γραφει η Ρένα Ραψομανίκη

fuga14-Μην αφήσεις τη μάνα μου να με παντρέψει, είπε η Ανθούλα ψιθυριστά.

Ο Θανάσης πετάχτηκε αλαφιασμένος καθώς άκουσε την πόρτα της κάμαρας ν’ ανοίγει χωρίς τον παραμικρό θόρυβο.
Όχι πως ο ύπνος που διακόπηκε ήταν ήρεμος. Μια βδομάδα τώρα στο χωριό, υπάκουε με πολύ κόπο στη συνετή σκέψη: “δεν βάζεις τα φρύγανα δίπλα στη φωτιά.” 
Και τώρα τα φρύγανα στέκονταν πάνω από το κρεβάτι του κι εκείνος είχε γίνει μια αχόρταγη φωτιά διψασμένη να τα καταπιεί.
 
Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν ο εξάχρονος Μιχαλιός, που κοιμόταν στο διπλανό κρεβάτι, πήρε είδηση το λαμπάδιασμα που πυράκτωσε τον χώρο σαν ήλιος μεσοκαλοκαιριάτικου μεσημεριού, αν άκουσε το τριζοβόλημα που έκαναν τα φρύγανα καθώς τα ρουφούσε η φωτιά, αν τρόμαξε από το ρεσάλτο του πειρατή που κούρσευε ένα σώμα, αν μύρισε το χάραμα τ’ αποκαΐδια από δύο αποκαμωμένα κορμιά που χώρισαν αξημέρωτα για να υποδυθούν  τ’ ανήξερα. Το σίγουρο είναι πως κανείς άλλος μέσα στο σπίτι δεν πήρε είδηση τη μυρωδιά της ανομίας που κάθε νύχτα άναβε κι έσβηνε πόθους, φλόγιζε και δρόσιζε κορμιά, ανακάτευε παράδεισο και κόλαση, έκανε ανεξέλεγκτο το απαγορευμένο, έβαζε τη σωφροσύνη στο περιθώριο κι αναγόρευε την  ηδονή υπέρτατο διαχειριστή. 
 §§§
 
Όταν η εγκυμοσύνη δεν μπορούσε πια να μείνει κρυφή η Ανθούλα τα ’πε χαρτί και καλαμάρι στη μάνα.
Εκείνη δύο πράγματα είχε να κάνει.
Έστειλε ένα λιγόλογο τηλεγράφημα στη Γερμανία:
Έλα να μου αδειάσεις τη γωνιά από την τσούλα σου, το μπαστάρδικό της και τον γιό σου – με τον καημό του θα φύγω.
Ύστερα ξάπλωσε στο κρεβάτι και πέθανε. Ανακοπή, είπαν. Η γιαγιά, όσο κι αν έδειχνε σιδερένια, αποδείχτηκε πως δεν είχε κουράγιο να αντιμετωπίσει μια αδηφάγα κοινωνία που διψούσε να σχολιάζει τ’ ανήκουστα. Μια κοινωνία που δεν χόρταινε ν’αναμασά, με γαργαλιστικές λεπτομέρειες,  γεγονότα που  την έβγαζαν από τη ρουτίνα της καθημερινότητάς της.
Ο Θανάσης δεν θέλησε να διακινδυνέψει μια δεύτερη γέννα στην ξενιτειά.Του ‘φτανε   και του περίσσευε η οδυνηρή εμπειρία της πρώτης. Παζάρεψε λοιπόν μια καλή αποζημίωση –ψίχουλα για τους Γερμανούς, μα που η ισοτιμία μάρκου-δραχμής τα έκανε χρυσάφι – πήρε το πρώτο αεροπλάνο και εμφανίστηκε να αναλάβει τις ευθύνες του. Το χωριό δεν τους χωρούσε πια και η μετακόμιση στην πρωτεύουσα του νομού κρίθηκε σαν η μόνη λύση.
 
Ο Μιχαλιός δεν πολυκατάλαβε πώς η θεία -που είχε συνηθίσει να την βλέπει περισσότερο σαν μεγαλύτερη αδελφή- άλλαξε ρόλο. Μα ούτε και νοιάστηκε να το ξεδιαλύνει έτσι καθώς αρμένιζε σε πελάγη ευτυχίας. Γιατί, αν η γιαγιά τού είχε ανοίξει διάπλατα την πόρτα στον αέρινο κόσμο της φαντασίας, ο Θανάσης τον έμπασε στον στέρεο –αλλά εξ ίσου γοητευτικό- κόσμο της τεχνολογίας. Το μικρό ηλεκτρολογικό του εργαστήριο αποτέλεσε τον κόσμο των θαυμάτων για τα παιδικά του μάτια. Εκεί γνωρίστηκε με καλώδια, μπρίζες, διακόπτες, πηνία, πυκνωτές, αντιστάσεις, που τον θάμπωναν και τον έκαναν ασταμάτητα να ρωτάει. Όταν τέλειωναν οι σχολικές υποχρεώσεις ο δρόμος δεν τον έφερνε στο σπίτι αλλά  στο εργαστήριο και σύντομα έγινε πολύτιμος βοηθός του πατέρα. Ανείπωτη ήταν η έξαψη που τον πλημμύριζε κάθε φορά που κατέφθανε για επιδιόρθωση κάποιο από τα λιγοστά ραδιόφωνα της γειτονιάς. Είχε μάθει να ξεβιδώνει  το καπάκι, χρησιμοποιώντας με προσοχή το κατσαβίδι, και τότε βρισκόταν μπροστά σ’ ένα χαοτικό περιβάλλον γεμάτο αινιγματικά εξαρτήματα που σιγά-σιγά, μέσα από μια διαδικασία μύησης,  αποκτούσαν νόημα και σκοπό.  Η πιο συνηθισμένη βλάβη ήταν κάποια καμένη λυχνία. Την εντόπιζαν, την αντικαθιστούσαν με μια λαμπερή καινούργια και γιόρταζαν το απερίγραπτο συναίσθημα που νιώθεις όταν μεταγγίζεις ζωή. Το σιωπηλό ραδιόφωνο άρχιζε να κελαηδάει πάλι κι αυτό ήταν ένα μαγικό αποτέλεσμα ολωσδιόλου τεχνοκρατικό και καθόλου υπερφυσικό. Η άχρηστη λυχνία έμπαινε στο ξύλινο κουτί με τους θησαυρούς του με μια μικρή ετικέτα όπου, με τον αδιαμόρφωτο παιδικό γραφικό του χαρακτήρα, είχε καταγράψει την ημερομηνία μαζί με κάποιο σχόλιο -ένα είδος ημερολόγιου.
 
Τελειώνοντας το δημοτικό έβλεπε πολλά σούρτα-φέρτα του πατέρα στο σχολείο. Έστηνε αυτί μα δυσκολευόταν να αποκωδικοποιήσει τα μισόλογα που άκουγε -το σίγουρο ήταν ότι είχαν να κάνουν μαζί του. Ο δάσκαλος είχε  διαγνώσει τις ιδιαίτερες ικανότητες του παιδιού. 
-Στο επαρχιακό Γυμνάσιο θα χαραμιστεί. Πρέπει να πάει σε δασκάλους που να μην έρχονται σε δύσκολη θέση με τις απορίες του όπως το ’παθα εγώ πάμπολλες φορές. Έχανα τη σιγουριά μου μαζί του καθώς έβλεπα εκείνο το όλο αθωότητα ερωτηματικό βλέμμα κι αναρωτιόμουνα τι αλλόκοτο θα βρει να ξεφουρνίσει πάλι. Τι να πρωτοθυμηθώ; Τότε που δίδασκα τον ηθικοπλαστικό μύθο του τζίτζικα και του μέρμηγκα με στόχο να εμφυσήσω στους μαθητές μου την ιδέα της αποταμίευσης και της πρόνοιας για το αύριο; Τα είχα σχεδόν καταφέρει όταν έβλεπα με απελπισία το χεράκι του να σηκώνεται για να διατυπώσει, όλο ευγένεια και χωρίς καμία διάθεση να πουλήσει εξυπνάδα, την ένστασή του: «κύριε, εγώ τον λυπάμαι τον μέρμηγκα. Χαράμισε το όμορφο καλοκαίρι του φροντίζοντας για τον χειμώνα. Κι αν το φθινόπωρο κάποιο παπούτσι τον πατούσε και δεν προλάβαινε να χαρεί εκείνα που είχε μαζέψει; Ο τζίτζικας τουλάχιστον γλέντησε τον καιρό που του ανήκε δικαιωματικά.» Μου χάλαγε όλο το δίδαγμα κι έβαζε και ιδέες στους συμμαθητές του που άρχισαν να βλέπουν το πράγμα διαφορετικά. Ή την άλλη φορά που εξιστορούσα τον μύθο του Ηρακλή μπροστά στο σταυροδρόμι της αρετής και της κακίας; Το μυαλουδάκι του γεννούσε ένα σωρό ενδοιασμούς:»και σε ποιο δρόμο περπατούσε, κύριε,  πριν φτάσει στο σταυροδρόμι; Υπάρχει κι άλλος δρόμος εκτός από τους δρόμους της αρετής και της κακίας. Κι έπειτα πως ήξερε τι θα αντιμετωπίσει σε κάθε δρόμο; Ιδέα δεν είχε πέρα από ό,τι του λέγανε οι δύο γυναίκες. Μα η κάθε μια θα έλεγε για λογαριασμό της όσες  ανακρίβειες γούσταρε για να τον πάρει με το μέρος της. Όπως οι διαφημίσεις στο ραδιόφωνο που λένε πως κάθε απορρυπαντικό είναι καλύτερο από το άλλο, μα η Ανθούλα μόνο αν δοκιμάσει μπορεί να πει ποιο είναι πιο καλό.» Όχι, δεν είναι ένα συνηθισμένο παιδί και δεν πρέπει να πάει σε συνηθισμένο σχολείο. Μόνο το Βαρβάκειο είναι αντάξιό του.    
 
Ο Θανάσης  βρέθηκε αντιμέτωπος με επιτακτικά διλήμματα. Πάνω που η ζωή άρχιζε να στρώνει  -κι αυτό δεν έγινε ούτε ανώδυνα ούτε άκοπα– θα ξεκινούσε πάλι από την αρχή; Μα η Ανθούλα, που δεν ξεχώριζε τον Μιχαλιό από την κόρη της, έγειρε την πλάστιγγα κι έπεισε τον Θανάση πως καμιά θυσία δεν είναι μεγάλη για τo καλό των παιδιών. Ο δάσκαλος βάλθηκε να τον προγυμνάζει τα απογεύματα –αφιλοκερδώς– για τις απαιτητικές εξετάσεις. Στο τέλος Ιουνίου ένα πλοίο αναχωρούσε από το Ηράκλειο για την Αθήνα κι ο Μιχαλιός, ανεβασμένος στο κατάστρωμα, έσφιγγε στο στήθος το πολυτιμότερο αντικείμενο -το κουτί με τους θησαυρούς– ενώ κουνούσε το ελεύθερο χέρι αποχαιρετώντας τον δάσκαλο που είχε έλθει στο λιμάνι να τους ξεπροβοδίσει. Και συνέχισε να το κάνει ώσπου η ακτή έγινε μια κουκκίδα κι ο δάσκαλος άφαντος. Κι ήταν το πρώτο της ζωής του θαλασσινό ταξίδι κι η τελευταία του μέρα στον κόσμο των παιδιών!
                                                                          §§§
 
Η Ανθούλα περίμενε τον Μιχαλιό να τελειώσει με τις εισαγωγικές για το Πανεπιστήμιο.
Όχι πως ήταν εύκολο.
Η φωτιά που κατάκαιγε τα σωθικά της δεν ήξερε τι θα πει αναμονή και τα ακόλαστα όνειρα, που την κυνηγούσαν τα βράδια, την έκαναν να πετάγεται ιδρωμένη και, περπατώντας αθόρυβα προς το νιπτήρα να ρίξει δροσερό νερό στο ξαναμμένο της πρόσωπο, κοντοστεκόταν μπροστά από το δωμάτιό του, κοίταζε τη φωτισμένη χαραμάδα στο κάτω μέρος της πόρτας -σημάδι πως ξαγρυπνούσε πάνω από τα βιβλία του- αφουγκραζόταν την πηχτή σιωπή που καμιά φορά διακοπτόταν από το τρίξιμο που κάνει το ξεφύλλισμα ενός βιβλίου και, καταπνίγοντας την παρόρμηση να μπει μέσα, απομακρυνόταν ακροπατώντας.
Ο Μιχαλιός την έπαιρνε πάντα είδηση. Η αύρα της συνοδευόταν από τέτοιον καταιγισμό χρωμάτων που δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Λαχταρούσε ν’ ακούσει το στρίψιμο της πετούγιας μα ανακουφιζόταν που άκουγε το αλαφροπάτητο βήμα της να προσπερνάει.
 
Συνεχίζεται…
Advertisements