γραφει η Ρένα Ραψομανίκη (Γιούλια Ολόμπλαβα)

fuga21ΑΝΤΙΘΕΜΑ  ( Φαγκότα, Γαλλικά Κόρνα, Τρομπέτες, Τρομπόνια, κρουστά)

 
-Τη δουλειά την είχα μελετήσει μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια. Σε μια παρθένα αγορά εγώ θα είχα το μονοπώλιο. Όλες οι πολυκατοικίες της Αθήνας χρησιμοποιούσαν πια κεντρική θέρμανση μα τα ωράρια λειτουργίας του καυστήρα δημιουργούσαν εμφυλιοπολεμικό κλίμα ανάμεσα σε ενοίκους με διαφορετικές ανάγκες και οι διαχειριστές, που πάνω τους ξεσπούσε όλη η γκρίνια και η μιζέρια, πάσχιζαν να συνταιριάξουν τις πιο ακραίες αξιώσεις. Εγώ είχα στο κουτάκι το χαπάκι για τον πονοκέφαλο των διαχειριστών. Ένα χαπάκι που άκουγε στο όνομα: αυτόνομη θέρμανση. Είχα ασχοληθεί εξονυχιστικά με την ενσύρματη αυτονομία που θα μπορούσε να εξυπηρετήσει παλιές πολυκατοικίες με δισωλήνια εγκατάσταση. Τα εξαρτήματα που θα προσαρμόζονταν στην υπάρχουσα υποδομή -ωρομετρητές, ηλεκτροβάνες, ηλεκτροθερμικές κεφαλές, θερμοστατικές βαλβίδες, διακόπτες ρύθμισης παροχής- θα τα έκανα εισαγωγή από Ιταλία. Οι επαφές με τους Ιταλούς είχαν πάει καλά, υπήρχε μια κατ’ αρχήν συμφωνία με ευνοϊκούς όρους. Με τις δημόσιες υπηρεσίες είχα δυσκολευτεί περισσότερο. Χρειάστηκε ν’ αφιερώσω αμέτρητες ώρες σε διάφορα γκισέ μέχρι να ολοκληρώσω τις γραφειοκρατικές διατυπώσεις. Είχα ξετρυπώσει έναν υπόγειο χώρο με φθηνό νοίκι που θα χρησίμευε για αποθήκη. Ένα έμενε: η χρηματοδότηση. Θα έπειθα την Τράπεζα να εμπιστευτεί το σχέδιό μου; Από γραφείο σε γραφείο έφτασα στη διευθύντρια. Η τύπισσα ήταν σαραντάρα, κομψή και καλοντυμένη: ταγιεράκι Σανέλ γκρι-αρζάν, πουκάμισο στο χρώμα του ροδιού και ασορτί σκουλαρίκια, γόβα ψηλοτάκουνη, καλσόν φυμέ, μαλλί χτενισμένο στην τρίχα, νύχι καλογυαλισμένο. Η ενδιαφέρουσα επαγγελματική συζήτηση πήγαινε καλά και δεν περιορίστηκε στο δάνειο. Απλώθηκε στη γενικότερη χρηματοοικονομική κατάσταση και στη συνέχεια επεκτάθηκε, έγινε λίγο πιο χαλαρή, ας πούμε πιο προσωπική. Στο σημείο ακριβώς αυτό δεν μπόρεσα να συγκρατήσω την παρόρμηση να δυναμιτίσω το καλό κλίμα. Φόρεσα το πιο γλυκό μου χαμόγελο και της είπα: «Μου φαίνεται πως είσαι μια πουτανίτσα».
Της άρεσε… αποδείχτηκε πως της άρεσε πολύ!
-Μεγάλε, σου βγάζω το καπέλο!
-Περίμενε… δεν άκουσες το καλύτερο… το δάνειο δεν το πήρα. Ήταν, λέει, αντιδεοντολογικό να χρηματοδοτήσει τον εραστή της. Σκρόφες σου λέω…

 
Ο λοχίας κόντεψε να πνιγεί από τα γέλια με την τελευταία ατάκα. Στο μικρό δωματιάκι, που εκτελεί χρέη γραφείου του τάγματος στο ακριτικό νησί του Αιγαίου σε απόσταση αναπνοής από τα τουρκικά παράλια, επικρατεί κατάσταση προχωρημένης ευθυμίας. Οι ιστορίες φέρνουν η μια την άλλη και οι ώρες της νυχτερινής βάρδιας κυλάνε ευκολόπιοτα όπως ακριβώς κυλάει και το τσιπουράκι που στη ζούλα κατεβάζουν τσουγκρίζοντας πλαστικά ποτήρια. Ο μονιμάς λοχίας δεν κρύβει το θαυμασμό του για τον κληρωτό φαντάρο. Οι αποστάσεις έχουν καταργηθεί. Έτσι κι αλλιώς το στράτευμα τους έχει χαρακτηρίσει και τους δύο ανεπιθύμητους. Για διαφορετικούς λόγους· αλλά αυτό είναι λεπτομέρεια.
 
Τάγμα ανεπιθύμητων! Ο χαρακτηρισμός δεν ήταν επίσημος. Το φύλλο πορείας, με το οποίο ο Μιχαλιός ταξίδεψε μέχρι το νησί, έχοντας ολοκληρώσει τη βασική εκπαίδευση, έγραφε μόνο τον τριψήφιο αριθμό της μονάδας στην οποία είχε τοποθετηθεί. Είχε φτάσει στην, αρκετά μεγάλη για νεοσύλλεκτο, ηλικία των είκοσι εννέα έχοντας εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες αναβολής που του έδινε ο νόμος σε μια προσπάθεια να καθυστερήσει μπας και αποφύγει δυσάρεστες συναντήσεις με χουντικούς ή έστω με χουντικά σταγονίδια που, κατά επίσημη δήλωση του Υπουργού Αμύνης, εξακολουθούσαν να υπάρχουν στο στράτευμα. Σε καλό του βγήκε: ενώ υπηρετούσε ψηφίστηκε ο νόμος που μείωνε στο μισό τη διάρκεια της θητείας για τους προστάτες οικογένειας. Κι ο Μιχαλιός είχε –δόξα τω Θεώ– πολλούς να προστατεύει. Εκτός από τον ανάπηρο πατέρα και τα ετεροθαλή αδέλφια που ήταν ακόμα ανήλικα –με όριο ενηλικίωσης τα 21–  υπήρχαν και δύο εξάχρονα δίδυμα που είχε γεννήσει η καρπερή Ανθούλα από την δική τους σχέση που όπως όλες οι σχέσεις μέσα σ’ εκείνο το σπίτι ήταν περίπλοκη: το ζευγάρι δεν είχε παντρευτεί, μα ο Μιχαλιός είχε αναγνωρίσει τα παιδιά ως γνήσια τέκνα.
 
Ψάρακλας στη μονάδα έμαθε με το νι και το σίγμα από τους παλιούς πού ακριβώς βρισκόταν. Εδώ υπηρετούσαν άτομα που η μαμά πατρίδα θεωρούσε δεύτερης διαλογής: μη «εθνικόφρονες», τσιγγάνοι, μουσουλμάνοι, τύποι με λερωμένο ποινικό μητρώο, πολιτικοί αντιφρονούντες, κομμουνιστές που ανέκαθεν πλήρωναν ακριβά το τίμημα της ιδεολογίας τους. Δυσκολεύτηκε να χωνέψει την ιδέα πως ανεπιθύμητοι δεν ήταν  μόνο οι στρατιώτες αλλά και οι αξιωματικοί -κάποιοι τιμωρημένοι και με στέρηση βαθμού. Συνειδητοποίησε αρκετά νωρίς πως αν ήθελε να επιβιώσει και να φύγει σώος από κει μέσα έπρεπε να είναι προσεκτικός μέχρι αηδίας και να ανεχτεί αδιαμαρτύρητα το παράλογο σε όλο του το μεγαλείο. Η ελληνική πολιτεία είχε, φαίνεται, τους λόγους της να τον τιμωρεί κι εκείνος, αφού δεν μπορούσε να το αποφύγει, αποφάσισε να το “απολαύσει”. Η δουλειά δεν τον είχε φοβήσει ποτέ, οι ώρες του ύπνου του ήταν έτσι κι αλλιώς λιγοστές, η φυσική του κατάσταση αντιστοιχούσε σε ένα παλικάρι που μπορούσε να στύψει την πέτρα, δεχόταν λοιπόν με εγκαρτέρηση και με το χαρακτηριστικό του αινιγματικό χαμόγελο τα καψόνια, το γερμανικό νούμερο στις βάρδιες, τις πιο εξοντωτικές αγγαρείες, χωρίς να δυσανασχετεί προς τα έξω και χωρίς ν’ αναρωτιέται μέσα του για το αν οι διαταγές που έπαιρνε είχαν νόημα ή αν η ταπείνωση ήταν αυτοσκοπός. Αποφάσισε να βλέπει μόνο τα θετικά.

Στις εξουθενωτικές πορείες με πλήρη εξάρτυση, ντάλα μεσημέρι, με τον ιδρώτα να ποτίζει τις χοντρές κάλτσες μέσα από τις μπότες και να κάνει τα πέλματα να μουλιάζουν και να πληγιάζουν, με τον ήλιο να χτυπάει κατακούτελα και να δημιουργεί παραισθήσεις, εκείνος αποξεχνιόταν αφοσιωμένος στην ομορφιά που τον περιτριγύριζε. Στο πάμφωτο τοπίο όπου τα χρώματα μπερδεύονταν γλυκά: το πράσινο των πεύκων που κάλυπταν τους μαλακούς λόφους με το γαλάζιο ουρανού και θάλασσας που σου ’κοβε την ανάσα και το ξανθό της αμμουδιάς στριφωμένο από λευκούς αφρούς που πλημμύριζαν την ακτή κι ύστερα άλλαζαν γνώμη και πισωγύριζαν  σ’ ένα  παιχνίδισμα χωρίς αρχή και τέλος. Στις ατέλειωτες νυχτερινές βάρδιες χάζευε τα φώτα στα απέναντι παράλια –τόσο κοντά που έλεγες έτσι ν’ απλώσεις το χέρι θα τα πιάσεις- που προσπαθούσαν να συναγωνισθούν σε λάμψη τις παρέες των αστεριών. Του άρεσε τότε να φαντασιώνεται πως ο ουρανός είχε φορέσει επίσημη βραδινή τουαλέτα, με δισεκατομμύρια πούλιες και παγιέτες, μόνο για ‘κείνον και πάλι σιγά-σιγά για χατήρι του  αφαιρούσε ένα-ένα τα μαύρα πέπλα κι όταν έφτανε στο έβδομο απόμενε μοναχικός ο αυγερινός να λαμπυρίζει στο μέρος της ανατολής για να ξεθωριάσει κι κείνος πνιγμένος στα γλαυκά χρώματα της αυγής. Κάποιες στιγμές η όλη εικόνα τον παραπλανούσε και φανταζόταν πως εδώ θα μπορούσαν να έχουν έλθει σαν ξένοιαστοι τουρίστες, αλλά η πραγματικότητα δεν ήταν καθόλου έτσι.  Γιατί εδώ εκπαιδεύονταν σκληρά για να γίνουν, θεωρητικά,  αξιόμαχοι. Ανώφελα αξιόμαχοι βέβαια αφού η πατρίδα δεν επρόκειτο ποτέ να τους θεωρήσει άξιους να αντιμετωπίσουν τους εχθρούς της, αφού οι ίδιοι ήταν δηλωμένοι εχθροί της πατρίδας. Ποιο νόημα είχε η όποια εκπαίδευση αφού σε περίπτωση εχθρικής εισβολής δεν θα χρησιμοποιούνταν παρά σαν αναλώσιμοι ντεσπεράντος που θα στέκονταν στην πρώτη γραμμή, άοπλοι ουσιαστικά, εύκολοι στόχοι για τα εχθρικά πυρά; Σκέτος παραλογισμός! Και τραγική αντίφαση! Γιατί αυτή η μητριά πατρίδα είχε εδώ τη μορφή μιας καρπερής γης της επαγγελίας που στο εύφορο έδαφός της φύτρωναν δέντρα που λύγιζαν από το βάρος ώριμων φρούτων: μήλα και αχλάδια και σταφύλια και λωτοί σε μια ποικιλία από χρώματα και μια αφθονία από μοσχοβολιές, σκέτη πρόκληση που έκανε του σιελογόνους αδένες να  δουλεύουν υπερωρίες.
 
Τούτη τη βραδιά όμως οι δυο άντρες είχαν στείλει περίπατο τις απαισιόδοξες σκέψεις. Τα ποτήρια άδειαζαν το ένα πίσω από το άλλο φέρνοντας διαβολεμένο κέφι, τα σώματα χαλάρωναν, οι ψυχές λύνονταν και η συντροφικότητα έπαυε να είναι απλώς  μια λέξη.
-Τι έχεις κάνει, βρε Μιχαλιέ, και σε τύλιξαν σε τόσες κόλλες χαρτί;
-Δεν βαριέσαι… ψιλοπράματα. Μη νομίζεις πως ήμουν και κανένας αντιστασιακός περιωπής.
-Έτσι ε; Και τότε γιατί ο φάκελός σου είναι βαρύς σαν τούβλο;
-Ο… φάκελός μου; Και τι ξέρεις εσύ για τον φάκελό μου;
Τα μάτια του λοχία, κόκκινα από το πιοτό και την αγρύπνια, έλαμψαν με αυταρέσκεια. Όσο κι αν τον είχε περί πολλού, ο φαντάρος δεν έπαυε να είναι ιεραρχικά κατώτερος κι αυτή ήταν η ευκαιρία να κάνει το κομμάτι του. Έπαιξε στα χέρια του μια αρμαθιά κλειδιά και τα κούνησε θριαμβευτικά μπροστά στα διεσταλμένα μάτια του Μιχαλιού.
-Εδώ σ’ έχω αγόρι μου.
-Δεν σε πιστεύω…
 
Συνεχίζεται…
Advertisements