γραφει ο αρισταρχος

pensioner2Ήταν πολύ σοβαρός και αυτή του την σοβαρότητα την τόνιζε κουνώντας τον δεξί του δείκτη. Και πράγματι, ήταν πολύ σοβαρά αυτά που έλεγε με δεδομένη την πολύ θετική συλλογιστική του. Πάντα όταν μιλούσε ο Γιώργος στήναμε το αυτί μας με προσοχή. Κάτι θα μαθαίναμε, με κάτι θα μας προβλημάτιζε. Παρά την ατυχία του, να τον αφήσουν οι γιατροί με μια χορδή, έδινε και το ανάλογο χρώμα κάθε φορά που ανέβαζε στροφές. Ξεχασμένα τα γυαλιά της πρεσβυωπίας πάνω στα μάτια του ούτε και που τάνιωθε. Καθόταν πίσω από το τετράγωνο τραπεζάκι στην γωνιά έχοντας δίπλα του τον Λάκη απ’ την μια μεριά και τον Δημήτρη από την άλλη. Ο Πασχάλης κάθονταν απέναντι συμπληρώνοντας το γκρουπάκι που υπολείπονταν της παρέας κατά δύο άτομα. Τον Θανάση και τον Θωμά.

Το τραπέζι ήταν γεμάτο μεζεδάκια και τα ποτήρια με ούζο. Περίεργο που η ηλικία ακολουθούσε μια πρόοδο αρχίζοντας από τα εξήντα τέσσερα και ανέβαινε φτάνοντας τα εξήντα πέντε, εξήντα έξη και έληγε στα εξήντα επτά, τον πρόεδρο. Ο “γηραιότερος”, και την ώρα εκείνη ομιλητής. Και ως συνέχιζε ο Γιώργος την αγόρευση, ο Λάκης γνωστός σαλατοφάγος, την είχε πέσει σε μια μαρουλοσαλάτα με ξυδάκι που του ξέσκιζε τους σιαλογόνους αδένες. Ο Πασχάλης τον κοίταζε μάλλον με κενό βλέμμα και μυαλό φευγάτο, ένας Θεός ήξερε που. Ο Δημήτρης σκάλιζε μια μελιτζάνα που στα νιάτα της θα έπρεπε να παρίστανε το “παπουτσάκι”  αλλά τώρα η μπεσαμέλ  είχε σουφρώσει σαν γεροντίστικο δέρμα, άνω των ενενήντα χρόνων και της έδινε μια βαμπιρίστικη όψη.

Και ξαφνικά έβγαλε κραυγή, ο Δημήτρης, σαν είχε βρει το φλουρί στην μελιτζάνα. “Αυτό εδώ ρε γαμώ το πράμα άμα κρυώσει δεν τρώγεται!” Ολονών τα βλέμματα έπεσαν επάνω του. Ο ομιλητής σώπασε. Ο Λάκης σταμάτησε να σκαλίζει τα μαρούλια μέσα στο μπωλ και ο Πασχάλης επικέντρωσε στην μελιτζάνα του Δημήτρη. Τι να πεις και τι να σκεφτείς για μια μελιτζάνα. Μόνο να την μαγειρέψεις μπορείς με τρεις τρόπους. Τηγανιτή, παπουτσάκι ή ιμάμ. Ά ξέχασα, μπαίνει και στο τουρλού ή γίνεται ραγού και μελιτζανοσαλάτα .

Αφού ξεπάγωσε η πρώτη ανάκρουση προσοχής από τον Δημήτρη, έπεσε βαρύς ο θείος Άλτσυ.

-Λοιπόν, που είχα μείνει; Είπε ο Γιώργος των εξήντα επτά.

-Εγώ δεν ξαναμαγειρεύω μελιτζάνα παπουτσάκι. Άμα δεν φαγωθεί στην ώρα της όλη κρύα δεν κάνει ούτε για τα σκυλιά, είπε ο Δημήτρης των εξήντα έξη

-Να μωρέ από κει που σταμάτησες, είπε ο Πασχάλης των εξήντα πέντε.

-Ωραίο το ξύδι, μηλόξιδο είναι; Ρώτησε ο Λάκης των εξήντα τέσσερα.

Γιώργος-Καλά ρε όλα αυτά, αλλά που είχα μείνει; Δεν με παρακολουθείτε;

Πασχάλης-Μπα, σε παρακολουθούμε. Αλλά να, αυτός ο σιχαμερός ο Γερμανός ο Άλτσυ μας κάνει πλάκες.

Λάκης-Έλα μωρέ δεν πειράζει, πες κάτι άλλο. Ότι σούρθει.

Δημήτρης-Μπα, και οι μελιτζάνες άνοστες είναι. Γιώργο τι έλεγες;

Ακολούθησε μια σύντομη βούβα για να σκεφτεί ο πρόεδρος και ύστερα με σοβαρό ύφος έκανε την δήλωσή του.

Γιώργος- Άαααα, τώρα το θυμήθηκα, είχα τελειώσει!

Πασχάλης- Πφφφ, τώρα μας έπεισες. Πάρτε το χαμπάρι, ανίψια του θείου Άλτσυ γίναμε. Άλλοι λίγο άλλοι πολύ. Γιώργο πες μας για το συμβάν στο λεωφορείο.

Γιώργος- Δυό γέροι στο λεωφορείο μισοκουφοί, μισο-Αλτσχαϊμερίστες συζητούν( και τι μπορεί να λένε;). Ρωτάει ο ένας τον άλλο “τι ώρα είναι;” Ο άλλος “Έ… δεν σ’ άκουσα” “Η ώρα λέω, τι ώρα είναι” Κοιτάζει την σακούλα που κρατάει, ο έτερος των γερόντων, και λέει με βεβαιότητα” είναι Παρασκευή!” Τότε απαντάει ο άλλος “Ά ευχαριστώ. Καλά που μου το θύμισες να κατεβώ σ’ αυτή την στάση”

Γέμισε το τραπέζι χάχανα και ουζο-ευχές.

Γιώργος- Γελάτε ρε; Τα χάλια μας είναι. Άντε στην υγειά μας

Λάκης- Τουλάχιστον να μας βρει πάνω στα γούστα.

Δημήτρης- Χαχαχα, εγώ ξανά δεν τρώω μελιτζάνα

Πασχάλης- Γελάμε και με τον Στελλάρα στο χτεσινό SilverAlert έ; Χάθηκε από τα Κάτω Βραστά στα εξήντα του, ο γέροντας(!). Χαχαχαχα ρε Στελλάρα, μέχρι πέρυσι από ραχούλα σε ραχούλα πήδαγες.

Ξεζουμάρει ο φακός και απομακρύνεται. Εκεί στο βάθος χωμένοι σε μια κόγχη γύρω από ένα τετράγωνο τραπεζάκι τέσσερις “γέροντες” πίνουν το ουζάκι τους ήρεμα.  Δεν έχει σημασία πόσο χρονών είναι. Δεν έχει σημασία αν τρώνε την μελιτζάνα ή όχι. Είναι τέσσερις απόμαχοι που κάποτε ενταγμένοι σε μια ομάδα εργαζομένων, ο καθένας στο πόστο του, έβαζε ένα τουβλάκι του παζλ, ένα κομμάτι του και έμπαινε σε λειτουργία ένα εργοστάσιο βαριάς βιομηχανίας επεξεργασίας μετάλλου κινώντας δυνάμεις τρομερές. Για να βγει το πολυπόθητο προϊόν που θα ερχόταν στο σπίτι σας μεταμορφωμένο σαν ψυγείο, κουζίνα, πλυντήριο, τραπέζι, καρέκλα, αυτοκίνητο κλπ.

Είναι απόμαχοι χαλυβουργοί της ζωής,Τώρα, μια ζωή τριγυρισμένη από την έντονη παρουσία του θείου Άλτσυ. Και είναι εκεί πάντα, ακριβείς στα ραντεβού τους.

YΓ. Αφιερωμένο σε όλους τους απόμαχους χαλυβουργούς της Hellenic Steel

Advertisements