γραφει ο αρισταρχος

matiΈβαλε παραμάσχαλα τον φάκελο με τα απαραίτητα έγγραφα για την τακτοποίηση στην εφορία και πήγε στην πόρτα.

-Φεύγω.

-Να προσέχεις και με το μαλακό, είπε η γυναίκα του, η Μελιό. Μην τους αγριεύεις, ήρεμα

Τον φίλησε τρυφερά στο μάγουλο και τον χάϊδεψε απαλά στην πλάτη.

 -Πρόσεχε, μην ξεχνάς ότι έχεις πίεση. Αν δεις πως δεν γίνεται τίποτε παράτατα και έλα σπίτι αμέσως. Πήρε βαθιά ανάσα και βγήκε στον δρόμο με ανάμικτα συναισθήματα και ένα σφίξιμο στο στομάχι σκληρό σαν γροθιά. Πότε και πως μαζεύτηκαν δέκα πέντε χιλιάρικα χρέος στην εφορία  ούτε που το κατάλαβε. Πήγε σ’ εκείνη την στριφνή την προϊσταμένη του δικαστικού της ΔΟΥ πριν από δυό μήνες αλλά του ζήτησε με ένα χαζοχαμόγελο αποδεικτικά για την αιτία της μικρής δόσης διακανονισμού που ζητούσε. “Τόσα δίνω… πόσα θες…” της είπε στην εφορία με διάθεση για καλαμπούρι. Κι αυτή αντί για απάντηση του πέταξε μια κακιά φωτοτυπία αίτησης ρύθμισης χρεών. Το  γυρόφερε για λίγο καιρό και τελικά σήμερα πήρε την απόφαση για να πάει.

Η μέρα ζεστή, ευδιάθετη ξεκίνησε πρωί πρωί με είκοσι επτά βαθμούς και με τη γλυκιά μυρουδιά  από την Λουΐζα στην γωνιά του φράχτη. Γύρισε το κεφάλι και της χαμογέλασε, κάτι σαν ευχαριστώ  και έφερε ένα γύρω το υπόλοιπο πανέμορφο φυτικό βασίλειο που δημιούργησε στην αυλή του σπιτιού του. Θαρρείς και όλα τον κοίταζαν από όλες τις μεριές με χαμόγελο και ενθάρρυνση. Οντότητες με δικό τους κώδικα επικοινωνίας και δικό τους είδος και τρόπο ζωής απόλυτα εξαρτημένα από τα δικά του χέρια. Είναι να τρελαίνεσαι να βλέπεις την σκουλαρικιά να τραντάζεται σύγκορμη για πετάξει τα ξανθισμένα. Χαμογελάς στην αγριομπιζελιά που σκάει το φασόλι σαν ελατήριο για να πετάξει γύρω μέχρι και δυό μέτρα τον σπόρο της διαιώνισης. Νιώθεις το κλάμα της μόλις κόψεις το αγαπημένο της μπουμπουκάκι που μεγαλώνει με καμάρι η αυτοκρατορική τριανταφυλλιά με το θεϊκό της άρωμα. Ότι δεν καταλαβαίνεις ή νιώθεις, δεν πάει να πει πως δεν ζει. Πως δεν έχει τα δικαιώματά του, την ανάγκη να το αγαπούν, να το φροντίζουν, να το καταλαβαίνουν. Κι εκεί που πήγαινε τώρα, θάδειχνε αν τον νιώθουν αυτοί που, τον καταλαβαίνουν και μιλούν την ίδια μ’ αυτόν γλώσσα.

Χτύπησε δειλά την πόρτα δυό φορές αλλά απάντηση δεν πήρε. Την έσπρωξε απαλά και βρέθηκε σε μια αίθουσα με καμιά δεκαριά γραφεία και υπαλλήλους. Όλες γυναίκες και, στο βάθος εποπτεία, μια μεγάλης ηλικίας προϊσταμένη. Με τον φάκελο στο στήθος και αναπλάθοντας την αδικία για να πάρει θάρρος πλησίασε. Περίμενε υπομονετικά να του δώσουν το παράγγελμα “κάθισε ή καθίστε, τι θέλετε;” “Ήρθα για την τακτοποίηση ” ”Ά… ωραία. Δώστε μου τα χαρτιά σας να τα δω. Μμμμ… ναι… καλώς… ωραία….” Σφραγίδα, υπογραφή… “Όπως τα ζητάτε. 100 ευρώ τον μήνα. Πάτε στο ταμείο” Τι ωραία που τέλειωσαν όλα τόσο απλά και όμορφα.

-Σας ακούω! Του φώναξε η προϊσταμένη και, όλη η φαντασιοπληξία του έγινε αστρόσκονη που την πέταξε η καλή του νεράιδα για να τον εμψυχώσει.

-Θέλω… ήρθα… για μια τακτοποίηση…

Εκείνη άπλωσε το χέρι και του πήρε τον φάκελο. Τον άνοιξε και έβγαλε τα χαρτιά ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά στην αίτηση. Ύστερα πέρασε γρήγορα μπρος πίσω τα χαρτιά ανακατεύοντας τα σαν να έψαχνε κάτι. Που είναι το Ε9 να δούμε τι περιουσιακά έχεις;

-Τι το θέλετε; Εγώ ήρθα για μια απλή τακτοποίηση.

-Έχω εντολή να ελέγχω τα περιουσιακά σου στοιχεία. Πως θα βεβαιωθώ ότι θα πάρουμε τα λεφτά που μας χρωστάς. Θέλω βιβλιάριο καταθέσεων και λογαριασμός που κατατίθεται η σύνταξή σου.

-Μα τι λέτε; Ούτε η τράπεζα μου ζήτησε εξασφάλιση, εσείς ποιοί είστε;

-Συγνώμη κύριε αλλά περιμένει και άλλος κόσμος να εξυπηρετήσω. Φέρτε μου τα στοιχεία που σας ζητάω και τα ξαναλέμε.

Ένιωσε τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια του. Μια απογοήτευση και ύστερα ένα κενό. Σηκώθηκε από το κάθισμα αλλά ξανακάθισε εξουθενωμένος. Ο κρύος ιδρώτας τον έκοβε και η ζαλάδα τον έκανε να χάνει την επαφή με το περιβάλλον. Τα μάτια του τώρα έτσουζαν και τα χέρια του έτρεμαν. Κατάλαβε πως παραδίνονταν αμαχητί σε έναν αθέατο αντίπαλο με μόνο του ίχνος την χοντρή προϊσταμένη με τα κοκάλινα σαν πεταλούδα γυαλιά και την τριχωτή μαύρη ελιά στο δεξί μέρος του σαγονιού της. Ήθελε να σηκώσει το χέρι του αλλά του φαινόταν αδύνατο.

-Είστε καλά; Φώναξε η προϊσταμένη.

Η οργή τώρα έσπρωχνε από μέσα του και έδιωχνε κάθε άλλο συναίσθημα. Ακόμη κι αυτή του η καρδιά που ετοιμάζονταν να παραδοθεί τρόμαξε και μπήκε στην κανονική της λειτουργία. Όλες του οι αρτηρίες φούσκωσαν αποτρέποντας κάθε εφραγματική έννοια. Βυσσινί τα μούτρα του και κόκκινο το καύκαλο, και η γροθιά σφιγμένη με τα ροζιασμένα χέρια έπεσε με πάταγο πάνω στην τάβλα του γραφείου κάνοντας να αναπηδήσει ότι υπήρχε πάνω του. Μα πιο πολύ αναπήδησε η ματαιοδοξία της διαχειρίστριας της εξουσίας που εκείνη τη στιγμή έδρεπε δάφνες πάνω στον δυστυχή πολίτη.

-Τι κάνεις άνθρωπέ μου, φώναξε, η προϊσταμένη, με αναίδεια ύστερα από την πρώτη τρομάρα. Εδώ είναι γραφείο, τα νεύρα σου στο σπίτι σου γιατί θα φωνάξω την αστυνομία. Να φύγεις από δω.

Δυό τρία κοριτσάκια έτρεξαν και τον έπιασαν από τα χέρια για να τον απομακρύνουν. Το χέρι του βαθιά στην τσέπη βγήκε κρατώντας ένα πιστόλι. Όλοι έκαναν πίσω. Ηρωισμοί και νταηλίκια πήγαν πίσω στην θέα του όπλου. Η διαχειρίστρια της εξουσίας φράκαρε. Μήτε μπρος, μήτε πίσω . Η μαύρη κάννη σκόρπισε φόβο και προσγείωσε την πραγματικότητα πάνω στην μικρή αίθουσα, έτσι ώστε να την βλέπουν όλοι και να νιώθουν την ματαιότητα του πράγματος.

Η προϊσταμένη σήκωσε τα χέρια της ψελλίζοντας βουβά, “μη, έχω μικρά παιδιά!” Ποιος να την ακούσει, ο… κουφός; Αυτός μόνο τα νεύρα του άκουγε που εκείνη την στιγμή είχαν σπάσει κάθε φράγμα και ξεσήκωναν όλα τα όργανα και όλες τις αναστολές. Ώ!!! πόσο θάθελε να τραβήξει την σκανδάλη! Όχι για να σκοτώσει, αυτό ήταν έξω από την φύση του, αλλά για να ρίξει μια στον αέρα  και να τους δείξει πως ήταν εκεί και διεκδικούσε το δίκιο του αντρίκια. Βέβαια το πιστόλι είχε χαραγμένη κάννη και ούτε καψούλια έριχνε αλλά να… και μόνο με το αμφάς!

Όπως το κρατούσε στο χέρι ανέβηκε πάνω στο κάθισμα και ύστερα κάρφωσε την κάννη πάνω στο κεφάλι του. Μπορούσε να δει τον τρόμο στα μάτια τους που ήταν πολύ πιο μεγάλος τώρα που απειλούσε με την δική του ζωή από ότι προηγουμένως. Όλοι προσπαθούσαν να τον πείσουν να κατεβάσει το πιστόλι και η υπόθεσή του θα λύνονταν με τον καλύτερο δυνατόν τρόπο. Μέχρι και η προϊσταμένη, η ξινή, τον κοίταζε με συμπόνια… προσποιητή(;)

Σε λίγο τον σημάδευαν τρία πιστόλια από ισάριθμους χωροφύλακες και τον προκαλούσαν να πετάξει το όπλο γιατί αλλιώς… Τι αλλιώς; Θα τον πυροβολούσαν; Έβαλε τα γέλια. Τον απειλούσαν να τον πυροβολήσουν ενώ αυτός απειλούσε με την ζωή του. Χα! Ενδιαφέρουσα κατάσταση. Εβδομήντα χρόνια δεν πείραξε μήτε κουνούπι, και τώρα…  Ποτέ του δεν θυμάται να ενδιαφέρθηκε τόσος κόσμος γι αυτόν. Τον κολάκευε αλλά και τον ενοχλούσε.

Κάποια στιγμή χαλάρωσε  και οι αναστολές επανήλθαν δριμύτερες για να πάρουν τον έλεγχο. “Θεέ μου, σκέφτηκε, τι κάνω. Ντρόπιασα τα παιδιά μου, την οικογένειά μου. Όλοι με κοιτάζουν με ανάμικτα συναισθήματα συμπόνιας και οργής. Εγώ που ποτέ μου δεν έδωσα δικαίωμα. Εγώ που δεν μιλούσα για να μην κοιτούν όλοι εμένα. Που το βρήκα τέτοιο θράσος; Θεέ μου, να άνοιγε η γη να με κατάπινε”.

Η καρέκλα του άρχισε να κουνιέται με δύναμη και μουγκρητό. Πάνω στο κεφάλι του άρχισαν να πέφτουν σοβάδες και  τα ουρλιαχτά γέμισαν την μικρή αίθουσα. Μια φωνή έσκασε σαν χειροβομβίδα  “σεισμόοοοοος!” Σε λιγότερο από ένα λεπτό, όσο κράτησε η μεγάλη δόνηση, άδειασε ο χώρος και αυτός βρέθηκε πεσμένος, σκεπασμένος από τούβλα που έπεσαν πάνω του ενώ δύο χέρια παχουλά τον είχαν πιάσει από τους ώμους και με δυσκολία τον έσερναν έξω στον δρόμο από την τρύπα που δημιούργησε η πτώση του τοίχου. Κόσμος έτρεχε σαν τρελός και οι σειρήνες από τους συναγερμούς έσκιζαν την ατμόσφαιρα δημιουργώντας φοβερό πανδαιμόνιο.

Καθισμένη στην άκρη στο πεζοδρόμιο τον κρατούσε στην αγκαλιά της σκεπασμένοι και οι δύο με πολύ σκόνη. Από το κεφάλι του έτρεχε αίμα πάνω στα μάτια του. Τον καθάρισε με λίγο νερό που είχε μαζί της. Πίσω της ο ήλιος έπεφτε θολός αλλά δυνατός. Έτσι τον εμπόδιζε να δει. Η φωνή της ανήσυχη τον ρώτησε  “είστε καλά;” Ήθελε να πει όχι, πονώ εδώ, εκεί, στην ψυχή, παντού.

Για να τον ανεβάσει λίγο τόλμησε να του κάνει και ένα χορατό λέγοντας “Την άλλη φορά που θα ‘ρθείτε φέρτε μαζί σας και κανένα ανεμοστρόβιλο τύπου Οκλαχόμας. Ίσως να με πείσετε πιο εύκολα”  Παρ’ όλο το χάλι τους γέλασαν αχνά κι οι δυό.  Και κει στο γύρισμα μπόρεσε να δει στο σκονισμένο της πρόσωπο την μεγάλη μαύρη γεμάτη τρίχες ελιά. Απίστευτο, κι όμως αυτή ήταν. Η προϊσταμένη!

Έκλεισε τα μάτια του ψιθυρίζοντας ένα ζεστό ευχαριστώ  και ύστερα έφυγε, παίρνοντας μαζί του την ανθρωπιά που αποκαλύπτονταν κάτω από ένα φαινομενικά αδυσώπητο πρόσωπο, εκπρόσωπο και εκφραστή της…  στυγνής εξουσίας.

Advertisements