γραφει η Ρένα Ραψομανίκη

fuga24Την άλλη μέρα κι όλας ο Μιχαλιός κατάφερε να έλθει σε επαφή με οργανωμένους. Δήλωσε πρόθυμος να συμμετέχει σε όποια αντιδικτατορική κίνηση συνέβαινε στην πόλη με τον όρο να παραμείνει ανένταχτος. Δεν θα θυσίαζε τον αυθορμητισμό και την αυτονομία του στο όνομα της επαναστατικής πειθαρχίας μιας παράνομης οργάνωσης. Κι ούτε ήθελε να ξέρει τα ευρύτερα σχέδια. Εξηγήθηκε σπαθί  από την πρώτη στιγμή.
“Θα αναλάβω όποια δουλειά μου ανατεθεί χωρίς να ρωτήσω γιατί και πώς. Φοβάμαι τις ανακρίσεις. Δεν ξέρω αν είμαι ικανός να τις αντέξω. Μπορεί να σας κάψω. Όταν παριστάνω τον ανήξερο, θέλω να είμαι εν μέρει ανήξερος. Θα μου είναι εύκολο να είμαι πειστικός λέγοντας μισές αλήθειες. ”

Η πρώτη του αποστολή  είχε σχέση με τους συλληφθέντες στα γεγονότα της κηδείας Παπανδρέου που θα δικάζονταν τις αμέσως επόμενες μέρες στο παλαιό κτήριο του Στρατοδικείου στην οδό Ακαδημίας. Στόχος ήταν να σπάσουν τη μονόπλευρη ενημέρωση του κόσμου που διάβαζε σ’ όλες τις εφημερίδες για παράγοντες παρακμής που είχαν βεβηλώσει, βάσει σχεδίου, την κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου. Ο Μιχαλιός ξενύχτησε να επινοήσει και να κατασκευάσει πρόχειρους αυτοσχέδιους ερασιτεχνικούς  εκρηκτικούς μηχανισμούς, ο Δημήτρης τους πυροδότησε με την κάλυψη του Σταμάτη ενώ ο Αντρέας φύλαγε τσίλιες. Κάποιοι ντενεκέδες έσκασαν γεμίζοντας τον δρόμο μπροστά στο στρατοδικείο με προκηρύξεις που έγραφαν ποιοι και γιατί δικάζονται. Οι φρουροί της εισόδου έμειναν εμβρόντητοι για ένα λεπτό, τόσο όσο χρειάστηκε να εξαφανιστούν οι δράστες τρέχοντας. Ελάχιστοι από τους περαστικούς τόλμησαν να σκύψουν να σηκώσουν τις προκηρύξεις. Η υπόθεση μύριζε μπαρούτι. Μα έτσι κι αλλιώς καμία κίνηση δεν μπορούσε να βοηθήσει τους κρατούμενους· η απόφαση ήταν ειλημμένη εκ των προτέρων. Οι δίκες ήταν παρωδία που αποσκοπούσε να κλείσει τα μάτια του κόσμου.

 
Ο Μιχαλιός έγινε γρήγορα γνωστός στους αντιστασιακούς κύκλους. Είχε ικανότητες που δεν είχε ο μέσος φοιτητής, αδιαφορούσε για αρχηγιλίκια -αν και ήταν φτιαγμένος από στόφα αρχηγού-, ήταν  έντιμος και σοβαρός, ήταν διαβασμένος –από αρχαίους φιλοσόφους μέχρι Μπακούνιν– μα όχι φιγουρατζής. Ήταν παράτολμος, είχε πρωτότυπες ιδέες, δεν έλεγε ποτέ όχι, δεν παραπονιόταν, δεν ήταν μεμψίμοιρος ούτε μίζερος. Τα κορίτσια τον ερωτεύονταν και τα αγόρια, παραδόξως, το αποδέχονταν αδιαμαρτύρητα που έπαιρνε τις καλύτερες αφήνοντας για τους άλλους τα περισσεύματα. Εκείνα τα χρόνια οι παρέες του ήταν το καλύτερο κομμάτι της νεολαίας, εκείνοι που στη συνέχεια θα έπαιρναν τα ηνία της κοινωνίας σε όλους τους τομείς: στην πολιτική, τις επιστήμες, τις τέχνες, την οικονομία. Βρέθηκε, μια δεκαετία αργότερα,  να έχει να διηγηθεί μια πικάντικη νεανική ιστορία για καθέναν από αυτούς που στο μεταξύ είχαν γίνει “επώνυμοι”. Ήταν κι άλλοι σ’ αυτές τις νεανικές παρέες: οι καλύτεροι. Αυτοί που χάθηκαν από έλλειψη προσοχής: από μια αδέσποτη σφαίρα που αψήφησαν ή από κατάχρηση ουσιών που δοκίμασαν σπρωγμένοι από περιέργεια να δουν τη ζωή με άλλο χρώμα ή μάλλον με την πολλά υποσχόμενη πολυχρωμία των παραισθήσεων. Γι αυτούς τους τελευταίους δεν μιλούσε ποτέ. Η απουσία τους πονούσε.
 
Τα χρόνια της αντίστασης είχαν πάθος, ο σκοπός ήταν αδιαπραγμάτευτος, οι διαφωνίες για την επίτευξή του ήταν έντονες και δημιουργικές, οι ατέλειωτες συζητήσεις με τις χρωματιστές πολυφωνίες τους έδιναν ζωντάνια και παλμό. Μην κάνουμε όμως το λάθος να τα θεωρήσουμε -εκ των υστέρων-  ρόδινα. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει πώς τα προλάβαινε όλα. Δούλευε σαν σκυλί για βιοπορισμό και θύμωνε όταν άκουγε κάποιον συμφοιτητή να διαμαρτύρεται που η μάνα του έκανε τα γεμιστά ορφανά αν και ήξερε πως εκείνος τα προτιμούσε με κιμά. Τις περισσότερες φορές έκρυβε την οργή του πίσω από μια ελαφριά ειρωνεία, κάποτε όμως δεν άντεχε και ξεσπούσε. «Ξύπνα, βρε ανεπρόκοπε, ένα πρωί από τα χαράματα να έρθεις στην οικοδομή μαζί μου και μετά το οχτάωρο θα καταλάβεις τι γεύση έχουν τα γεμιστά, με κιμά ή χωρίς». Ο άλλος θα χαμογελούσε ειρωνικά αν τα ίδια λόγια τα άκουγε από τον πατέρα του, μα στο στόμα του Μιχαλιού οι λέξεις είχαν άλλη απόχρωση· όλοι, λίγο-πολύ, ήξεραν πως συντηρούσε μια οικογένεια και τον σέβονταν γι αυτό. Πρώτος στην επιστήμη –όχι και στις σπουδές όμως- πρώτος στη δουλειά, πρώτος στον αγώνα, παρών στο ξενύχτι, παρών στο μεθύσι, παρών στις γκομενοδουλειές, παρών στην κουβέντα –ιδεολογική ή λογοτεχνική-, παρών στην αλητεία στα Εξάρχεια. Μα πότε κοιμόταν αυτό το παιδί;
 
Η περίπτωσή του δεν θα άφηνε αδιάφορη την Ασφάλεια. Παντού μπροστά της τον έβρισκε, δεν υπήρχε συμβάν ή μικροσυμβάν που να μην σκοντάψει επάνω του. Μα έλα που δεν κατάφερνε να τον στριμώξει! Πάντα ήταν ανήξερος, πάντα ήξερε να ξεγλιστράει, πάντα ήξερε να σωπαίνει, να αποφεύγει τις κακοτοπιές, ποτέ δεν ξανοίχτηκε στους χαφιέδες που του έριχναν από δίπλα να παριστάνουν τους ομοϊδεάτες, ποτέ δεν τον πτόησαν τα μαγνητοφωνημένα ουρλιαχτά των συντρόφων του που τάχα βασανίζονταν δίπλα, ποτέ δεν τον έσπασαν οι δήθεν ομολογίες των συγκρατουμένων του, ποτέ δεν έπεσε σε αντιφάσεις, ήταν ικανός να επαναλαμβάνει όλη νύχτα σε πέντε διαφορετικούς ανθρώπους τα ίδια πράγματα μέχρι να βαρεθούν οι ίδιοι και να τον διώξουν με τις κλωτσιές μέχρι την επόμενη συνάντηση. Είχε ένα δυνατό  χαρτί ο Μιχαλιός, ένα χαρτί που αν το ήξεραν μπορεί και να κολακεύονταν: ποτέ δεν υποτίμησε τους ανακριτές του. Εκτιμούσε, αντίθετα, τον επαγγελματισμό τους. Οι κουφάλες δεν ήταν ερασιτέχνες. Είχαν πάρει άρτια εκπαίδευση στη σχολή πολέμου με μεταπτυχιακά  στις Ηνωμένες Πολιτείες και εφάρμοζαν με σχολαστικότητα καλού μαθητή όσα είχαν διδαχτεί. Τίποτα δεν γινόταν τυχαία μέσα στην καμαρούλα της ανάκρισης. Κάθε λέξη, κάθε κίνηση, κάθε μορφασμός, ένα σήκωμα των φρυδιών, ένα ειρωνικό χαμόγελο είχαν το νόημά τους και αποσκοπούσαν στο ζητούμενο: να λυγίσει ο ανακρινόμενος. Κάθε φορά που έμπαινε εκεί μέσα ένιωθε τον αυτονόητο φόβο για το πώς θα βγει -αν θα βγει- ένιωθε όμως ταυτόχρονα και την έξαψη του αθλητή πριν από ένα μεγάλο αγώνα με αντίπαλο που αναγνωρίζει την αξία του. Ένα ιδιότυπο μπρα-ντε-φερ διαδραματιζόταν όλη τη νύχτα και τα ξημερώματα έβγαινε διαλυμένος σωματικά και ψυχικά, μα με την ικανοποίηση πως το σκορ ήταν υπέρ του και αυτή τη φορά. 
 
Συνεχίζεται…
Advertisements