γραφει η Ρένα Ραψομανίκη

fuga22-Εδώ σ’ έχω αγόρι μου.

-Δεν σε πιστεύω…
Ο άλλος ένιωσε να αμφισβητείται η αξιοπιστία του και κυρίως η εξουσία του. Το αλκοόλ είχε περάσει πια στην κυκλοφορία του αίματος και, κάτω από την επήρειά του, κάθε ίχνος σωφροσύνης είχε κάνει στην μπάντα. Σηκώθηκε ορμητικός σαν φουσκωμένο ποτάμι παρασέρνοντας  κάθε τι που στεκόταν εμπόδιο στο διάβα του, φρενάρησε απότομα μπροστά στον φωριαμό, δοκίμασε διάφορα κλειδιά μέχρι να βρει το σωστό, δυσκολεύτηκε να στοχεύσει την τρύπα, μα ξαναγύρισε θριαμβευτής και πέταξε τον βαρύ μπλε φάκελο που προσγειώθηκε στο τραπέζι μ’ έναν υπόκωφο γδούπο προκαλώντας αναταραχή στα ποτήρια  και πιτσιλώντας με τσίπουρο τους διπλανούς τοίχους.

 
Ήταν από τις σπάνιες φορές που ο Μιχαλιός έχασε την ψυχραιμία του. Μπροστά του βρισκόταν ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του ιδωμένο μέσα από τη ματιά των «άλλων», των αντίπαλων. Φαντάστηκε αναφορές χαφιέδων, γειτόνων, συμφοιτητών, καθηγητών, θυρωρών, κλητήρων. Υποψιάστηκε  φωτογραφίες που πιστοποιούσαν την παρουσία του σε εκδηλώσεις και μυστικές συναντήσεις όπου ψιθυριστά μεταλαμπαδεύονταν οι κανόνες της συνωμοσίας από τους ειδήμονες στα φιντανάκια. Σχεδόν διάβασε πορίσματα πολύωρων ανακρίσεων. Τα ρουθούνια του άνοιξαν διάπλατα. Ένιωσε ερεθισμένος στην ιδέα να ξαναζήσει το παρελθόν του έτσι όπως το αξιολογούσαν άλλοι. Τον κέντριζε η επιθυμία να μάθει τι σκέφτονταν για κείνον, πώς τον μετρούσαν σ’ εκείνες τις πολύωρες εξαντλητικές ανακρίσεις, πώς δικαιολογούσαν στους ανωτέρους τους ότι ήταν υποχρεωμένοι να τον αφήσουν ελεύθερο χωρίς να μπορούν να αποδείξουν κάποια ανάμιξή του σε έκνομες ενέργειες, χωρίς να μπορούν να του αποσπάσουν κάποια ομολογία παρόλη την αφόρητη ψυχολογική πίεση που του ασκούσαν. Η περιέργεια τού έφερνε έξαψη κι αυτό ήταν κατανοητό. Μα άλλο περιέργεια κι άλλο οργή. Κι εκείνος ήταν οργισμένος νιώθοντας να βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από την πηγή που ίσως θα του αποκάλυπτε ονόματα και ταυτότητες των τριών καθαρμάτων που τον σακάτεψαν στο κελί που βρέθηκε έγκλειστος αμέσως μετά την εισβολή των τανκς στο Πολυτεχνείο. Την ήθελε παθιασμένα αυτή την πληροφορία χωρίς να έχει αποφασίσει πώς θα την διαχειριστεί. 
 
Ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι του και όρμησε ασυγκράτητος ν’ ανοίξει τον απόρρητο φάκελο. Τον είχε σχεδόν αγγίξει όταν κάτι τον σταμάτησε. 
Πώς να εκμεταλλευτώ την αφέλεια και την εμπιστοσύνη του ανθρωπάκου; Αύριο, κάτω από το φως της μέρας, θα το έχει χιλιομετανιώσει, θα καταριέται την ώρα και τη στιγμή, θα ζει με το φόβο των συνεπειών. Οι καμπάνες εδώ πέφτουν για ασήμαντες και γελοίες αφορμές κι αυτό δεν είναι ούτε ασήμαντο, ούτε γελοίο. 
Ένιωσε να κατεψύχεται σαν κάποιος να άδειασε πάνω του ένα κανάτι παγωμένο νερό. Τα χέρια του έπεσαν άτονα λες κι ήταν μαριονέτα που ο χειριστής χαλάρωσε απότομα τους σπάγκους που της έδιναν κίνηση. Η νηφαλιότητα πήρε η θέση της έξαψης, το μυαλό άρπαξε τα ηνία κι έστειλε το ορμέμφυτο για ύπνο. Έχοντας πάρει συνειδητά την απόφαση να κουμαντάρει την παρόρμηση και να κλωτσήσει την ουρανοκατέβατη ευκαιρία, μπορούσε πια ν’ αφήσει την οργή να εκφραστεί ανεξέλεγκτα. Τα ’βαλε με τις ευαισθησίες του, με τη χαζομάρα του άλλου, με το κωλοσύστημα, με τις ανθρώπινες σχέσεις, με ό,τι μπορούσε να φταίει ή και να μην φταίει. Ο πρόχειρος στόχος για να εξαπολύσει τους κεραυνούς της μανίας του ήταν ο λοχίας που, ανυποψίαστος για τα τεκταινόμενα στο μυαλό του Μιχαλιού, εξακολουθούσε να χαμογελάει αυτάρεσκα.
-Ρε μαλάκα, σκέφτηκες τι πα να κάνεις; Το ξέρεις πως μπορώ να σε στείλω στρατοδικείο;
 
Ήταν πια εκτός εαυτού και τον έλουζε πατόκορφα με όποια βρισιά κυκλοφορούσε στην πιάτσα –ο συγχρωτισμός του με τον υπόκοσμο του ιππόδρομου του είχε χαρίσει ένα πλούσιο λεξιλόγιό στα “γαλλικά”. Ο λοχίας έμεινε για κάποια δευτερόλεπτα ακίνητος, άλαλος σαν να είχε φάει κλωτσιά στ’ αχαμνά, τον κοίταξε σαν να μην τον αναγνώριζε και μεμιάς τα κατάλαβε όλα. Συνειδητοποίησε την αστοχασιά του, αντιλήφθηκε τον κίνδυνο που ξεφύτρωσε από το πουθενά κι άρχισε να κινείται ενστικτώδικα. Αγκάλιασε τον φάκελο και τον έσφιξε στο στήθος του να τον προστατέψει λες και ο Μιχαλιός μπορεί να άλλαζε γνώμη και να τον διεκδικήσει με τη βία -κι ας τον είχε, μόλις ένα λεπτό πριν, αποποιηθεί. Ύστερα άρχισε να εκτελεί σπασμωδικά τις αντίστροφες κινήσεις  σαν να είχε πατήσει στο χειριστήριο του βίντεο την εντολή για πισωγύρισμα του χρόνου. Δεν ηρέμησε παρά μόνο αφού τον ασφάλισε στην θέση του και διπλοκλείδωσε το ντουλάπι. Ήταν ολοφάνερο πως έκανε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να εξαλείψει κάθε ίχνος της απερισκεψίας του. Γύρισε κι έριξε στον Μιχαλιό ένα βλέμμα που καθρέφτιζε την πιο αντιφατική γκάμα συναισθημάτων:  ικεσία για έλεος μαζί με απομεινάρια τσαμπουκά, απορία για την αχαριστία μαζί μ’ ευγνωμοσύνη γιατί τον είχε προστατέψει πριν συμβεί το ανεπανόρθωτο. Ο  εγωισμός του πληγώθηκε γιατί δεν εκτιμήθηκε η γενναιοδωρία του, η αυτοεκτίμησή του ταπεινώθηκε θεωρώντας πως η αντίδραση του στρατιώτη ήταν αλαζονική, ένιωσε ασυγχώρητος που ξανοίχτηκε χωρίς ανταπόκριση. Στάθηκε όρθιος απέναντί του προσπαθώντας να περισώσει  ό,τι μπορούσε να περισωθεί από την περηφάνια του κι ύστερα κατέρρευσε σαν σακί πάνω στο κάθισμα. 
 
Ο Μιχαλιός ξέσπασε σ’ ένα ασυγκράτητο νευρικό γέλιο. Το πρόσωπό του είχε γίνει μια παγωμένη μάσκα που του έδινε τη μορφή αποκρουστικού νυχτερινού ξωτικού. Βγήκε στον καθαρό αέρα κι άναψε τσιγάρο μπας και ηρεμήσει.
Ο φάκελος της ζωής του! 
Άλλος κρατάει ημερολόγιο. 
Για κείνον είχαν φροντίσει άλλοι -και τι λεπτομερές ημερολόγιο, αν κρίνει από τον όγκο του! 
Ποιο να ήταν άραγε το πρώτο ντοκουμέντο; Από πότε είχε μπει στο στόχαστρό τους; Είχαν άραγε εντοπίσει τα ραδιογωνιόμετρα τους τον πειρατικό ραδιοφωνικό σταθμό του πατέρα του Πέτρου; Ο Πέτρος… Συμμαθητής του στο Βαρβάκειο, τον έφερνε καιρό γύρο-γύρο μέχρι να του ξεφουρνίσει την ιδέα: ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης πειρατικού ραδιοφωνικού σταθμού που μετέδιδε ροκιές. Εκείνοι θα  έμπαιναν στα κυκλώματα εν αγνοία του και θα εξέπεμπαν τραγούδια του απαγορευμένου Θεοδωράκη. Είχε τα κότσια να το κάνει; Δεν ήταν στενοί φίλοι, μα όλοι ήξεραν πως ο Μιχαλιός ήταν έμπειρος στα ηλεκτρονικά κι ο Πέτρος πήρε το ρίσκο να τον εμπιστευτεί. Ο Μιχαλιός είχε και τα κότσια και την ικανότητα να χειριστεί τον πομπό. Ο Πέτρος είχε τα βινύλια από τη δισκοθήκη του σπιτιού. Ποτέ δεν έμαθαν αν οι σύντομες και περιστασιακές εκπομπές τους είχαν την παραμικρή απήχηση κι αν υπήρχαν ακροατές κι από τα δύο στρατόπεδα. Αυτή ήταν η αρχή.
 
Η 21η Απριλίου του ’68, πρώτη επέτειος του πραξικοπήματος συνέπεσε με την Κυριακή του Πάσχα· μια ηλιόλουστη μέρα με ασυνήθιστα ψηλή θερμοκρασία για την εποχή. Ο Μιχαλιός το θεωρούσε ανεπίτρεπτο να περάσει μια τέτοια μέρα χωρίς την παραμικρή αντίδραση. Κατέβηκε στο κέντρο έτοιμος να ενσωματωθεί σε ό,τι οργανωμένο ή απρογραμμάτιστο ήθελε προκύψει. Οι διαίσθηση δεν τον γέλασε. Η ίδια σκέψη είχε οδηγήσει και κάποιους άλλους εκεί. Στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου τους αναγνώρισε, όπως τον αναγνώρισαν κι εκείνοι. Ήταν που τριγύριζαν άσκοπα κοιτώντας διερευνητικά ολόγυρα; Ή ήταν εκείνη η ενστικτώδης κίνηση να στρέφουν κάθε τόσο το κεφάλι πάνω από τον ώμο να βεβαιωθούν πως δεν τους παρακολουθεί κανείς; Ή μήπως η προσποιητά ανέμελη έκφραση του προσώπου που βροντοφώναζε ό,τι κρυβόταν στο πίσω μέρος του μυαλού τους; Ίσως όλα αυτά μα πάνω απ’ όλα  εκείνη η ξεχωριστή αδημονία που έδινε στο βλέμμα μια έκφραση αναμονής. Δεν υπήρξε προσυνεννόηση, όλα έγιναν αστραπιαία. Κάποιος ξεδίπλωσε μια ελληνική σημαία. Αυτόματα και αυθόρμητα οι υπόλοιποι στοιχήθηκαν πίσω του. Έγινε μια μικροδιαδήλωση που διήρκεσε ελάχιστα και διαλύθηκε εν τω άμα πριν προλάβουν να εμφανιστούν οι φρουροί του νόμου. Ήταν απίστευτο πώς τον μέθυσε η κραυγή “ελευθερία” που βγήκε από μέσα του λες και είχε δραπετεύσει από τα πνευμόνια του. Αμέσως μετά άρχισε να τρέχει να εξαφανιστεί στους δρόμους που τέμνουν κάθετα την Πανεπιστημίου. 
 

Το βράδυ στήθηκε να παρακολουθήσει τις ειδήσεις στην τηλεόραση σίγουρος, μες στην αφέλεια του πρωτάρη, πως θα ήταν πρώτο θέμα. Κούνια που τον κούναγε! Τέτοια κι ακόμα σπουδαιότερα γεγονότα θάβονταν κάτω από τόνους προπαγάνδας. Εκείνη ειδικά την ημέρα οι ειδήσεις έβριθαν από πλάνα με τους εθνοσωτήρες να χορεύουν καλαματιανά και τσάμικα στα στρατόπεδα υπό τους ήχους φαιδρών ασμάτων που τους εξυμνούσαν, να τσουγκρίζουν κόκκινα αυγά με τους φαντάρους ενώ ο φακός εστίαζε στους οβελίες που περιστρέφονταν ροδοψημένοι και λαχταριστοί και ζουμάριζε κάθε τόσο στο, κυριολεκτικά κατακαημένο, σύμβολο του φοίνικα που αναγεννιέται από τις στάχτες του. Ούτε καν οι εφημερίδες της επόμενης είχαν τον παραμικρό υπαινιγμό. Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει; Οι εφημερίδες δεν λογοκρίνονταν απλώς. Η Ζαλοκώστα απαγόρευε και υπαγόρευε ταυτόχρονα και εν προκειμένω είχε απαιτήσει οκτάστηλο ρεπορτάζ από τον εορτασμό στα στρατόπεδα. 

Συνεχίζεται…

Advertisements