της Ρένας Ραψομανίκη
 
fuga10-Μόνος θα πας έτσι κι αλλιώς.
 
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν τόσο εκκωφαντική που θα έκανε τον ήχο του κεραυνού να μοιάζει νανούρισμα.
Ο Παύλος ήξερε πως ο Μιχαλιός δεν πετούσε κουβέντες στην τύχη. Ήξερε επίσης πως δεν είχε νόημα να αρχίσει τις ερωτήσεις. Θα έδινε εξηγήσεις  όταν εκείνος το αποφάσιζε. Τον άφησε λοιπόν στη μούγκα του, ξαπλωμένον ανάσκελα, με τα χέρια δεμένα πίσω στο κεφάλι, με τα μάτια ορθάνοιχτα προσηλωμένα στο ταβάνι χωρίς να το βλέπουν ωστόσο,  πιο ακίνητο από άγαλμα, χαμένο σε σκέψεις. 


Σαν από αντίδραση, άρχισε να συγυρίζει μηχανικά το δωμάτιο. Οι γκόμενες θα κατέφθαναν σε λίγο, τις είχαν καλέσει να γιορτάσουν το γεγονός και, παρόλο που είχαν δει το δωμάτιο και σε χειρότερες φάσεις, σήμερα ήθελε να δώσει στον χώρο  μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα. Άνοιξε το μοναδικό παράθυρο. Θα ’θελε να πιστέψει πως ήταν οι μπύρες που του είχαν θολώσει το μυαλό και πως ο καθαρός αέρας – που λέει ο λόγος δηλαδή, γιατί εκείνο που όρμησε στο δωμάτιο ήταν σκέτο καυσαέριο  – θα τον έφερνε στα συγκαλά του. 
Ποιον προσπαθούσε να κοροϊδέψει; 
Μάντευε τις επιφυλάξεις του Μιχαλιού, μα δεν τις συμμεριζόταν κι όλας. 
Εκείνος ήταν αποφασισμένος να πάει, ποντάροντας πως θα είναι οι δυο τους απέναντι στο σύστημα.
Και τώρα ο Μιχαλιός τον άφηνε μόνο. 
Προσπάθησε να αισιοδοξήσει. 
Θα τον έπειθε. 
Είχε αρκετό χρόνο μπροστά του. 
Είχε και πολλά επιχειρήματα. 

Το πανέμορφο περιβάλλον της Πανεπιστημιούπολης με τις λογής-λογής δραστηριότητες, το άρωμα πολυπολιτισμικότητας, η διαβίωση σ’ ένα χώρο για εκλεκτούς, η οικονομική άνεση που θα τους επέτρεπε να αφοσιωθούν απερίσπαστοι στις σπουδές  ήταν αναμφισβήτητα μια παρά πολύ γκλαμουράτη  βιτρίνα μα δεν ήταν αυτά που θα μετρούσαν στην απόφαση του Μιχαλιού. Η ουσία βρισκόταν στο αμερικάνικο όνειρο. Να είσαι φτωχός φοιτητής από μια φτωχή χώρα –τριτοκοσμική στα μάτια της επιστημονικής κοινότητας- και να σου δίνεται η ευκαιρία  να συνεργαστείς ισότιμα με τα πιο φωτισμένα μυαλά, να αποκτήσεις πρόσβαση σε βάσεις δεδομένων, που για να φτιαχτούν χρειάστηκε να δουλέψουν στρατιές επιστημόνων, να σου εμπιστεύονται διαβαθμισμένο κυβερνητικό υλικό, να είσαι παρών εκεί που δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για τα Νόμπελ… 
Ένα τρελό όνειρο, μια υπόθεση στην σφαίρα της φαντασίας, μια ουτοπία.
Μα η γυαλιστερή έκδοση που ξεφυλλίζεις είναι μια χειροπιαστή απόδειξη, ένας αδιάψευστος μάρτυρας, πως δεν ονειρεύεσαι και δεν πρόκειται θα ξυπνήσεις με τη στυφή γεύση της ματαίωσης στο λαιμό.

Ήταν σκληρό καρύδι.
Όχι πως δεν τον ήξερε.
Η αντιπαράθεση ήταν εκατέρωθεν πεισματική.
Όλα τα θέματα μπήκαν στο τραπέζι με κυρίαρχο την ευθύνη του επιστήμονα-ερευνητή, τη σχέση ηθικής-επιστήμης, τη σύγκρουση επιστήμης-συνείδησης, το πρόβλημα της διαχείρισης – από τρίτους – μιας επιστημονικής ανακάλυψης.
Η φιγούρα του Οπενχάιμερ -πατέρα της ατομικής βόμβας που από επιστήμονας έφτασε να γίνει λαϊκό είδωλο- στοίχειωσε τις κουβέντες τους.
-Εμείς θα αντισταθούμε.
-Πιστεύεις πως ο Όπι δεν το προσπάθησε; Γιατί τότε μετά το τράνταγμα, που εκτός από τη Χιροσίμα ταρακούνησε και τα σπλάχνα του, ανένηψε, αποστασιοποιήθηκε και δεν έλεγε να συναινέσει στην υλοποίηση της βόμβας υδρογόνου; Μήπως θέλεις να σου θυμίσω τι έγινε μετά; Αν μιλούσα με πολιτική ορθότητα θα έλεγα πως περιήλθε σε δυσμένεια. Αν το θέλεις με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, η αίγλη του καταρρακώθηκε από ένα στρατιωτικό κατεστημένο που τότε μόνο θυμήθηκε τις εκλεκτικές του συγγένειες με μέλη του κομμουνιστικού κόμματος. Το όνομά του σπιλώθηκε στα μάτια μιας σύνθετης και αφελούς κοινωνίας, ταπεινώθηκε ανακρινόμενος, του απαγορεύτηκε η πρόσβαση σε απόρρητα στρατιωτικά μυστικά, το FBI υπέκλεπτε συστηματικά τις τηλεφωνικές του επικοινωνίες. Και μην νομίσεις. Σύμπτωση ήταν πως όλα αυτά έγιναν την εποχή του μακαρθισμού. Τα ίδια θα γίνονταν σε οποιαδήποτε εποχή. Δεν υπάρχει έλεος. Όσο κάνεις τη δουλειά τους, όσο παίζεις το παιχνίδι τους είσαι σπουδαίος και τρανός. Η στιγμή που θα διαφωνήσεις σε στιγμάτισε. Η εξόντωσή σου είναι θέμα χρόνου. Και δεν μιλάω για ηθική εξόντωση μόνο. Μην πας, Παύλε, θα σε σκοτώσουν.

Ο Παύλος ένιωσε την ανατριχίλα να ξεκινάει από τις φτέρνες και να διαχέεται ανοδικά μέχρι που την ένιωσε στις ρίζες των μαλλιών. Όσο ορθολογιστής κι αν είσαι όταν ο κολλητός σου  παριστάνει την Κασσάνδρα, πόσο ψύχραιμος να μείνεις;
-Ένας λόγος παραπάνω να έρθεις μαζί μου. Γίνε η ασπίδα μου κι εγώ η δική σου. Πώς πολεμούσαν πλάτη με πλάτη οι αδελφοποιητοί  Σπαρτιάτες, καλύπτοντας ο ένας τα νώτα του άλλου;  Μόλις  δούμε το πρώτο νοσηρό σύμπτωμα δεν θα περιμένουμε να εξελιχθεί σε αρρώστια, θα λακίσουμε, στο υπόσχομαι.
-Εθελοτυφλείς. Δεν θα το διακρίνεις το σύμπτωμα γιατί θα είσαι πια μέρος του συστήματος, θα είσαι εγκλωβισμένος στα διλήμματά τους, θα είσαι σίγουρος πως είσαι με την πλευρά των καλών. Πώς πείστηκε ο Όπι, νομίζεις; Ή εμείς ή οι Γερμανοί. Η προπαγάνδα διόγκωνε ηθελημένα τις πληροφορίες των μυστικών υπηρεσιών. Οι κακοί είναι ένα βήμα πριν από την σχάση… βιαστείτε… ένας αγώνας δρόμου είναι… θα τους αφήσετε να κόψουν πρώτοι εκείνοι το νήμα; Μπορείς να νιώσεις πόσο ευάλωτος είσαι μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον; 
-Ο Ρότμπλατ, όμως, μπόρεσε να απεγκλωβιστεί και να εγκαταλείψει το πρόγραμμα Μανχάταν.
-Εκατό χιλιάδες άνθρωποι – επιστήμονες, τεχνικοί, διοικητικοί – δούλεψαν στο Λος Άλαμος κι εσύ μου μιλάς για την μία –φωτεινή δεν λέω- εξαίρεση.  
-Γίνεσαι υπερβολικός. Στο κάτω-κάτω εμείς θεωρητική Φυσική θα κάνουμε, με χαρτί και μολύβι. Δεν θα υλοποιήσουμε καταστροφικούς μηχανισμούς.
-Αχά, αν μπορούσες να κουβεντιάσεις με τον Αϊνστάιν! Κι εκείνος με χαρτί και μολύβι έφτιαξε την εργασία που πήρε παραμάσχαλα ένα πρωινό του 1905  και την ακούμπησε στο γραφείο του εκδότη του περιοδικού “χρονικά της Φυσικής”. Ανάμεσα σε άλλα περιείχε και την πιο διάσημη εξίσωση στην ιστορία της επιστήμης. Αυτό μόνο! Πολλά χρόνια αργότερα, το ’39, έχοντας εισπράξει στο πετσί του τη χιτλερική παραφροσύνη, πείστηκε –αυτός ένα φιλειρηνιστής– να υπογράψει εκείνη την επιστολή προς τον Ρούζβελτ και τον παρότρυνε να προχωρήσουν οι ΗΠΑ στην ανάπτυξη της ατομικής ενέργειας. Αν δεν ήταν το αδιαμφισβήτητο επιστημονικό  κύρος του ο πρόεδρος ίσως να το ξανασκεφτόταν πριν προφέρει  την καθοριστική για την ιστορία της ανθρωπότητας φράση: “να τεθεί αμέσως σε εφαρμογή”.
Τι κι αν εκ των υστέρων λέγεται πως αυτομαστιγωνόταν με φράσεις του τύπου: “αν ήξερα πώς θα χρησιμοποιούσαν οι πολιτικοί την ατομική ενέργεια θα προτιμούσα χίλιες φορές να γίνω κλειδαράς, σιδεράς ή πεταλωτής”;
Τι κι αν λίγο πριν από τον θάνατό του υπέγραψε το διαβόητο μανιφέστο Αϊνστάιν- Ράσελ;
Τι κι αν δεν συμμετείχε στην επιτροπή του προγράμματος Μανχάταν; ( Δεν τον ήθελε το FBI έτσι κι αλλιώς.) 
Ουδέν λάθος αναγνωρίζεται μετά την απομάκρυνση από το ταμείο.

Κανείς δεν υποχώρησε από την αρχική του θέση ούτε κατά ένα κλικ.
Κι όταν έφτασε η παραμονή της καταληκτικής ημερομηνίας, ο Παύλος αμόλησε την ρουκέτα που κράταγε φυλαγμένη για το τέλος. Χαμένος για χαμένος.
-Δεν μπορείς να μ’ αφήσεις. Μου χρωστάς.
Ο Μιχαλιός σήκωσε το κεφάλι, τον κοίταξε βαθιά στα μάτια σαν να μην τον αναγνώριζε.
Έμειναν να κοιτάζονται αμίλητοι για ένα ατέλειωτο δευτερόλεπτο που κανείς από τους δυο δεν ξέρει πώς το άντεξε.
Ύστερα ο Μιχαλιός σηκώθηκε ήσυχα κι έφυγε βροντώντας την πόρτα. 
Η ξύλινη πόρτα του φοιτητικού δωμάτιου που με πάταγο έκλεισε ο Μιχαλιός ήταν στην πραγματικότητα η πόρτα μιας λαμπρής ακαδημαϊκής καριέρας.

(Από μια ιδιοτροπία της τύχης…
…κάποιες ώρα αργότερα, κάποια χιλιόμετρα παραπέρα, η Αίγλη χτυπώντας διακριτικά την πόρτα ενός καθηγητικού γραφείου άνοιγε τον δρόμο για τη δική της ακαδημαϊκή καριέρα. Ασύγκριτα μεγέθη όπως και να το δεις. Μεγέθη που διαφέρουν όσο το φτηνό επεξεργασμένο γυαλί από το διαμάντι, όσο ο καλογυαλισμένος μπρούτζος από το ατόφιο χρυσάφι. Μεγέθη, από την άλλη, που απέχουν όσο η χειροπιαστή πραγματικότητα από μια δυνητική υπόθεση. Το μόνο σίγουρο είναι πως κανείς από τους δύο δεν θα άλλαζε στο παραμικρό τις επιλογές του αν γνώριζε τη στάση του άλλου.)
Συνεχίζεται…


Γιούλια Ολόμπλαβα

Advertisements