γραφει η ρενα ραψομανικη

fuga16Με τούτα και κείνα ο Μιχαλιός εξασφάλιζε το νοίκι, τα έξοδα των παιδιών, τα φάρμακα του πατέρα κι όταν η τύχη στεκόταν  καλή μαζί του αγόραζε τζοβαΐρια  για την Ανθούλα που κρεμόταν από τον λαιμό του παραληρώντας από χαρά. Παράλληλα, απολάμβανε τη μελέτη της αληθινής Φυσικής παρέα με τον Παύλο.

Μα τώρα το τελευταίο αυτό είχε τελειώσει.
Ούτε που θα ξαναπατούσε στο Πανεπιστήμιο.
Δεν είχε κανένα νόημα πια. Είχαν χωρίσει. Κι είχαν χωρίσει μαλωμένοι.

Η συννεφιά είχε εξελιχθεί σε ψιλόβροχο μα δεν το πήρε είδηση  παρά μόνο όταν τον πήρε ένα σύγκρυο. Ένα σύγκρυο που δεν ήξερε αν ήταν που είχε γίνει μούσκεμα ή το ’φερε εκείνη η ανατριχιαστική σκέψη: Δεν θα τον ξαναδώ ποτέ.

 
     §§§
 
Δεν τον ξαναείδε όντως ποτέ.
Βλέπεις, το φέρετρο που ταξίδεψε, δέκα χρόνια μετά, από τις Ηνωμένες Πολιτείες ως το νεκροταφείο της μικρής επαρχιακής πόλης, όπου ζούσαν οι γονείς του Παύλου, ήταν καρφωμένο. Είχε διαμελιστεί σε τροχαίο… είπαν.
 
   §§§
 
Και  τώρα, εν έτει 2000, ερχόταν η Αίγλη να του μιλήσει για ευκαιρίες.
Ποιος; Η Αίγλη!
Δεν χρειαζόταν να είναι κανείς προφήτης για να καταλάβει πριν καν ανοίξει το στόμα της πως είχε εξελιχθεί σε χαϊδεμένη του Συστήματος. Κάτι τέτοιους το Σύστημα τους λατρεύει. Ξέρει πως δεν θα του δημιουργήσουν ποτέ προβλήματα, τους ανεβάζει ως εκεί που θέλει και τους κρατάει μετέωρους και ευγνώμονες ώστε να μην τολμήσουν να εκφράσουν  την παραμικρή διαφωνία. 
Δεν είχε καμιά αντίρρηση γι αυτό. 
Ούτε η πρώτη θα ήταν ούτε η τελευταία.
Μα εκείνος τι σχέση είχε με όλα αυτά;
Και γιατί ανακατεύτηκε πάλι μαζί της;
Γιατί δεν έμεινε σταθερός στην αρχική του απόφαση –που κράτησε όσο το άναμμα ενός σπίρτου– να μην της απαντήσει και να την αφήσει θαμμένη στο πηγάδι της;
Γιατί την καλωσόρισε κι άρχισε ψιλοκουβέντα μαζί της;
Ποια ανεξήγητη αδυναμία τον κυβερνούσε;
Ή μήπως ήταν που γερνούσε;
Ήταν τα βυζιά της μια καλή δικαιολογία; (Τα βυζιά μια πενηντάρας, για να εξηγούμαστε, που δεν ήξερε καν αν είχαν μπαταλέψει.)
Μήπως, πάλι, ήταν ο εφηβικός του εγωισμός που περίμενε μια αναδρομική αποκατάσταση;
Άβυσσος η ψυχή των ανθρώπων.
Μα τώρα  είχε ανοίξει παρτίδες μαζί της και ένιωθε υποχρεωμένος να συνεχίσει.
Ήθελε λοιπόν στα σοβαρά να μιλήσουν για ευκαιρίες; Θα μπορούσε να απλώσει στο τραπέζι ιστορίες χαμένων ευκαιριών -ή κερδισμένων εξαρτάται από ποια σκοπιά το ‘βλεπες-  που θα την έκαναν να τρίβει τα μάτια της. Για την ώρα αρκούσε μία. Έβαλε το χέρι στο σωρό κι άφησε την τύχη να αποφασίσει. Ξέθαψε μια αιγαιοπελαγίτικη καλοκαιρινή ανάμνηση.  
 
Το καλοκαίρι του ’80 μπήκα πλήρωμα σ’ ένα μεγάλο κρουαζιερόπλοιο, για να συμπληρώσω το εισόδημά μου. Σερβίροντας στην τραπεζαρία αναγνώρισα ανάμεσα στους επιβάτες έναν σπουδαίο θεωρητικό Φυσικό. Σίγουρα τον γνωρίζεις: ένα στοιχειώδες σωμάτιο έχει πάρει το όνομά του. Καραδοκούσα να τον προσεγγίσω, μα η θέση μου δεν το έκανε εύκολο κι από πάνω ήταν πάντα τριγυρισμένος από τη συντροφιά του. Όμως όταν κάτι το θέλεις πολύ, όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να το αποκτήσεις –δεν έχει άδικο ο Coelho. Για χάρη μου το σύμπαν εξαπέλυσε μια  θύελλα με νότιους ανέμους που έφταναν τα δέκα μποφόρ. Το πλοίο δεν χαμπάριζε από τέτοια όμως η ατμόσφαιρα στα σαλόνια και τις καμπίνες δεν ήταν ό,τι καλύτερο. Εγώ, που δεν τον έχανα από τα μάτια μου, τον είδα να κατευθύνεται μόνος προς το κατάστρωμα να πάρει καθαρό αέρα. Φυσικά και δεν θα άφηνα την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη! Τον πλησίασα και άρχισα να σχολιάζω τις θεωρίες του χωρίς να παραλείψω να τονίσω πόσο κοντά ήταν στις ιδέες των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων. Στην αρχή φάνηκε κουμπωμένος -κοίταζε  αμήχανα τη στολή μου και διερευνητικά το καρτελάκι με τ’ όνομά μου– φαίνεται όμως ότι κάποια ψήγματα του λόγου μου κέντρισαν την περιέργειά του.  Δική του ήταν η ιδέα να  κάνουμε μια εκτενέστερη κουβέντα μόλις θα κατεβαίναμε στη στεριά. Μάλιστα χωρίζοντας αστειεύτηκε: «Εσείς οι Έλληνες δεν θα αλλάξετε ποτέ. Από τα αρχαία χρόνια συνηθίζετε να  φιλοσοφείτε μεσοπέλαγα και ούτε αυτός ο χαλασμός δεν είναι ικανός να  σας αποτρέψει.»
 
Δεν είχε περάσει πολλή ώρα και με  κάλεσε ο καπετάνιος ο οποίος, χωρίς να κρύψει την έκπληξη του -που πάντως δεν ήταν μικρότερη από την δική μου- με ενημέρωσε πως ο Άγγλος επιβάτης της σουίτας 1205  ζήτησε να με συναντήσει εκεί.  Σταμάτησε και με κοίταξε διερευνητικά θέλοντας ίσως να με βολιδοσκοπήσει μπας και βγάλει  κάποια άκρη μα το ανέκφραστο βλέμμα μου δεν τον βοηθούσε. Συνέχισε, λοιπόν, λέγοντας ότι η απόφαση ήταν αποκλειστικά δική μου, ήθελε όμως να ξέρω ότι από μέρους του δεν υπήρχε η παραμικρή αντίρρηση. Η έκφραση του καπετάνιου αποτύπωνε με εξαιρετική διαφάνεια τις σκέψεις του, ως προς το τι θα μπορούσε να θέλει από μένα ο διάσημος πελάτης –κοίταζε βέβαια τη φάτσα μου και κάτι δεν του κόλλαγε- μα δεν έκανα καμία προσπάθεια να του εξηγήσω. Τι να του εξηγήσω και τι να καταλάβει! Ρώτησα μόνο πόσο χρόνο μπορούσα να έχω στη διάθεσή μου και η απάντηση ήταν: “χωρίς χρονικούς περιορισμούς” – ο επιβάτης, βλέπεις, ήταν VIP .
 
Δυο ώρες μείναμε συνεπαρμένοι από τη συζήτηση. Είχαμε χάσει την αίσθηση του χρόνου και της τρικυμίας, οι κλυδωνισμοί του πλοίου δεν μας άγγιζαν, το τσάι με τα βουτήματα που είχε παραγγείλει έμεινε ανέγγιχτο να αχνίζει στα φλιτζάνια, όπου με τυπικό εγγλέζικο φλέγμα το είχε σερβίρει. Τα χαρτιά αλληλογραφίας που υπήρχαν στο γραφείο της σουίτας του γέμισαν τύπους, διαγράμματα, ολοκληρώματα. Όταν εξαντλήθηκαν χρησιμοποιήσαμε χαρτοπετσέτες, το μολύβι περνούσε από χέρι σε χέρι, ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο, η έξαψη ήταν αμοιβαία, η επικοινωνία αμφίδρομη. Όταν αδειάσαμε, γείραμε αναπαυτικά στις πολυθρόνες και συζητήσαμε σαν δυο παλιοί φίλοι πίνοντας το κρύο τσάι. Στην ερώτησή μου, γιατί δεν περίμενε να κατεβούμε στη στεριά, μου εξομολογήθηκε ότι έπαθε ολικό πανικό στη σκέψη πως μπορεί κάτι να παθαίναμε και να μην προλάβαινε να ακούσει ό,τι είχα να του πω – αυτά είναι τα απρόοπτα της ζωής.
 
Αντιμετώπισα με πικρό χιούμορ την πρότασή του να στελεχώσω την ερευνητική του ομάδα στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου: “Άστο καλύτερα. Θα ερχόμουν ευχαρίστως αν έβλεπα σε βάθος χρόνου κάποιο Νόμπελ. Ξέχασέ το όμως. Σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να στο δώσουν.” Τον είδα που στεναχωρήθηκε και για την άρνηση και για την πρόβλεψη και θέλοντας να βελτιώσω το κλίμα τον διαβεβαίωσα ότι αν τελικά το έπαιρνε, θα φορούσα σμόκιν και θα ταξίδευα στη Στοκχόλμη να παρακολουθήσω την τελετή. Μου ζήτησε την άδεια να διδάσκει στους φοιτητές του όσα είχαμε συζητήσει. Του ζήτησα, σαν χάρη, να μην αναφέρει ποτέ το όνομά μου. Μαθαίνω ότι όταν κάνει αναφορές χρησιμοποιεί την έκφραση: “Ένας  Έλληνες λέει…” Είμαι πολύ περήφανος που με αποκαλεί Έλληνα. Το έχω κερδίσει αυτό. Είκοσι χρόνια έχουν περάσει από τότε. Αλληλογραφούμε αραιά και πού. Ένας, διάσημος πια, εβδομηντάρης με μυαλό ξυράφι! Κάποτε αναρωτιέται πώς το ήξερα, από τότε, ότι δεν θα του έδιναν το Νόμπελ. “Α, εσείς οι Έλληνες, πως γίνεται να ξέρετε χωρίς να ρωτάτε;”
 
Οι ευκαιρίες, Αίγλη, δεν αξίζουν πενταράκι όταν έρχονται ουρανοκατέβατες. 
Είναι ανεκτίμητες όταν τις δημιουργείς εσύ ο ίδιος έστω και μόνο για να έχεις την ευχαρίστηση να τις κλωτσήσεις.
 
 
ΤΕΛΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
Advertisements