι, κάποιοι είχαν περάσει μεγάλο διάστημα στα κρατητήρια… Το  διδακτικό προσωπικό – στο οποίο ανήκα πια κι εγώ- τους αντιμετώπιζε με ολοφάνερη συμπάθεια. Περίμενα να σε δω να εμφανίζεσαι από μέρα σε μέρα με κρυφή χαρά που την νόθευε μια ανομολόγητη αγωνία: πώς έπρεπε να διαχειριστώ την κωμικοτραγική εξέλιξη να έχω κάποια εξουσία πάνω σου; Τι ανατροπή κι αυτή! Να είμαι εγώ υπεύθυνη για την αξιολόγηση και τη βαθμολόγησή σου!
Εσύ φυσικά δεν εμφανίστηκες ποτέ και ήταν, πίστεψέ με, μια ανακούφιση που είχα  απαλλαγεί  από μια τόσο ανορθόδοξη εξέλιξη. Από  την άλλη όμως τίναζε στον αέρα την ομορφοστημένη θεωρία μου. Άσε που δεν είδα ποτέ το όνομά σου να φιγουράρει στις λίστες των αντιστασιακών ούτε πήρα είδηση κάποια συνέντευξή σου από κείνες που αφθονούσαν στον τύπο. Αν δεν ήσουν στην αντίσταση, τότε που στην ευχή ήσουν κρυμμένος; Μάταια προσπαθούσα να βρω μια ευλογοφανή εξήγηση.
Αυτή η δεύτερη “εξαφάνιση” ήταν περισσότερο μυστηριώδης από την πρώτη καθώς το πέπλο μυστηρίου που την κάλυπτε δεν άφηνε ρωγμές. Θέλοντας και μη αναγκάστηκα να παραδεχτώ πως είχα κάνει λάθος και πως δεν ήταν η αντιστασιακή σου δράση η αιτία που σε απόκοψε από τις σπουδές σου. Όχι για πολύ όμως…

Ήταν παραμονές Χριστουγέννων του ’75  όταν κάποια, αυτοαποκαλούμενη επαναστατική οργάνωση, που είχε το όνομα μιας ημερομηνίας, ανέλαβε την ευθύνη της δολοφονίας του σταθμάρχη της CIA στην Αθήνα Ρίτσαρντ Γουέλς. Οι δημοσιογράφοι έκαναν λόγο για ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ πρακτόρων και  υποτίμησαν την εκδοχή της τρομοκρατίας. Τρομοκρατία στην Ελλάδα και μάλιστα σε μια εποχή που το αντάρτικο πόλεων στην Ευρώπη είχε οριστικά εξαρθρωθεί; Απίθανο! Χρειάστηκε να περάσει ένας χρόνος, να μεσολαβήσει η εκτέλεση του αρχιβασανιστή της χούντας Ευάγγελου Μάλλιου, να φτάσει -μέσωLiberation- η προκήρυξη της οργάνωσης στον ελληνικό τύπο για να ερεθιστεί η περιέργεια της κοινής γνώμης, πως εδώ κάτι τρέχει και να γίνει διαφορετική ανάγνωση των γεγονότων.
Η ιδέα μου ήρθε φλασιά διαβάζοντας  αυτήν ακριβώς την προκήρυξη. Υπήρχε κάτι που θύμιζε έντονα δικά σου κείμενα, υπήρχαν λέξεις-κλειδιά που η επανάληψή τους απέκλειε τη σύμπτωση, έβλεπα ξεκάθαρα την υπογραφή σου πίσω από τις λέξεις. Για να καταλάβεις για τι πράγμα μιλάω θα πρέπει να σου περιγράψω την ιδιαίτερη  εκπαίδευση που είχα πάρει στη δημιουργική ανάγνωση κειμένων. Η μάνα μου –μια σπουδαία φιλόλογος– πίστευε ακράδαντα πως  ήμουν προικισμένη με ταλέντο για τις θεωρητικές επιστήμες και δεν έπαψε να ελπίζει πως θ’ αλλάξω ρότα  και θα γυρίσω την πλάτη στις θετικές όσο ήταν καιρός ακόμα. Είχε βαλθεί λοιπόν από πολύ νωρίς να με μάθει –σαν παιχνίδι- να αναγνωρίζω το στιλ των συγγραφέων. Κάθε κείμενο κρύβει μέσα του την ταυτότητα του συγγραφέα. Αν  ξέρεις την τεχνική, εύκολα ανακαλύπτεις εννοιολογικά και υφολογικά χαρακτηριστικά  και μπορείς να το ταυτοποιήσεις με ασφάλεια.
Είχα γίνει πολύ καλή σ’ αυτό. Ακόμα και τώρα, που η μάνα μου είναι υπερήλικη κι εγώ μεσήλικη, κάθε φορά που την επισκέπτομαι στο νησί, με περιμένει με μια στοίβα κείμενα, που έχει προσεκτικά ξεδιαλέξει,  και με προκαλεί να παίξουμε. Κι εγώ, που ξέρω πόσο της αρέσει (αλλά για να λέμε την αλήθεια άλλο τόσο μου αρέσει κι εμένα), δεν της χαλάω χατίρι και κάθε φορά αποδεικνύεται πως εξακολουθώ να είμαι σε φόρμα. Εκείνη  κουνάει το κεφάλι και μονολογεί  “Χαραμίστηκες! Θα είχες διαπρέψει ως φιλόλογος.” “Μαμά”, διαμαρτύρομαι μαλακά, «καθηγήτρια Πανεπιστημίου είμαι! Τι περισσότερο ήθελες να είχα κάνει;” “ Ν’ ακούς τι σου λέω εγώ”, παίρνει το αυταρχικό της, “κάτι περισσότερο ξέρω…”  Καμιά φορά με εκνευρίζει κι άλλοτε με προβληματίζει: λες να ’χει δίκιο; Λες η επαγγελματική μου ζωή να ήταν ένα λάθος; Κι έχω κι εσένα από πάνω να μου λες πως δεν έζησα! Μήπως συνωμοτήσατε  να γκρεμίσετε την αυτοεκτίμησή μου στα τάρταρα;
Παρασύρθηκα…  Εκείνο που ήθελα να πω είναι πως το χούι που αποκτάς σε τόσο τρυφερές ηλικίες δεν λέει να σε αφήσει. Στο σχολείο και στο φροντιστήριο οι καθηγητές συνήθιζαν να διαβάζουν δειγματολογικά  και ανώνυμα τις εκθέσεις κάποιων μαθητών. Η ανωνυμία, φαντάζομαι, εξασφάλιζε πως η κριτική που θα ακολουθούσε θα γινόταν αντικειμενικά και όχι σε προσωπικό επίπεδο. Για μένα όμως ήταν παραβίαση ανοικτών θυρών, αφού μετά την πρώτη παράγραφο είχα  αναγνωρίσει την υπογραφή του συντάκτη. Για τις δικές σου εκθέσεις η πρώτη παράγραφος ήταν περιττή σπατάλη. Σε είχα  συλλάβει από την εναρκτήρια φράση. Τα κείμενά σου είχαν μια ωριμότητα και μια ιδιαιτερότητα που δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη και δεν θα μπορούσε εύκολα να ξεχαστεί. Η προκήρυξη της επαναστατικής οργάνωσης –ασυνείδητα δεν την ξαναείπα τρομοκρατική– είχε τη σφραγίδα σου. Το  πάζλ, από το οποίο έλειπε ένα μόνο κομμάτι, είχε μόλις κλείσει. Τα υπόλοιπα προέκυπταν με απλές συνεπαγωγές.
Τρομοκρατία, λοιπόν! Πώς δεν το είχα σκεφτεί νωρίτερα; Ποιοι εντάχθηκαν στο χώρο της; Αντιστασιακοί που θεώρησαν ότι η μεταπολίτευση, επαναφέροντας στην εξουσία τα ίδια φθαρμένα πρόσωπα της προδικτατορικής περιόδου, πρόδωσε τα ιδανικά του αγώνα τους. Ιδεολόγοι που είχαν βάσιμες υποψίες πως καμία κάθαρση δεν θα επακολουθούσε, ότι οι βασανιστές τους και βιαστές του λαού –φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί– θα έμεναν ατιμώρητοι. Ομοϊδεάτες που αποφάσισαν να αναλάβουν δράση αφήνοντας κατά μέρος τον βερμπαλισμό και τα τσιτάτα, τις επουσιώδεις διαφωνίες περί στρατηγικής, το  ατέλειωτο  αναμάσημα ιδεολογικών διαφορών… Αυτοί  ήταν που αποφάσισαν να πάρουν το νόμο στα χέρια τους, υποκαθιστώντας τη δικαιοσύνη και κάνοντας προσωπική τους υπόθεση την κάθαρση. Αυτό το προφίλ ταίριαζε γάντι στην ιδιοσυγκρασία σου. 
Εντελώς απροσδόκητα οι δραστηριότητες της οργάνωσης απόκτησαν  για μένα ειδικό ενδιαφέρον. Δεν ήταν πια μια απρόσωπη ομάδα. Μέσα ήταν κάποιος που η τύχη του –το λιγότερο- δεν μου ήταν αδιάφορη. Έκανα ερασιτεχνικές δημοσκοπήσεις ανάμεσα στους γνωστούς μου –αδιάφορα τάχα και εντελώς ενημερωτικά- προσπαθώντας να διερευνήσω τις διαθέσεις της κοινής γνώμης απέναντι στο φαινόμενο. Η γενική αίσθηση ήταν πως ο μέσος πολίτης, χωρίς να τολμάει να διατυπώσει δημόσια τη σκέψη του, συντασσόταν με τις ενέργειές της. Διαπίστωνα πως οι περισσότεροι έτρεφαν μια ανομολόγητη συμπάθεια και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τολμούσαν να δηλώσουν πως, κάτω από προϋποθέσεις, δεν θα δίσταζαν να δώσουν άσυλο σε κάποιον παράνομο για ένα βράδυ. Κι είναι πέρα για πέρα εξακριβωμένο  πως δεν κινδυνεύατε εσύ και οι σύντροφοί σου να συλληφθείτε με τον τρόπο που συνελήφθη η Ουλρίκε Μάινχοφ κοντά στο Ανόβερο. Γιατί κανένας Έλληνας δεν επρόκειτο να μιμηθεί τον Γερμανό δάσκαλο που έσπευσε να πληροφορήσει τις αρχές πως υποψιάζεται τους νέους ενοικιαστές του για μέλη της RAF. Κανένας  Έλληνας πολίτης δεν θα δεχόταν να βάλει στο αυτοκίνητό του αυτοκόλλητο που να δηλώνει πως δεν είναι μέλος της 17Ν προκειμένου να διευκολύνει τις έρευνες. Διαφορετικοί λαοί, διαφορετικές νοοτροπίες, διαφορετικές συνθήκες.
Συγκέντρωνα συστηματικά κάθε πληροφορία που έβλεπε το φως της δημοσιότητας και οργάνωνα το προσωπικό μου αρχείο που όλο και φούσκωνε γιατί τα χρόνια κυλούσαν, οι επιχειρήσεις συνεχίζονταν και η οργάνωση-φάντασμα εξακολουθούσε να μένει ασύλληπτη. Κι αυτό κόντρα στη γενική πεποίθηση πως μια εξάρθρωση δεν ήταν μακριά κρίνοντας από την μοίρα του αντάρτικου πόλεων σε Γερμανία και Ιταλία.   

Όταν, Μάρτης του ’92 ήταν,  παρουσιάστηκε η χρυσή ευκαιρία για την Ελληνική Αστυνομία, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έδωσαν στην υπόθεση διαστάσεις αστυνομικού μυθιστορήματος με κάποια ροζ απόχρωση. Η αινιγματική γυναίκα που έδωσε πληροφορίες στις αρχές, η παρακολούθηση, η καταδίωξη στα στενά των Αμπελοκήπων, η ανακάλυψη του πιστολιού και της περούκας στο εγκαταλειμμένο κίτρινο φορτηγάκι… Τελικά η υπόθεση ξεφούσκωσε, εξελίχθηκε σε παρωδία κι έμεινε στη συλλογική μνήμη ως το φιάσκο της Λουίζης Ριανκούρ. Τα έντυπα κουτσομπολιά δεν έπαυαν να εστιάζουν στη γυναίκα που είχε προδώσει από ερωτική αντιζηλία. Κάτι μου έλεγε πως μπορεί να ήσουν άμεσα αναμεμιγμένος. Απ’ όσο θυμάμαι την είχες την ικανότητα να δημιουργείς ερωτικά πάθη. Ο Υπουργός δημόσιας τάξης, ωστόσο, εξακολουθούσε να  διαβεβαιώνει πως “τους ακουμπάμε” και τότε για πρώτη φορά φοβήθηκα πως από ώρα σε ώρα θα έβλεπα τη φωτογραφία σου να φιγουράρει στις εφημερίδες. Μπα!
Πριν περάσουν λίγοι μήνες, όμως, κάτι άλλαξε. Τον Ιούλιο, η αποτυχημένη απόπειρα στην πλατεία Συντάγματος με στόχο τον Παλαιοκρασσά  είχε για πρώτη φορά άσχετους αθώους ως θύματα· ένας μάλιστα, ο Θάνος Αξαρλιάν, τραυματίστηκε θανάσιμα. Η προκήρυξη –προφανώς γραμμένη εκ των προτέρων– δεν περιείχε εκπλήξεις. Πανομοιότυπη  στο στιλ με τις προηγούμενες είχε στο επίκεντρο την κριτική της οικονομικής πολιτικής (γι αυτό άλλωστε στόχος ήταν ο Υπουργός Οικονομικών.) Λίγες μέρες μετά όμως ακολούθησαν τρεις διαδοχικές προκηρύξεις όπου η οργάνωση προσπαθούσε να αποσείσει την ευθύνη για το θάνατο του Αξαρλιάν και να την φορτώσει στην Αστυνομία που ολιγώρησε εσκεμμένα να του προσφέρει ιατρική περίθαλψη καθώς το ασθενοφόρο καθυστέρησε αξιοσημείωτα να φτάσει στο χώρο του συμβάντος. Η πρακτική των αλλεπάλληλων προκηρύξεων δεν ήταν συνηθισμένη –θα μπορούσε όμως να δικαιολογηθεί από την συγκυρία. Υπήρχε όμως και άλλη αλλαγή: τότε ακριβώς ήταν που εγκαταλείφθηκε η ιστορική γραφομηχανή και το κείμενο πληκτρολογήθηκε σε υπολογιστή. Δεν ήταν λίγοι οι αναλυτές που υποψιάστηκαν πως τα κείμενα είναι πλαστά μα η πραγματογνωμοσύνη επιβεβαίωσε τη γνησιότητά τους. 

Μόνο εγώ υποψιάστηκα την αλήθεια. Τα κείμενα δεν ήταν πια δικά σου. Κάποιος άλλος είχε αναλάβει να απολογηθεί. Εσύ είχες αποχωρήσει. Είχες διαφωνήσει άραγε; Είχες διαχωρίσει τη θέση σου; Σε είχε ταρακουνήσει ο θάνατος ενός αθώου; Και πώς σου επέτρεψε η οργάνωση να ξεγλιστρήσεις; Μήπως ήσουν πια κυνηγημένος από τους ίδιους τους συντρόφους σου; Έγραφα και μουτζούρωνα το ένα σενάριο μετά το άλλο καθώς γίνονταν ορατά τα αδύνατα σημεία της θεωρίας μου. Οι υποψίες μου, όμως, ισχυροποιήθηκαν όταν τον Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς το “Ποντίκι” έλαβε και δημοσίευσε  ένα μανιφέστο της οργάνωσης. Τι νόημα είχε ένα καινούργιο μανιφέστο για μια οργάνωση που δρούσε χρόνια; Οι αναλυτές δεν πολυνοιάστηκαν, μα για μένα η μόνη εξήγηση δεν θα μπορούσε να είναι άλλη παρά μόνο πως ο θεωρητικός της οργάνωσης είχε αλλάξει και ήταν λογικό να θέλει να  δώσει το δικό του ιδεολογικό στίγμα, να βάλει τη δική του σφραγίδα και υπογραφή. Στα εφτά χρόνια που πέρασαν από τότε η οργάνωση, παρόλο που έχει μείνει ασύλληπτη, έχει χάσει την αίγλη των πρώτων χρόνων και φυσικά έχει χάσει το ξεχωριστό ενδιαφέρον που είχε για μένα. 

Αν όλα αυτά δεν είναι  παρά αποκυήματα μιας υπερτροφικής φαντασίας κι αν υπάρχει ίχνος αλήθειας στο κατασκεύασμά μου, τότε πρέπει να σκεφτώ σοβαρά την προτροπή σου και να εκμεταλλευτώ την ιδιότητα της διαμεσότητας που φαίνεται πως διαθέτω. Ίσως ν’ ανοίξω το δικό μου μαγαζί και ν’ αναρτήσω ταμπέλα: μέντιουμ Αίγλη (άρτι ανανήψασα από τη μόλυνση των θετικών επιστημών).  
Ειλικρινά δική σου

 

Αίγλη
Συνεχίζεται…
Advertisements