γραφει η Ρένα Ραψομανίκη

fuga11Ύστερα ο Μιχαλιός σηκώθηκε ήσυχα κι έφυγε βροντώντας την πόρτα.
Περιπλανήθηκε άσκοπα στους πρωινούς δρόμους, με μάτι θολό από το ξενύχτι,  κάτω από ένα μολυβή ουρανό που λύγιζε και χαμήλωνε από το βάρος των σύννεφων που του είχαν φορτωθεί. Άλλα τόσα είχαν σωρευτεί στην καρδιά του. Το σώμα του μούλιαζε μέσα στην πίκρα, το παράπονο νότιζε και σκέβρωνε τα κόκαλα του  και το περπάτημα του γινόταν  καμπουριαστό.

Ποιος γαμάει τα γκλαμουράτα Πανεπιστήμια και τις φιλόδοξες καριέρες;
Μα η φιλία τους;
Γι αυτήν έπασχε.
Και πώς να αρνηθεί πως του χρωστούσε;
Γνωρίζονταν από το σχολείο. 
Απλώς γνωρίζονταν.
Τελειόφοιτος ο Παύλος σήκωνε τη σημαία του σχολείου στις εθνικές γιορτές και ο Μιχαλιός – ένα χρόνο μικρότερος – στεκόταν δίπλα του, παραστάτης όνομα και πράμα. Λίγες κουβέντες είχαν ανταλλάξει τότε. Μετά, ο Παύλος χάρισε στο σχολείο τους μια πρωτιά στις εισαγωγικές κι έγινε φοιτητής του Φυσικού. Για ένα χρόνο δεν συναντήθηκαν χωρίς κανένας από τους δύο να νιώσει την έλλειψη του άλλου. Η φιλία τους θεμελιώθηκε εκείνο το γελαστό πρωινό του Νοέμβρη στον προθάλαμο του μεγάλου αμφιθέατρου του Παλαιού Χημείου, στο νούμερο 104 της Σόλωνος, όταν ο Μιχαλιός, θυσιάζοντας το μεροκάματο, εμφανίστηκε να παρακολουθήσει το εισαγωγικό μάθημα για τους πρωτοετείς του Φυσικού. Γύρο του δεκαοκτάχρονα παιδιά, σφραγισμένα με την αλαζονεία της νωπής επιτυχίας στις εισαγωγικές, συζητούσαν ζωηρά περιμένοντας με έκδηλη αδημονία να ανοίξουν οι τρεις πόρτες, να πιάσουν θέση στα ξύλινα έδρανα, να παρακολουθήσουν την εναρκτήρια διάλεξη. Όλοι ήταν εκεί. Αναγνώρισε συμμαθητές από το σχολείο και το φροντιστήριο μα στάθηκε στη μπάντα, μακριά από το πολύβουο πλήθος. Ένας αποστασιοποιημένος παρατηρητής στηριγμένος με την πλάτη στον τοίχο, τα χέρια στις τσέπες και το δεξί γόνατο λυγισμένο έτσι που το πέλμα να κοντράρει τον τοίχο. Στο πρόσωπο αχνόφεγγε μισό αινιγματικό χαμόγελο που αν βρισκόταν  κάποιος Ντα Βίντσι να το ζωγραφίσει, η ανθρωπότητα θα εύρισκε θέμα να αναρωτιέται για τους επόμενους αιώνες. Δεν μίλησε σε κανέναν. Μέσα στους δυο μήνες που είχαν περάσει από τις εισαγωγικές το χάσμα που, έτσι κι αλλιώς τον χώριζε από τους συνομίληκους, είχε γίνει αβυσσαλέο. Να και η  Αίγλη πίσω ακριβώς από την κεντρική πόρτα, έτοιμη να ορμήσει, να κατεβεί τρέχοντας  τα σκαλοπάτια, να διεκδικήσει το πρώτο έδρανο. Τον πήρε μια περιφρόνηση συλλήβδην για τους συμφοιτητές. Είχαν την πολυτέλεια να  νοιάζονται μόνο για σπουδές κι αυτό τους έκανε κακομαθημένους ανώριμους και ανερμάτιστους. Οι χαρακτηρισμοί αναφέρονταν αποκλειστικά σ’ εκείνη, αλλά η μπάλα τους πήρε όλους.
Η σκέψη του έφερε ναυτία.
Είμαι άδικος, προσπάθησε να την ανασκευάσει. Και τι φταίνε αυτοί για την δική μου περίπλοκη οικογενειακή κατάσταση; Χαμογέλασε πικρά. Ωραία το είχε διατυπώσει. Με πολιτική ορθότητα. Ποια άλλη έκφραση θα μπορούσε να περιγράψει με ηπιότερο τρόπο τις ιδιότυπες συνθήκες που επικρατούσαν στο πατρικό του, στην παλιά μονοκατοικία της οδού Μενελάου 27 στο Μοσχάτο;
 
Χαμένος στις σκέψεις, δεν πήρε είδηση πως ο προθάλαμος είχε αδειάσει καθώς οι φοιτητές είχαν πάρει θέσεις στην αίθουσα. Η φωνή του Παύλου τον προσγείωσε στην πραγματικότητα.
-Ε, Μιχαλιέ, οι πόρτες κλείνουν από στιγμή σε στιγμή. Δεν θα μπεις μέσα;
-Το σκέφτομαι, αλλά δεν μου αρέσει η ιδέα.
-Είσαι στη σωστή όχθη. Έλα μαζί μου στο καφενείο. Θα σου πω εγώ περιληπτικά τι θα άκουγες στο αμφιθέατρο και μετά θα δούμε τι μπορούμε να κάνουμε οι δυο μας.

Το καφενείο, απέναντι από το Χημείο, πες πως ήταν παράρτημα του Πανεπιστημίου. Μέσα στην κατάμεστη αίθουσα, θολή από τον καπνό φτηνών τσιγάρων και ποτισμένη από τη μυρωδιά τούρκικου καφέ, συνυπήρχαν δύο κατηγορίες φοιτητών  -αν και κάποιοι ανήκαν στην τομή των δύο συνόλων. Οι ταβλαδόροι σπαταλούσαν χαλαρά εκεί μέσα ατέλειωτες ώρες προσηλωμένοι στον ήχο των ζαριών που στριφογύριζαν υπακούοντας στους νόμους της τυχαιότητας για να σταθεροποιηθούν πότε σε ντόρτια και πότε σε εξάρες δημιουργώντας και τα αντίστοιχα συναισθήματα. Δικαιολογούνταν  πως αξιοποιούσαν τον χρόνο τους μελετώντας τους νόμους των πιθανοτήτων στην πράξη κι όχι σε ανιαρά θεωρητικά μαθήματα –άσχετα που οι χρηματοδότες γονείς δεν θα συμφωνούσαν καθόλου μαζί τους, αν το γνώριζαν βέβαια. Τα ανήσυχα πνεύματα, από την άλλη,  αμφισβητούσαν γενικώς, συζητούσαν με ένταση και πάθος θέματα όπως οι διεθνείς εξελίξεις, τα νέα από τον χώρο της επιστήμης, τα τεχνικά και ηθικά προβλήματα που δημιουργούσε η κούρσα για την κατάκτηση του διαστήματος, ο γαλλικός Μάης και τ’ απόνερα του, τα καινούργια μουσικά ρεύματα, οι ιδέες του Μπακούνιν και φυσικά η πολιτική κατάσταση της χώρας. (Το τελευταίο με πολλή προσοχή και με χρήση συνθηματικών εκφράσεων μια και ο χώρος ήταν γόνιμο έδαφος όπου ανθούσε το είδος των χαφιέδων).  Στις κουβέντες τους μπορούσες ν’ αφουγκραστείς  έννοιες που μόλις έκαναν δειλά την εμφάνισή τους: μόλυνση περιβάλλοντος, να πούμε..
 
Ο Παύλος χρειάστηκε τρεις φράσεις για να περιγράψει στον Μιχαλιό το περιεχόμενο της διδακτικής ώρας που είχε μόλις, από επιλογή, χάσει.
-Βερμπαλισμοί και ρητορική για το πόσο σπουδαίοι και πόσο τυχεροί είμαστε και πόσο μεγάλη ευθύνη έχουμε για να γίνουμε αντάξιοι της μεγάλης τιμής που αξιωθήκαμε και πόσο πρέπει να κοπιάσουμε και πόσο δεν έχουν θέση ανάμεσά μας όσοι δεν συμμερίζονται τα ιδανικά της επιστήμης –έτσι όπως τα αξιολογούν αυτοί. Για την ταμπακέρα ούτε κουβέντα. Η Φυσική γι αυτούς έχει εξαντληθεί με το τέλος του δέκατου ένατου αιώνα. 
Ο Μιχαλιός, πάλι, ένιωσε επιτακτική την ανάγκη ν’ ανοίξει την καρδιά του και να διηγηθεί μια μεγάλη ιστορία που άρχιζε κάπως έτσι: “ όλα ξεκίνησαν όταν ο Θανάσης Εξωτικάκης αποφάσισε πως τα τριάντα οχτώ είναι μια καλή ηλικία για να παντρευτεί κανείς…
 
…Παρόλο που η εξωτική ομορφιά και το ζωηρό ταμπεραμέντο του ξετρέλαινε τις Γερμανίδες εκείνος ούτε που διανοήθηκε πως δεν θα πάρει παπούτσι από τον τόπο του. Ζήτησε την καλοκαιρινή του άδεια από το εργοστάσιο της  BMW, όπου δούλευε τεχνίτης ηλεκτρολόγος, πήρε το αεροπλάνο από Μόναχο για Αθήνα, το πλοίο από Πειραιά για Ηράκλειο και καθώς το σαραβαλιασμένο λεωφορείο του ΚΤΕΛ σκαρφάλωνε αγκομαχώντας τις πλαγιές του Ψηλορείτη αγνάντεψε με συγκίνηση το χωριό των παππούδων του. Στο πανηγύρι της Παναγίας είδε τη Φιλιώ και είπε: αυτή είναι. Ούτε κι εκείνη δεν έμεινε ασυγκίνητη από την ομορφιά του κι είπε αδίστακτα το “ναι” χωρίς να υπολογίσει τα είκοσι χρόνια που τους χώριζαν και χωρίς να την τρομάξει η προοπτική του ξεριζωμού σε μια άγνωστη ξένη χώρα. Η αλήθεια είναι πως και οι δικοί της και η, πανταχού παρούσα, κοινή γνώμη δεν βρήκαν ψεγάδι στην ένωση κι όλοι γλέντησαν μέχρι το πρωί στον γάμο, κατεβάζοντας καζάνια γαμοπίλαφο και νταμιτζάνες ρακή, τους καλοτύχισαν και τους ευχήθηκαν καλό κατευόδιο.
 
Οι ευχές, όσο καλοπροαίρετες κι αν είναι, δεν πιάνουν πάντα.
Το επόμενο καλοκαίρι ο Θανάσης κατέφθασε βουτηγμένος στο πένθος με ένα νεογέννητο στην αγκαλιά. Ο ερχομός του είχε κοστίσει τη ζωή της Φιλιώς.
Η λεβέντισσα γιαγιά, αφού σπάραξε, στάθηκε στα πόδια της σαν Εκάβη. Με τον Χάρο είχαν από παλιά παρτίδες κι ήξερε τη μαγική συνταγή να  ανακατεύει σταγόνες λήθης και μνήμης με τη σωστή αναλογία έτσι που το μίγμα θα επέτρεπε στη ζωή να συνεχιστεί. Η μόνη θέση για το βρέφος, που βαφτίστηκε Μιχαλιός, ήταν στην αγκαλιά της. Θα γινόταν το καθυστερημένο στερνοπαίδι της, αφού ο Θεός  της είχε χαρίσει έξι κόρες και κανένα αγόρι. Η Ανθούλα, που ήταν κι όλας δέκα χρόνων, έχασε μονομιάς τα προνόμια της χαϊδεμένης μικρότερης, μα αυτό δεν μείωσε στο παραμικρό τον ενθουσιασμό της για τον ερχομό του χαμογελαστού μωρού.
 
Συνεχίζεται…
Advertisements