γραφει η Ρένα Ραψομανίκη

fuga12Ο μικρός Μιχαλιός μεγάλωνε σ’ ένα σπίτι δίχως άντρες. Ο πατέρας έλειπε στη Γερμανία, που η φαντασία του την τοποθετούσε  στα πέρατα του κόσμου, μα ερχόταν το δίχως άλλο κάθε καλοκαίρι. Ο παππούς όμως, κι ας είχε τ’ όνομά του, δεν είχε φανεί ποτέ στο σπίτι. Έλειπε, του ’λεγαν, σε μακρινό ταξίδι πιο πέρα κι από τη Γερμανία. Πώς γίνεται να πάει κανείς πιο πέρα από την άκρη του κόσμου;  Έμαθε να ερμηνεύει την απουσία του ως αδιαφορία και να την ταυτίζει με έλλειψη αγάπης. Γιατί αν ο παππούς τους αγαπούσε, θα εύρισκε τρόπο να έλθει έστω και για μια μέρα κοντά τους. Τη στέρηση του αρσενικού, όμως, εξισορροπούσε η πληθώρα θηλυκού. Το σπίτι ήταν γεμάτο θείες που ξεσυνερίζονταν ποια να τον κανακέψει περισσότερο. Κι όντας  μοναδικός αρσενικός μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο γυναίκες έπαιρνε γενναιόδωρα και πλουσιοπάροχα όλη εκείνη τη φροντίδα και την αγάπη που τον βοήθησαν να μην βιώσει την απουσία της  μάνας.

Ήταν όμως η φιγούρα της γιαγιάς εκείνη που στιγμάτισε τα παιδικά του χρόνια. Η κρητικιά γιαγιά, λεβέντισσα, ανυπόταχτη, παλικαρού, ήξερε να κουλαντρίζει το τιμόνι του σπιτιού σαν δέκα άντρες μαζί. Σε κάθε λάθος ή παράλειψη των θυγατέρων της ξεσπούσαν οι κεραυνοί της οργής της που έκαναν τους τοίχους να τραντάζονται και την υπαίτια να ζαρώνει στη γωνιά. Κουμαντάριζε τις οικονομικές συναλλαγές με πείρα και γνώση και ο πρώτος εξυπνάκιας, που υποτιμώντας την ευστροφία της, διανοήθηκε να την ξεγελάσει έφυγε με την ουρά στα σκέλια. Το πάθημα του έκανε το γύρο του χωριού. Θέμα συζήτησης στο καφενείο για τους άντρες που θέλοντας και μη την αποδέχτηκαν ως ισότιμη. Θέμα συζήτησης και για τις γυναίκες, στα κατώφλια, που στα φανερά εκθείαζαν τον δυναμισμό της μα με υπονοούμενα αμφισβητούσαν τη γυναικεία της υπόσταση.
 
Κι όμως είχε γυναικεία υπόσταση αυτή η σιδερένια γυναίκα και το χαμόγελο του Μιχαλιού λειτουργούσε σαν καταλύτης για να την βγάλει στο φως. Η παρουσία του την μεταμόρφωνε, την έκανε να χάνει τη χαλύβδινη αυτοπειθαρχία της, την έκανε ευαίσθητη κι εύθραυστη σαν κλωστούλα. Κι εκείνος δεν έχανε ευκαιρία να βρίσκεται δίπλα της. Παρέα περνούσαν τις ώρες της σκόλης. Στην προσήλια αυλή τις χειμωνιάτικες λιακάδεςστην παρασιά τα κρύα χειμωνιάτικα βράδιαστη σκιά της μεγάλης μουριάς τα καλοκαιρινά απομεσήμερα.  Εκείνη όλο με κάτι απασχολούσε τα χέρια της, έγνεθε ή ξεκούκκιαζε καλαμπόκι, έτριβε τραχανά ή μαντάριζε κάλτσες μα η καρδιά της άνοιγε διάλπατα κι η γλώσσα της πήγαινε ροδάνι αποκαλύπτοντας θησαυρούς που η ζωή είχε σωρεύσει μέσα της. Δεν χρειάστηκε ποτέ να την παρακαλέσει. Άρχιζε αυθόρμητα τραγούδια για βασιλοπούλες και παραμύθια για  δράκους, ιστορίες για νεράιδες και θρύλους για ξωτικά  με ρίζες που χάνονται στα βάθη αιώνων. Κι ήταν τόσο ζωηρές οι αφηγήσεις της που ο μικρός ένιωθε την παιδική του ανάσα να κόβεται με το ξυράφι μα αντί να πτοηθεί, ζητούσε μαγνητισμένος ν’ ακούσει κι άλλα ή έστω να  ξανακούσει τα ίδια για πολλοστή φορά.  

Τα μάτια της πετούσαν σπίθες όταν μιλούσε για τους “Δροσουλίτες”. Να ‘σαι, λέει, ξενυχτισμένος πρωινός οδοιπόρος κάποιο καλοκαιρινό χάραμα με βαριά  νοτισμένη ατμόσφαιρα, να ‘ρχεται από τη θάλασσα μια δροσιά που διώχνει τη νύστα και ξαφνικά να βλέπεις να ξεπροβάλουν στο βάθος του ορίζοντα λεβεντόκορμα παλικάρια πάνω στ’ άλογα, με μαύρα κεφαλομάντηλα και πλήρη αρματωσιά. Ν’ απλώνεις τα χέρια να τους αγγίξεις -τόσο κοντά σου είναι- κι αυτοί αδιάφοροι να σε αφήνουν να τρέχεις ξωπίσω τους συνεχίζοντας να καλπάζουν ήρεμα σαν να μην σε είδαν, σαν να μην σε άκουσαν, σαν να μην υπήρξες, εσύ, ποτέ. Και να ξέρεις πως θα συνεχίσουν το ταξίδι στους αιώνες ενώ εσύ μένεις ν’ αναθυμάσαι τ’ όραμα και να καμαρώνεις που αξιώθηκες να το ζήσεις.
-Εσύ τους έχεις δει γιαγιά, με τα μάτια σου;
-Τους είδε ο κύρης μου κι όταν γύρισε σπίτι και τ’ ανιστόρησε χαρτί και καλαμάρι μ’ έκαμε να τους δω μέσα από τα μάτια του. Τόσο ζωντανοί είχαν απομείνει μέσα του.
Σταματούσε απότομα να μιλάει, ξάνοιγε, με ονειροπόλο βλέμμα, τον απέναντι τοίχο λες και το όραμα διαρκούσε ακόμα κι έμενε μετέωρο το χέρι αφήνοντας τη δουλειά μισοτελειωμένη. Η στάση της περισσότερο κι από τα λόγια της υπέβαλαν το παιδί, του ‘κοβαν κάθε διάθεση για αμφισβήτηση και το έκαναν να στυλώνει τα μάτια μπας και δει εκείνο που είχε συνεπάρει τη γιαγιά.

Κι όταν μιλούσε για τον Σηφοδασκαλάκη, πρωτοπαλίκαρο του καπετάνιου Δασκαλογιάννη στον ξεσηκωμό για τη λευτεριά –τότε, το 1770- η φωνή της είχε μια  γλύκα πονετική που δεν της το’χες να βγαίνει από το στόμα της. 
-Ο ντεληκανής γλύτωσε από το σπαθί του Τούρκου, αλλά του ’μεινε χουνέρι στο δεξί πόδι. Και την άλλη χρονιά στο πανηγύρι δεν το βάσταγε  η καρδιά του να βλέπει να  χορεύουν το πεντοζάλι κι αυτός να κάθεται ανήμπορος με τους γέρους. Οι μουσικοί, που καταλάβαιναν τον καημό του, έκαμαν ό,τι ήταν μπορετό να φέρουν το ρυθμό και τα βήματα  στα ζάλα ενός ζουγλού άντρα. Έτσι έφτασε να χορεύεται ως τις μέρες μας ο “κουτσαμπαδιανός”, ο χορός του κουτσού από την Αμπαδιά του Ρέθυμνου. Που λεν πως είναι πιο εύκολος, γιατί ’ναι πιο αργός. Όμως, αν ρωτάς τη γνώμη μου, πιο δύσκολος είναι. Γιατί ο χορευτής, που δεν έχει κουσούρι, πρέπει να είναι πολύ άξιος και μερακλής για να μπορεί να καμώνεται πώς σέρνει το δεξί το πόδι, αλλά το ζερβό να το τινάζει λεβέντικα λες και πασχίζει να ξεπληρώσει την ανημπόρια του άλλου.
-Έτσι γιαγιά;
Κι εκείνη ξεσπούσε σε τρανταχτά γέλια βλέποντας τις κωμικές προσπάθειες του παιδιού που  καμωνόταν τον τρόπο που χορεύει ένας κουτσός.Δεν κουράστηκε ποτέ να του επαναλαμβάνει και να του εξηγεί. Κάποτε μόνο, όταν μπούχτιζε με τις απανωτές απορίες του ή όταν τη ρωτούσε –με μια πρώιμη ωριμότητα-  πράγματα που δεν αντέχει ν’ ακούσει ένα παιδί, κρυφοχαμογελούσε και σκεφτόταν όλο καμάρι: αυτό το παιδί έχει πάρει την ομορφιά του πατέρα του και την εξυπνάδα τη δικιά μου. Ο Θεός να το φυλάει από το κακό το μάτι. Κι ενώ από μέσα της κρυφά τον σταύρωνε, στα φανερά  απαντούσε  μπαϊλντισμένη τάχα.
-Ουφ, με πλάνταξες. Δεν σε προλαβαίνω, όλα μονομιάς δεν γίνεται να τα μάθεις!
Μα σαν έβλεπε το παραπονεμένο ύφος του βιαζόταν να επανορθώσει. 
-Μη μου χολοσκάς πουλί μου και μην αναδακρυώνεις. Τα υπόλοιπα θα στα μάθω αργότερα, όταν μεγαλώσεις.

Έμεινε με το παράπονο, ανακατεμένο και με μια γερή δόση θυμού. Γιατί η γιαγιά ταξίδεψε, να πάει να συναντήσει τον παππού, πριν προλάβει να μεγαλώσει και τον άφησε μ’ ένα σωρό απορίες μα προ πάντων εκείνη τη μεγαλύτερη: γιατί, αφού έλεγε πως τον αγαπούσε, δεν τον περίμενε να μεγαλώσει; Γιατί  έφυγε χωρίς να κρατήσει την υπόσχεσή  της;

 
Συνεχίζεται…
Advertisements