γραφει  ο αρισταρχος

oilΠριν χρόνια στην εποχή του ΠΑΣΟΚ του ενενήντα μπορούσες να ηλεκτροδοτήσεις τα αυθαίρετα με μια μόνο βεβαίωση ότι κάποιο μέλος της οικογένειάς σου είχε κάποιο ανήκεστο πρόβλημα υγείας. Κάτοχος, σαν πιστός και γνήσιος Έλληνας, ενός αυθαιρέτου και… Να μα την αλήθεια δεν το είχα σκοπό να χτίσω, άλλωστε δεν έφταναν και τα οικονομικά μου. Αλλά έπεσε το μάτι μου σε μια γελοιογραφία του ΚΥΡ. Ήταν λέει μια περιοχή γεμάτη αυθαίρετα και στη μέση ένα άχτιστο οικόπεδο με κάποιον να κάθεται οκλαδόν. Με το χέρι στήριζε το κεφάλι και μονολογούσε, ξέρετε δα εκείνα τα ανθρωπάκια του Κυριακόπουλου… “όλοι γύρω έχτισαν αυθαίρετα. Εγώ είμαι καθ’ όλα νομοταγής… ρε μπας και είμαι μαλκας;” Ήταν το έναυσμα γιατί προφανώς δεν ξέρετε κανένα που να θεωρεί τον εαυτό του τέτοιον όταν βρίσκεται σε ηρεμία.

Έβαλα κάτω τα πενιχρά μου οικονομικά και τα γερά μου μπράτσα και την… τεχνική μου. Την ποια; Καλά καλά, πιάνουν τα χέρια μου αλλά από τεχνική απλά ήθελα λίγο σπρώξιμο. Αποδείχτηκα μεγάλο ταλέντο αφού το 90% του αυθαιρέτου τόχτισα μόνος! Μη γελάτε, δεν διεκδικώ τα πρωτεία ούτε από τον Ικτίνο αλλά ούτε και από τον Καλλικράτη. Τόχτισα όμως, πιστέψτε με, πολύ καλύτερα από κάτι “μαστόρια” αυθαιρέτων που τ’ αρπάζουν χοντρά και τα “ξέρουν ” όλα από τα θεμέλια μέχρι τα κεραμίδια, όλα στην συσκευασία του ενός. Και ύστερα αναρωτιέσαι αν είναι στραβό το σπίτι ή το κοιτάζεις εσύ στραβά.

Δυό δωμάτια και μια κουζινούλα με σαλονάκι συν μια τουαλετίτσα. Καλά μην τρελαινόμαστε κιόλας ένα εξοχικάκι ήταν, δεν θα είχε το σοφίτσα του. Να λοιπόν και μια σοφίτα από τον αυτοδίδακτο ή όπως με αποκαλεί ο κολλητός μου ο pioneer! Άμα θέλει ο άνθρωπος καταφέρνει τα πάντα, και το λέω μετά λόγου γνώσεως. Στον μάστορα δεν πληρώνεις την ομορφιά του αλλά την άγνοιά σου, κι αυτή η ριμάδα… σκοτώνει. Μάθε και χρημάτων λάθε!(δικό μου, όχι κλεμμένο ή κατά πως έλεγε ο Θανάσης Βέγγος «Θρσύβουλας!»)

Λοιπόν, πού μείναμε… ά ναί! Ήρθε η ώρα για να σταματήσω γεννήτριες, κεριά και πάγους και να φέρω τον πολιτισμό στο φτωχό/αυθαίρετό μου. Κάποια χαρτιά από δω και από κει και σφραγίδα ”εγκρίνεται” από την πολεοδομία. Γιατί; Χωρίς ουσιαστικό έλεγχο μπήκε στη μέση έτσι απλά γιατί σχετίζεται με το υποκείμενο. Μάζεψα λοιπόν χαρτιά και πόδια και εισέβαλα στο κατώφλι της ακριβής αυτής κυρίας, της Πολεοδομίας. Ρωτώντας που λένε πας στην πόλη. Έτσι κι εγώ στάθηκα σε μια κλειστή πόρτα  στο ισόγειο. Μάζεψα από την αποθήκη του θάρρους μου ότι απόθεμα υπήρχε και χτύπησα δειλά. Αφουγκράστηκα αλλά από μέσα άκρα του τάφου σιωπή. Ξαναχτύπησα, αυτή την φορά πιο ζωηρά αλλά πάλι τίποτα. Έσπρωξα ,με δύναμη για να βρεθώ σε ένα τεράστιο ψηλοτάβανο και ξεχασμένο σε σκόνες και αράχνες άβαφο από την μέρα κατασκευής του δωμάτιο. Μέσα υπήρχαν δύο γραφεία αντικριστά και από πίσω τους δυό άτομα κοντά στα σαράντα. Στα δεξιά μπαίνοντας υπήρχε ένα παλαιολιθικό ερμάριο. Τίποτε άλλο. Μου θύμησε Τούρκικο Αστυνομικό τμήμα από την ταινία το Εξπρές του μεσονυκτίου Η ψύχρα του δωματίου σε προδιαθέτει για μια απόλυτα ψυχρή συνδιαλλαγή Δημοσίου-Πολίτη. Οι μαύρες μανσέττες έλειπαν. Απευθύνθηκα με ένα ελαφρό βήξιμο στον πιο κοντινό

-Χμ, κύριε… με συγχωρείτε…

Αμφιβάλλω αν πρόσεξε την παρουσία μου, έτσι δηλαδή νόμισα, γιατί την παρουσία μου την αντελήφθη από το πρώτο χτύπημα της πόρτας. Πελάτης γαρ! Δεν σήκωσε όμως καν το κεφάλι του. Μέσα στο αιώνιο παιχνίδι της εξουσίας απέναντι στον ταλαίπωρο που απλά βράζει από μέσα του χωρίς… ατμούς.

-Συγνώμη… να σας ρωτήσω…

-Μπορείς να περιμένεις λίγο. Απότομος και ξερός. Έτσι, για να μου κλέψει κάθε ίχνος τσαμπουκά και θάρρους που θα μπορούσε να με φέρει νικητή στα σημεία.

Κάθε άνθρωπος με την γέννα του παίρνει όλα τα κοινά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φυλής. Ηρεμία, αγριάδα, αγάπη, μίσος, λογική, τρέλα. Ποιό θα βγει προς τα έξω εξαρτάται από τις επικρατούσες συνθήκες και από την μενταλιτέ του ανθρώπου. Κατά κανόνα είμαι ήρεμος αλλά αν φουσκώσουν τα πανιά φοβάμαι για τις αρτηρίες μου μήπως και δεν αντέξουν σε πολλά PSI. Βλέπετε το λάθος στην κατασκευή του ανθρώπου; Πού είναι η ανακουφιστική βαλβίδα ν’ ανοίξει και να εκτονωθεί όλο το υδραυλικό σύστημα; Απών, απλά δεν υπάρχει. Αν όμως είσαι έξυπνος, τρέχεις στην πιο κοντινή τουαλέτα και χώνεις την υπέρθερμη γκλάβα σου κάτω από το δροσερό νερό πριν εκραγεί και νταμπλαδιαστείς και στραβώσει το στόμα σου. Η ανακουφιστική λοιπόν χειροκίνητη κι εγώ άρχισα να ψάχνω κατά που πέφτει η… ύδρευση. Τόνιωθα πως από το βάθος ερχόταν φουρτούνα και άρχισα να φοβάμαι πως εκτός από την δουλειά που δεν θα τελείωνε θα πάθαινα και ζημιά. Και οι λύσεις όχι πολλές.Ξυλάρμενο ή ανακωχή με την σκότα στην θέση της. Αλλά είτε έτσι είτε αλλιώς η ζημιά, ζημιά.

Ήρεμα Αρίσταρχε, η ηρεμία προτέρημα των γιγάντων που έχουν εμπιστοσύνη στα μπράτσα τους. Αλλά εγώ τίποτε παραπάνω από έναν κοινό Έλληνα του ένα και ογδόντα με ξανθά άφθονα μαλλιά και περιπλανώμενα γαλάζια μάτια. Ένας απλός Έλληνας πολίτης αντιμέτωπος με μια υπηρεσία με όχι και πολύ καλά λόγια για το άτομό της ακόμη και από υπουργικά χείλη.

Μετά από μια υπομονή σιωπής περίπου δέκα πραγματικών λεπτών, γιατί τα αναφερόμενα στα νεύρα μου μετρούσαν αιώνες, ο εν λόγω υπάλληλος χωρίς να σηκώσει το κεφάλι άπλωσε το χέρι και πήρε από το χέρι μου τον φάκελο με τα χαρτιά. Τον έβαλε πάνω στο γραφείο και έβαλε από πάνω ανοιχτή την παλάμη του σαν να τον μούντζωνε. Ύστερα γύρισε στον συνάδελφό του και άρχισε να του αναπτύσσει μια θεωρία περί της μη δίκαιης ανταπόκρισης της δουλειάς που έκανε με την αμοιβή που έπαιρνε. Και έπρεπε να εξυπηρετεί και τους πολίτες που είναι αγνώμονες και δεν ενδιαφέρονται για τον εργαζόμενο και κάτι τέτοια… μπαρδάκια, με το συμπάθιο. Ο άλλος πετούσε μισοχαμογελώντας κάτι”ναι” και κάτι “έτσι είναι” μέχρι που έφυγε έξω από το δωμάτιο και μείναμε οι τρεις μας. Αυτός, εγώ και η αιτία της συνάντησης, ο φάκελος..

Έριξε αυτός, ο υπάλληλος, μια επιπόλαιη ματιά στα χαρτιά και ύστερα έκλεισε τον φάκελο πετώντας το επιδεικτικά πάνω στο γραφείο με επίλογο  “… τώρα εγώ πώς να το χαρακτηρίσω, μονοκατοικία ή διώροφο και να σου βάλω δυο ρολόγια ” Απάντησα αυθόρμητα “Μα το σπίτι είναι ένα και ενιαίο με το ισόγειο καΙ την σοφίτα. Τί δυο ρολόγια και κουραφέξαλα;” Μάλλον δεν άκουσε τίποτε γιατί ήταν ήδη έξω από το γραφείο. Έμεινα μόνος μέσα στο μεγάλο δωμάτιο παρέα με ένα μεταλλικό γραφείο και ένα ανοιχτό συρτάρι που τ’ άφησε επίτηδες έτσι ο υπάλληλος πριν βγει προφανώς για να αναρωτηθώ το γιατί και ύστερα το πόσα.

Τόβλεπα που έχασκε έτσι ανοιχτό κα τεράστιοι… Πω πω ρε γμτο, αυτός μάλλον θέλει λάδωμα κι εγώ δεν ξέρω από αυτά. Τώρα τι να κάνω; Πόσο λάδωμα χρειάζεται αυτή η διαολοέγκριση; Χίλια, δυό χιλιάδες, πέντε, δέκα;(εννοείται δραχμές). Να βάλω πέντε χιλιάρικα ή λιγότερα; Κι αν του φανούν λίγα κι αρχίσει να φωνάζει ότι αποπειράθηκα να τον λαδώσω; Κι αν είναι πολλά και γελοιοποιηθώ στο εγώ μου; Μ’ έπιασε απελπισία. Πολλές φορές θαρρείς και κάποιος Θεός παρακολουθεί την ταλαίπωρη κατάσταση που μας κάνει θρύμματα και αποφασίζει ναβάλει τέλος σ’ αυτή την στρεβλή κατάσταση. Αυτή η Θεϊκή βοήθεια λοιπόν ήταν ένας χοντρός με γυαλιά και ταμπά κουστούμι που εισέβαλλε φουριόζος στο δωμάτιο με ένα μαντήλι στόνα του χέρι και μια τσάντα στο άλλο δείγμα πως ήταν μηχανικός ή κάτι τέτοιο.

-Δεν είναι κανένας εδώ; Είπε με βραχνή φωνή

Δεν περίμενε απάντηση μια και ήταν οφθαλμοφανώς εύλογη και έκανε να ξαναφύγει. “είστε μηχανικός;” Μου έγνεψε ναι και άρχισα να του εξηγώ την κατάσταση ενώ κουνιόταν μπρος πίσω με αδημονία για να φύγει. Τι διάολο, τζάμπα νομικές συμβουλές; Και στο πόδι; Ύστερα τον παρακάλεσα να μου πει πόσα να δώσω. Γέλασε δυνατά και μου είπε “Τι πεντοχίλιαρο και κουραφέξαλα ρε φίλε. Ρίξτου ένα πεντακοσάρικο φράγκα  και πολλά του είναι. Τζαμπατζήδες είναι” Έφυγε γελώντας όπως μπήκε χτυπώντας με δύναμη την πόρτα πίσω του.

Ένα κενό και κάποιες στιγμές χωρίς απολύτως καμιά σκέψη. Ύστερα άρχισε να ανεβαίνουν τα γράδα στο υγρό που έτρεχε μέσα στις φλέβες μου και ο πατριωτισμός πέρασε σε επίπεδο κόκκινου συναγερμού. Τα μηνίγγια βαρούσαν και η οργή ερχόταν από πολύ βαθιά μέσα μου πλημμυρίζοντας τα πάντα. Μια καταιγίδα πιο μεγάλη κι απ’ την Κατρίνα. Μου ‘ρχόταν να αναποδογυρίσω το γραφείο, να ουρλιάξω, να χτυπήσω. Πήρα στα χέρια μου τον φάκελο και πριν καλά καλά κουνηθώ ο επίδοξος επίορκος ήταν μέσα στο δωμάτιο με τα μάτια καρφωμένα στο ανοιχτό συρτάρι. Είδε το άδειο περιεχόμενο του με εμφανέστατη την απογοήτευση από τον τρόπο που το χτύπησε κλείνοντάς το έτσι, όπως είδε και τον φάκελο να προσγειώνεται με δύναμη στο γραφείο έτσι, όπως άκουσε, χωρίς να βγάλει άχνα, την άγρια φωνή μου “αύριο μεσημέρι να είναι έτοιμο”

Μια βδομάδα αργότερα συμβούλευα την γριούλα στο ΙΚΑ, που συνήθιζε να χώνει στο βιβλιάριο ένα χαρτονόμισμα για να της γράψει τα φάρμακα το καλόπαιδο της παθολογίας, ότι γι αυτό πληρωνόταν αυτός ο καλός Σαμαρίτης . Για να εξετάζει και να γράφει συνταγές. Άμα θέλεις να τον γλυκάνεις πάρτου γλυφιτζούρι.

Κάποτε αυτή η διαφθορά του λαδώματος που ορμηνεύτηκε με άνωθεν πρωθυπουργικές προτροπές “να πάρει κι ο υπάλληλος το δωράκι του” πρέπει να κοπεί με αποφασιστικότητα και μονάχα από εμάς τους ίδιους. Κι αν σας πουν πως όλα θέλουν το λαδάκι τους τότε θυμηθείτε πως και τα ρουλεμάν τ’ αλλάζουν με άλλα, αυτολίπαντα. Self Lubricated που λέει και το προφυλακτικό κατά το γλωσσικό παράγωγο της “πεθαμένης Ελληνικής” σύμφωνα με τα φρούτα εποχής.

Υπάρχει ένας κώδικας συμπεριφοράς των δημοσίων υπαλλήλων στις συναλλαγές τους με τους πολίτες και βρίσκεται στο http://www.eey.gov.cy/.gov)

Δεν τον διαβάζουν πριν γίνουν επίδοξοι επίορκοι; 

Advertisements