Τα ερωτήματα που τίθενται ακόμη και σήμερα για το φιλοσοφικό έργο του Νίτσε είναι επίκαιρα και ζωντανά σε κάθε κοινωνική-φιλοσοφική συζήτηση. Ισως να μην υπάρχει άλλος στοχαστής που τα κείμενά του να έχουν αναλυθεί από πολλές και διαφορετικές γωνίες. Παρ’ όλα αυτά, ο απολογισμός για τις θετικές ή τις αρνητικές κριτικές που έχουν γραφεί για αυτόν καταλήγει σε ισόπαλο αποτέλεσμα.

Ετσι, το έργο του Γερμανού στοχαστή εξακολουθεί μέχρι σήμερα να έχει μεγάλο ενδιαφέρον και συνεχίζει να προκαλεί ερωτήματα που επιδέχονται διαφορετικές απαντήσεις.

Αρκεί να αναλογιστούμε τον όγκο του έργου, και ορισμένα βασικά ερωτήματα που επαναδιατυπώνονται υπάρχουν ακόμη και σήμερα, όπως: Νίτσε και αθεϊσμός ή φιλοσημίτης-αντισημίτης. Μήπως ο φιλόσοφος που τροφοδότησε τη ναζιστική θεωρία του Χίτλερ; Αλλα κλασικά ερωτήματα είναι οι σχέσεις του με τις γυναίκες και για την ασθένειά του.

Σ’ αυτά τα ερωτήματα έρχονται να μας δώσουν τεκμηριωμένες απαντήσεις οι συγγραφείς Ρόμπερτ Κ. Σόλομον και Κάθλιν Μ. Χίγκινς, καθηγητές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Τέξας και μελετητές του έργου του Νίτσε, με το βιβλίο τους «Τι είπε στ’ αλήθεια ο Νίτσε». Η Κατερίνα Σχινά ανθολόγησε με μεγάλη ευαισθησία και ευθύνη σχεδόν όλες τις απόψεις του στοχαστή στο βιβλίο της «Ο Νίτσε από το Αλφα ώς το Ωμέγα».

Ο Μάριο Λέις, στο βιβλίο του «Ο Νίτσε και οι γυναίκες της ζωής του», μελετά μία από τις πιο ευαίσθητες πτυχές του, που είναι η προσωπική του ζωή, και, αφαιρώντας το φιλοσοφικό πέπλο, παρουσιάζει την καθημερινότητά του και τς σχέσεις του με τις γυναίκες.

Οι συγγραφείς, από διαφορετική πλευρά, έφεραν εις πέρας ίσως το πιο δύσκολο «άθλημα»: να σταχυολογήσουν τις φιλοσοφικές απόψεις από το ογκώδες έργο του Νίτσε και να τις δώσουν με κριτικό τρόπο, συνδυάζοντας την ακρίβεια της ερμηνείας με τη φραστική συντομία και διαύγεια. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες ο αναγνώστης έχει πειστεί ότι η περιήγησή τους μέσα στο λαβύρινθο της νιτσεϊκής σκέψης δεν ήταν κάτι εύκολο.

Οι συγγραφείς γνωρίζουν σε βάθος όλη τη συγγραφική παραγωγή -τυπωμένη ή σε χειρόγραφη κατάσταση- του Γερμανού φιλοσόφου, με πνεύμα συστηματικό, καθαρό, μεθοδικό, χωρίς εξωγενείς παράγοντες. Αυτό τον πλούσιο αλλά και πολύ ακατάστατο και θολό κόσμο ιδεών φροντίζουν να τον παρουσιάσουν με άκρα ευσυνειδησία, τεκμηριώνοντας κάθε βήμα της ανάλυσής τους με χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το νιτσεϊκό έργο, αποδίδοντας τους φιλοσοφικούς και κοινωνικοπολιτικούς όρους του.

*Η «Βιβλιοθήκη» μέσω του enet.gr προσφέρει βιβλία σε τρεις τυχερούς. Αυτό το Σάββατο: Ρόμπερτ Κ. Σόλομον – Κάθλιν Μ. Χίγκινς, «Τι είπε στ’ αλήθεια ο Νίτσε», εκδόσεις Μεταίχμιο.

Δύο αλφαβητάρια της νιτσεϊκής σκέψης

Το βιβλίο των Ρόμπερτ Κ. Σόλομον και Κάθλιν Χίγκινς «Τι είπε στα αλήθεια ο Νίτσε» απαντά στα ερωτήματα που έχουν τεθεί εδώ και πολλά χρόνια και είναι ακόμη επίκαιρα, σε όλες τις φιλοσοφικές και κοινωνικές-πολιτικές συζητήσεις. Στον πρόλογό τους οι συγγραφείς, κατανοώντας τη μεγάλη ευθύνη της ερμηνείας του έργου του Νίτσε, σημειώνουν:

«…δεν θα επιχειρήσουμε στο παρόν βιβλίο να στριμώξουμε τον Νίτσε μέσα σ’ ένα κοστούμι που δεν του ταιριάζει. Επιθυμούμε να διασκεδάσουμε τους μύθους και τις φήμες, να προσφέρουμε χρήσιμες συμβουλές και κατευθύνσεις για την ανάγνωση του έργου του (…) θέλουμε να υπαινιχθούμε, το λιγότερο τη σύνθετη, ευαίσθητη και μερικές φορές γνήσια αμφίθυμη φύση των ποικίλων εκστρατειών που εξαπέλυσε ο Νίτσε ενάντια στις μνημειώδης δυνάμεις του χριστιανισμού και της ηθικής, και τις ποικίλες επιθέσεις του σε προσωπικότητες (…)

»Αλλά το σημαντικότερο απ’ όλα, θέλουμε να δώσουμε έμφαση στον καταφατικό χαρακτήρα της φιλοσοφίας του Νίτσε, στις θετικές του προτάσεις, τις διάσημες παρεξηγημένες αρχές και μανίες του. Να αντιμετωπίζουμε τον Νίτσε ως μια κατεξοχήν αρνητική προσωπικότητα, ως τον «μέγα καταστροφέα», σημαίνει ότι έχουμε παρανοήσει πλήρως τι ήθελε να πει…».

Μέσα από το βιβλίο των Σόλομον και Χίγκινς, ο αναγνώστης παίρνει απαντήσεις και στα σημερινά ερωτήματα, όπως, ήταν πραγματικά άθεος, αντισημίτης, ρατσιστής, μισογύνης, ή ο φιλόσοφος που επηρέασε τον Χίτλερ, και κατά πόσο μπορεί αυτό να είναι κατηγορία εις βάρος τής φιλοσοφικής του σκέψης; Είναι ένα εγχειρίδιο για την προσέγγιση της φιλοσοφικής σκέψης του Νίτσε.

**Η Κατερίνα Σχινά με το δικό της βιβλίο, «Ο Νίτσε από το Αλφα ώς το Ωμέγα», με καθαρά νιτσεϊκό ιδίωμα γραφής (το αποσπασματικό και αφοριστικό που ταιριάζει περισσότερο στη γραφή του φιλοσόφου), μας βάζει μέσα στο σύνολο του έργου τού στοχαστή, για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε το βάθος της σκέψης του και τη συνεχή ανατρεπτική εξέλιξη της φιλοσοφίας του. Ανετα μπορεί να ονομαστεί το φιλοσοφικό αλφαβητάρι της νιτσεϊκής φιλοσοφίας.

Ο Νίτσε και οι γυναίκες

MARIO LEIS
Ο Νίτσε και οι γυναίκες της ζωής του
ΜΤΦΡ.: ΗΛΙΑΣ ΚΡΙΠΠΑΣ

Για την προσωπική ζωή του Νίτσε έχουν γραφεί πολλά και αμφισβητούμενα. Οι περισσότεροι μελετητές του έχουν σταθεί στην ερμηνεία της συμπεριφοράς του απέναντι στο άλλο φύλο μόνο από τα όσα έχει καταγράψει στο φιλοσοφικό του έργο και όχι από την καθημερινή συμπεριφορά και τον τρόπο σκέψης του.

Ο Μάριο Λέις στη μελέτη του «Ο Νίτσε και οι γυναίκες της ζωής του» ερευνά τη συμπεριφορά του Γερμανού φιλοσόφου πέρα από τις φιλοσοφικές του απόψεις, μπαίνει μέσα στον τρόπο λειτουργίας τής σκέψης του και μελετά σπιθαμή προς σπιθαμή κάθε λέξη της προσωπικής αλληλογραφίας με συγγενείς και φίλους του. Με σεβασμό στην προσωπικότητα, αποφεύγει κάθε ακρότητα που θα διαστρέβλωνε το αποτέλεσμα.

«Οταν ένας άνδρας βρίσκεται μέσα στο δικό του θόρυβο -γράφει ο Νίτσε στη «Χαρούμενη επιστήμη»-, μέσα στην τύρβη των δικών του σχεδίων και σκοπών, τότε μπορεί να δει να γλιστρούν μπροστά του σιωπηλά, μαγικά πλάσματα, από τα οποία λαχταρά απόλαυση και μυστικότητα – τις γυναίκες. Σχεδόν πιστεύει ότι ο καλύτερος εαυτός του ζει εκεί, ανάμεσα στις γυναίκες, σε αυτούς τους ήσυχους τόπους, ακόμη και η ηχηρότερη αντάρα μετατρέπεται σε νεκρική σιωπή και η ίδια η ζωή μετατρέπεται σε όνειρο ζωής».

Μέσα από το βιβλίο τού Λέις ο αναγνώστης παίρνει μια τεκμηριωμένη απάντηση στο ερώτημα για τις σχέσεις του Νίτσε με τις γυναίκες και γίνεται γνώστης των αναποτελεσματικών ερωτικών σχέσεων, αλλά και της υποβόσκουσας σύγκρουσης των φιλοσοφικών απόψεων, και την κλειστοφοβική, αυστηρή χριστιανική και λουθηρανική ανατροφή του.

Φιλόσοφος χωρίς ηθική

«Οι κακοί άνθρωποι δεν τραγουδούν», αλλά και «οι καλοί δεν λένε ποτέ την αλήθεια», γράφει ο Νίτσε (Friedrich Nietzsche, 1844-1900) στο «Λυκόφως των ειδώλων» και στο «Ιδε ο άνθρωπος» αντιστοίχως, αποσπάσματα των οποίων, μαζί με τη «Θέληση για δύναμη», περιλαμβάνονται στην παρούσα έκδοση.

Το έργο «Ιδε ο άνθρωπος: Πώς γίνεται κανείς αυτό που είναι» (Ecce Homo, φράση του Πόντιου Πιλάτου όταν παρουσίασε τον Ιησού στους Ιουδαίους) -το οποίο γράφτηκε σε είκοσι μέρες (Τορίνο, 1888), σε μια περίοδο περιπλάνησης του Νίτσε στην Ιταλία και εμφανούς εκδήλωσης της παράνοιάς του- αποτελεί την αυτοβιογραφία του, όπου παρουσιάζει ανασκοπικά και κριτικά το βίο του, το συγγραφικό του έργο, την εξέλιξή του ως φιλοσόφου, επανεξετάζει και διασαφηνίζει τις θέσεις του, όμως κυρίως ασκεί κριτική στους «ήρωές» του, Σοπενάουερ, Βάγκνερ, Χριστό, Σωκράτη.

Με διάθεση μεγαλοϊδεατισμού αλλά και αυτοειρωνείας οι επιμέρους θεματικές του έργου: «Γιατί είμαι τόσο σοφός», «Γιατί είμαι τόσο έξυπνος», «Γιατί γράφω τόσο καλά βιβλία», «Γιατί είμαι ένα πεπρωμένο». Διατείνεται ότι είναι «σοφός» χάρη στην οξεία αντιληπτική του ικανότητα όσον αφορά τις ανθρώπινες συμπεριφορές. Αιτιολογεί την πολεμική και την κριτική ως χαρακτηριστικά του «ισχυρού», ενώ η μνησικακία και η εκδίκηση είναι πάθη του «αδύναμου». Επαινεί τη μοναξιά και την «επιστροφή στον εαυτό» που κατορθώνει ο σοφός, και βδελύσσεται τον ανθρώπινο όχλο, μολονότι ο ίδιος «προσπαθεί να μη συμπεριφέρεται υπεροπτικά στις καθημερινές συναναστροφές του».

Ισχυρίζεται ότι είναι έξυπνος διότι έχει εντοπίσει εκείνους τους τόπους όπου οι κλιματολογικές και διατροφικές συνθήκες ευνοούν την έκφραση της διάνοιας, όπως η Αθήνα, η Φλωρεντία, το Παρίσι, η Προβηγκία, η Ιερουσαλήμ. Αν και είχε πρωσική υπηκοότητα, την οποία κατόπιν αποποιήθηκε παραμένοντας «άπατρις», ο Νίτσε δηλώνει καθαρόαιμος Πολωνός ευγενής. Εγκωμιάζει τον πολιτισμό των Γάλλων που τον επηρέασαν -Πασκάλ, Μοντέν, Ρακίνας, Σταντάλ-, ενώ εκφράζει τον οιονεί αποτροπιασμό του προς το γερμανικό έθνος, το οποίο, απ’ όπου κι αν πέρασε, κατέστρεψε την κουλτούρα των λαών. Εξαίρεση ο Βάγκνερ, επιστήθιος φίλος, αρωγός και πηγή της έμπνευσής του για πολλά χρόνια – μέχρι την εποχή που διαπληκτίστηκαν και απομακρύνθηκαν.

«Γράφει καλά βιβλία», που απευθύνονται σε συγκεκριμένο κοινό αναγνωστών, ευγενών και εκλεπτυσμένων, και προτρέπει όλους να μελετήσουν το δημιούργημά του, τον Ζαρατούστρα, αυτόν τον ιδεαλιστικό τύπο ανώτερου ανθρώπου, μίγμα αγίου και μεγαλοφυΐας. Με τη θεματική «Γιατί είμαι ένα πεπρωμένο» ολοκληρώνεται το «Ιδε ο άνθρωπος», με επικρίσεις για τη χριστιανική ηθική, που διαστρεβλώνει την πραγματικότητα με ψευδείς πεποιθήσεις, προκαλεί ενοχές και απορρίπτει το σώμα υπέρ μιας μεταθανάτιας «σωτηρίας της ψυχής». Αλλωστε στο νιτσεϊκό σύστημα ο Διόνυσος, ο θεός της αφθονίας της ζωής, θα αντικαταστήσει τον Ιησού.

Στο «Λυκόφως των ειδώλων (ή Πώς φιλοσοφεί κανείς με το σφυρί)» (1888), που γράφτηκε σύμφωνα με την όπερα του Βάγκνερ «Το λυκόφως των θεών», ασκεί κριτική στα «είδωλα» της παγκόσμιας ιστορίας των ιδεών, Σωκράτη, Πλάτωνα, Καντ, το χριστιανισμό, και στο σύγχρονό του γερμανικό πολιτισμό, ενώ επιδοκιμάζει την ισχυρή προσωπικότητα των Ναπολέοντος, Γκέτε, Ντοστογιέφσκι, Θουκυδίδη, σοφιστών. Διαπιστώνει την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, και στο αριστοτελικό δίλημμα «ή θηρίο ή θεός», ο Νίτσε απαντά «φιλόσοφος».

*Δρ Φιλοσοφίας

Χριστιανισμός, η «μεταφυσική του δήμιου»

Ο ίδιος δηλώνει α-ήθικος, χωρίς σύστημα ηθικής, γι’ αυτό αρνείται τις θρησκείες που επιδιώκουν την επιβολή μιας παγκόσμιας ηθικής μέσω της ενοχής και της ποινής· τέτοια μέσα χρησιμοποιεί και ο χριστιανισμός, η θρησκεία των αδύναμων και των ασθενών, η «μεταφυσική του δήμιου». Το νιτσεϊκό αίτημα είναι η «μεταξίωση των αξιών», δηλαδή η αντικατάσταση των αξιών της χριστιανικής ηθικής από έναν κώδικα συμπεριφοράς στο πρότυπο του Υπερανθρώπου.

Η «Θέληση για δύναμη» είναι το σύνολο των άτακτων σημειώσεων του Νίτσε (1883-1885), που διέσωσε, οργάνωσε και εξέδωσε η αδελφή του, Ελισάβετ. Σ’ αυτά τα γραπτά, ιδιαίτερου φιλοσοφικού ενδιαφέροντος, ο Νίτσε ασκεί κριτική στη γερμανική και την ελληνική φιλοσοφία. Ψέγει τους Γερμανούς -Λάιμπνιτς, Καντ, Χέγκελ, Σοπενάουερ- διότι δημιούργησαν συστήματα που δεν ήταν φιλοσοφικά, αλλά μορφές ρομαντισμού και νοσταλγίας, χωρίς καμία πρωτοτυπία. Ολες οι ερμηνείες για τον κόσμο διατυπώθηκαν από τους Προσωκρατικούς, τους αληθινούς φιλοσόφους των Ελλήνων, και εμείς καταλήγουμε να αναμασάμε τις απόψεις τους· είμαστε «περιφερόμενα ελληνίζοντα φαντάσματα».

Ο Σωκράτης, μεγάλη μορφή στο νιτσεϊκό έργο, σηματοδοτεί μέσω της διαλεκτικής τη νίκη «των πολλών» εναντίον της μίας κι αδιαπραγμάτευτης αλήθειας -αυθεντίας- των ολίγων, τους οποίους τελικώς γοήτευσε, αφού πρώτα ειρωνεύτηκε, χλεύασε κι εξόργισε. Ωστόσο ο Νίτσε κατηγορεί τον Σωκράτη ότι περιέπεσε σε ηθικολογία θυσιάζοντας την αριστεία στη γνώση, με αποτέλεσμα να μην κατορθώσει να ανέλθει στο πνευματικό μεγαλείο ενός Δημόκριτου, ενός Ιπποκράτη, ενός Θουκυδίδη. Αυτή η κυριαρχία της αρετής και η υπερκέραση της φιλοσοφίας από την ηθική -δηλωτική παρακμής- μετατράπηκε σε ηθικό φανατισμό στον Πλάτωνα, εξαλείφοντας κάθε ίχνος παγανισμού στο στοχασμό του.

Οι επίγονοί του, με θεωρίες καταπίεσης του σώματος και καταστολής των επιθυμιών του, προετοίμασαν το έδαφος για την επιβολή του χριστιανισμού. Παρόμοια, στη γερμανική φιλοσοφία: ο Σοπενάουερ φτάνει να αρνηθεί τα εγκόσμια και να γίνει «μυστικός», ο Καντ υποστηρίζει την καθολική κυριαρχία των ηθικών αξιών και ο Χέγκελ αναδεικνύει την κυριαρχία της ηθικής στην Ιστορία με τη θεωρία του για τον πόλεμο και τους σπουδαίους άνδρες.

Το αίτημα του Νίτσε είναι μια «αντικειμενικότητα» στη φιλοσοφία ως ηθική αδιαφορία σχετικά με την εκδήλωση των πολλαπλών εκφάνσεων του χαρακτήρα, καθώς και με τη χρήση κάθε είδους μέσων – ακόμα και δόλιων. Η πρότασή του συνίσταται στη «φυσικοποίηση» της ηθικής, δηλαδή στην αντικατάσταση των ηθικών αξιών από φυσιοκρατικές και στην αναγνώριση των παθών ως κυρίαρχων στην ανθρώπινη φύση.

Στο ερώτημα αν υπάρχουν φιλόσοφοι στη νεότερη εποχή, ο Νίτσε απαντά αρνητικά, επιρρίπτοντας την ευθύνη στις κοινωνικές συνθήκες: στο παρελθόν, οι φιλόσοφοι ζούσαν με το φόβο του θανάτου στην πυρά, ωστόσο οι καταστάσεις ήταν ευνοϊκές για τη διαμόρφωση μιας οξύνοος και τολμηρής προσωπικότητας. Στη νεότερη εποχή, ο φιλόσοφος κατέκτησε μεν την ελευθερία λόγου και έκφρασης, ωστόσο το γενικό κλίμα -εν ονόματι της αρχής της «ισότητας των ανθρώπων»- προάγει τη θορυβώδη δημοσιότητα ευτελούς επιπέδου, με την κυριαρχία των δημαγωγών-θεατρίνων.

enet.gr

Advertisements