γραφει ο αρισταρχος

hotΑνελέητη, παθιασμένη του κατακαίει όλο του το σώμα. Τον τυλίγει σαν καμίνι και το μόνο που ζητάει είναι κάτι με νερό να βάλει μέσα το κεφάλι του να δροσιστεί, ν’ αποφύγει την θερμοπληξία. Ότι μείνει για πέντε λεπτά κάτω από το πανοπτικό βλέμμα του ήλιου, φλέγεται. Περπατά με γρήγορα βήματα μέσα σε δύο φτηνιάρικα μοκασίνια made in Turkey και νιώθει την μισολιωμένη άσφαλτο να χώνεται κάτω από την φαγωμένη σόλα στα γυμνά του πέλματα και κείνα να πλημμυρίζουν ζεστό ιδρώτα με ανυπόφορη οσμή. Κάποτε αυτά τα υπολείμματα παπουτσιών ίσως να έλιωναν υπομονετικά θαμμένα σε κάποια χωματερή. Κάποτε, ίσως… Τώρα όμως του μεταφέρουν την γήινη ζέστη στην βάση του κρανίου  κι από κει σε όλες τις εγκεφαλικές του συνάψεις. Αρχίζει και ρετάρει σαν υπερθερμασμένο σιντόφωνο. Το μόνο που ζητά είναι μια έξοδο διαφυγής σε ψυχρό πλανήτη με κάτι δροσερό σε κρύο ποτήρι και ένα κόκκινο καλαμάκι να ρίξει το παγωμένο περιεχόμενο στον ζεστό του οισοφάγο αδιαφορώντας για  παλινδρομήσεις και όξινα.

Μια ξεθωριασμένη βερμούδα σε χρώμα αεροπορίας με μπαλωμένη την σέλα και ραμμένες τις δυό τσέπες, λίγο στενή. Απομεινάρι του καλού καιρού… κρατήθηκε από την φροντίδα της μάνας ίσως για κάποιο μελλοντικό βάψιμο του σπιτιού. Αλλά τότε χωρούσαν μέσα της ογδόντα κιλά. Τώρα, παρά το περιορισμένο γκουρμέ, τα ογδόντα επτά κιλά με μια ξεχειλίζουσα κοιλίτσα ζορίζουν το ζωνάρι και το φερμουάρ ζητάει επειγόντως βοήθεια. Δεν θα τόλεγε, αλλά τούσφιξε και τους γλουτούς για να τον δείχνει πιο αδύνατο και σφιχτό. Μόνο που οι ραφές άνοιγαν κάπως επικίνδυνα από τα πολλά πλυσίματα και το στενό περιβάλλον.

Από πάνω ένα μπλουζάκι κάτι σαν από polo σε χρώμα ξεθωριασμένο σάπιο με γυαλισμένες τις ραφές από το πολύ σιδέρωμα. Μάλλον… μπορεί, αν τόδινε τότε που το θεωρούσαν μιας χρήσης να το φορούσε κάποιος βόρειος γείτονας αγορασμένο σε μια εκεί Ελληνοκανίνο αγορά. Τότε που από τα μπατζάκια έβγαιναν πουλιά και καρακάξες. Το σημάδι από το καρφί που κρέμονταν πίσω από την πόρτα στην δεξιά ωμοπλάτη ούτε που το πρόσεξε. Όπως και νάχε έδενε με το συνολικό look.

Κάποτε τον έβλεπε ο κουρέας κάθε βδομάδα. Σήμερα τα σγουρά του μαλλιά έκαναν αρλεκίνια πίσω από το σβέρκο

 Ένα σπρώξιμο πόρτας, δυό βήματα και… στο εσωτερικό του παγωμένου πλανήτη!

Η τεχνητή δροσιά με την εκτόνωση του Freon και η διάχυση της ψύξης αλλάζει όλη του την διάθεση. Όλο του τον μεταβολισμό. Όπως και νάχει είναι καλύτερος από την οσμή νεκροταφείου που αναδύεται από την αυξημένη υγρασία σε ένα καμίνι 39 βαθμών.  Σε μισή ώρα παρέα με ένα παγωμένο φραπεδάκι όλα παίρνουν μια νορμάλ  χροιά  και τον κάνουν υποφερτό επιβάτη μιας περίεργης κατάστασης. Ένα τζάμι, φινιστρίνι τον χωρίζει από μια διαφορά θερμοκρασίας τουλάχιστον δέκα πέντε βαθμών. Κι αυτός προχωρά στην δεύτερη παραγγελία με μια μπύρα. Τώρα τα χρήματα κουλουριασμένα σε δυό αποδείξεις και ένα ποτηράκι του αδειάζουν την τσέπη και ο χρόνος που αγόρασε για λίγη δροσιά τελειώνει. Αλλά το μυαλό σε συνάρτηση με τον χρόνο ενεργούν αρνητικά πάνω στην μνήμη. Έχει ήδη ξεχάσει την κόλαση έξω και ετοιμάζεσαι για την ηρωική έξοδο από τον παγωμένο πλανήτη.

Η κάψα κάνει οπτικά έντονη την παρουσία της πάνω στην άσφαλτο που βράζει. Οι ριπές ζέστας κολλάν πάνω στο κρανίο του κάτι σαν γλίντζα. Το αυλάκι στο στήθος του τρέχει ασταμάτητα και η ανάσα του γίνεται δύσκολη και γρήγορη. Ένα κόμπος ανεβαίνει αργά από το στομάχι πιέζοντας τον λάρυγγα και βγαίνει με δύναμη σαν κακόγουστο… ρέψιμο. Το ανθρακικό ανακάτεψε τα υγρά του στομάχου του και τώρα δραπετεύει προς την ελευθερία κάνοντας έντονα ηχηρό και κακοσμητικό το πέρασμά του. Τα βήματά του ακανόνιστα και το καύκαλο του πήρε φωτιά. Μια κραυγή απλώνεται σε όλο του το είναι “Ένα παγκάκι, ένα παγκάκι…” Κάθεται μέσα στο λιοπύρι και προσπαθεί να βγάλει κάτι σαν αντιψυκτικό στα εγκεφαλικά του κύτταρα μπας και δουλέψουν. Μια βρύση μπροστά στην εκκλησία της Παναγίας του κάνει το χατίρι γελώντας ειρωνικά. Το νερό καυτό τον στέλνει ένα βήμα από το εγκεφαλικό επεισόδιο. Το διαβολάκι που πετάει μπρός, πάνω, κάτω, δεξιά και αριστερά του γελάει δαιμονισμένα. Κάποτε το κεφάλι του δροσίζεται και η σκέψη αναζωογονείται και το χέρι μέσα στην τσέπη ψαρεύει μόνο σαράντα πέντε λεπτά. Αδύνατον! Δεν βγαίνουν  για εισιτήριο, χρειάζονται ογδόντα λεπτά. Αυθόρμητα βλαστημάει “Στο διάολο ρε παλιοεκσυγχρονιστή  που διπλασίασες το εισιτήριο…” και ούτε καν συνειδητοποίησε πως και γιατί το λέει. Τα λεφτά έφυγαν στον φραπέ και στην μπύρα.  Η τρέλα βαράει κρεσέντο και η διακοπτόμενη θύμηση τον μαστιγώνει αλύπητα “Ά ρε μαλάκα, που είναι τα τρελά; Ταξί για δέκα μέτρα έτσι, για την πλάκα μας. Κάνε κα ι δυό γύρες ΧΑΝΘ-Σιντριβάνι-Πύργο, έτσι για πλάκα. Και άμα γουστάρω με ” τετραπλή” ταρίφα πάμε Τούμπα με όπισθεν”

Έχει κρεμάσει τώρα το κεφάλι και τα νερά από την βρύση τρέχουν πάνω του για να δροσίσουν ότι καίγεται. Και καίγονται όλα. Πήραν φωτιά από την κάψα του ήλιου αλλά, η φωτιά που τον καίει είναι ηφαίστειο που αναβλύζει από μέσα του γεμάτο οργή και πόνο. Αυτό είναι που τον τελειώνει ανεπανόρθωτα και η ιαχή που τρέχει σε όλο του το είναι είναι μία “Φονιάδες!”

Άβυσσος, φίλε, η ψυχή του ανθρώπου. Όλα μαζεύονται μέσα του και βγάζουν μια απόφαση, μια  σημαία. Το και το! Τα περιθώρια στενά και η αντίδραση stand by. Η τσέπη χωρίς φράγκο και η γυναίκα στο σπίτι με το παιδί χωρίς ένα ποτήρι γάλα. Αρκετή η τελευταία έξοδος, τον άφησε χωρίς cent. Τώρα η λεωφόρος είναι εκεί και βράζει στο ζουμί της, κι αυτός ένα χαμένο παρτάλι χωρίς δουλειά και ικανότητα να τους ζήσει.  Όμως όχι!

Παραδίπλα το περίπτερο με τα εισιτήρια για την μεγάλη συναυλία. Ούτε που το σκέφτηκε, μπουκάρισε στο ταμείο και έπεσε στην αγκαλιά της… Λίτσας, της γειτόνισσας! “Κώστααααααα!” Μετά την πρώτη έκπληξη παίρνει τα λεφτά από τα εισιτήρια, περίπου εξήντα ευρώ, και σε κατάσταση πανικού φωνάζει ότι τούρχεται στο κεφάλι ενώ έξω μαζεύτηκαν ήδη τρεις Ζητάδες με τα πιστόλια στο χέρι..

-Κουφάλεεεεεες!!!!!!! Ηρωϊκή η έξοδος από το περίπτερο με το πλαστικό πιστολάκι του γιού του, βαμμένη στο αίμα. Έπεσε με τα μούτρα στο δάπεδο χτυπημένος από τρεις σφαίρες και την μοίρα. Ένα  ανθρώπινο κουφάρι ξεπερασμένο από την γενική καταστροφή και τις ίδιες του τις επιλογές. Ένα ακόμη θύμα της οικονομικής δυσπραγίας αταξινόμητο ή μάλλον χαρακτηρισμένο σαν κλεφτρόνι. Ένα αδιάφορο νούμερο  σ’ ένα κατάλογο που το μόνο που προκαλεί είναι ένα ανασήκωμα των ώμων και βαρύ πένθος στου απόλυτα δικούς του.

Του φάνηκε πως άρχισε να πετά. Μπορούσε να βλέπει κάτω χαμηλά μαζεμένο κόσμο πάνω από ένα πτώμα. Αλλά δεν τον ένοιαζε γιατί ήθελε να πετάξει ακόμα πιο ψηλά εκεί που τον τραβούσε μια παράξενη δύναμη. Άρχισε να καταλαβαίνει. Η ευτυχία που τον τραβούσε ψηλά δεν ήταν τίποτε άλλο από την αγαπημένη του μανούλα που τον περίμενε.

Η μέρα προχώρησε και η ζέστη άρχισε να σπάει. Ένα βοριαδάκι, υποψία δροσιάς, φύσηξε διώχνοντας την μυρωδιά απ’ το κατράμι και την πίσσα και το μόνο που ακούγονταν από ένα ραδιοφωνάκι ήταν η βραχνή φωνή του Σαββόπουλου

“…καλοκαίρι

 με την φέτα το καρπούζι στόνα χέρι

με φιλιά μισολιωμένα, καλοκαίρι

καλοκαίρι

 λίγες φλούδες στης κουζίνας το μαχαίρι…”

Advertisements