γραφει ο αρισταρχος

πορειαΠαρέα με τον νέο μου εαυτό πήρα το λεωφορείο για να κατέβω στην πλατεία Αριστοτέλους. Τέρμα πια τα παλιά. Αναθεώρησα τα πάντα μέσα μου. Έπαψα να στοχεύω τον εαυτό μου ξαπλωμένος όλη μέρα πάνω σε έναν καναπέ. Έπαψα να εκθέτω τον εαυτό μου  σε ανούσιες ψιχαλισμένες συγκεντρώσεις και πορείες χωρίς τίποτε το συγκεκριμένο. Βαρέθηκα την μεμψιμοιρία και αποφάσισα πως πρέπει να χειροκροτώ αυτούς που όλη μέρα πολεμούν για το καλό μου.

Εν τάξει, υπάρχουν οι βολεμένοι που ακόμη έχουν υποδόριο λίπος και μου φωνάζουν “κάτσε κάτω φταίχτη, μπαταξή, σπάταλε. Καλά είμαστε δεν το βλέπεις;” Τι κι αν δεν το βλέπω, σε πιστεύω. Σςςςς μη μας ακούσουν και πάμε πιο κάτω. Δεν ακούσατε πως ψάχνουν να βρουν πάτο; Για βάλτε με το μυαλό σας τον πάτο, χωρίς καν του παππού το πεντάευρο για μια μπύρα. Χωρίς καν την δουλειά των δέκα ωρών με αποδοχές δέκα οκτώ ευρώ. Ξεπεσμός!

Γιατί σταμάτησε το λεωφορείο; Μα να, πορεία μπροστά μας με πλακάτ και σημαίες. Νέοι, άγουροι χωρίς μυαλό στο κεφάλι τους. Εμπρός κατέβα κάτω γίνε ένα και συ με αυτά τα παιδιά, ένωσε την φωνή σου. Είσαι μια μάζα σαν κι αυτούς. Άνεργος με μοναδικό κάποια χαρτιά, μόχθος πολλών ετών πάνω σε θρανία. Ιδρώτας τόνων στα χωράφια, στο εργοστάσιο, στα εργοτάξια για να μάθει το παιδί γράμματα να μην γίνει σαν και μας. Και τώρα όλα χύμα, άχρηστα χωρίς απολύτως καμιά αξία. Δεν τα βλέπεις; Πως τα βλέπω αλλά όχι, τόπε και ο θείος Τάκης. Να μην γίνουμε σαν τους ακαμάτηδες. Θα με βολέψει, είπε, σεκιουριτά με 480ευρώ τον μήνα. Για αρχή καλά είναι. Και ασφάλεια στο ΙΚΑ.

Γυρίζω το κεφάλι από την άλλη μεριά. Κόσμος ανεβαίνει κατεβαίνει με σκυμμένο το κεφάλι και που ούτε δίνει σημασία στους διαμαρτυρόμενους. Τα πάντα δείχνουν συνοφρυωμένα και λυπημένα, χαμόγελο πουθενά. Απέναντι σε κείνο το στενό ψευτομπιζουτάδικο βλέπω την φίλη μου την Ρούλα. Πέντε μήνες δεν την πληρώνει ο γέρος εργοδότης της και από πάνω ανέχεται τις χειρονομίες του μην χάσει τη δουλειά. Ποια δουλειά;

Πάνω από τον ώμο του μπροστινού μου κάνω λαθρανάγνωση στην εφημερίδα με τον τίτλο “χιλιάδες θέσεις εργασίας” Τόπε και ο θείος Τάκης. Δουλειές υπάρχουν, εργάτες δεν βρίσκεις γιατί όλοι θέλουν να γίνουν διευθυντές. Δίπλα στον τίτλο άλλη στήλη. “Βίασε ανήλικη” Έχει και φωτογραφία. Ήρεμη φάτσα γλυκιά, βελούδινη. Ούτε που μοιάζει για βιαστής, ίδιος ο θείος Τάκης! Ο βολεμένος εβδομηντάρης χωρίς υποχρεώσεις. Μια ζωή στο “μη” και στο “όχι”. Όποτε ήθελε η μάνα μου να με συμβουλέψει φώναζε αυτόν. Ο πατέρας έφυγε νωρίς.

Και τώρα γιατί μου μοιάζει τόσο πολύ με τον βιαστή; Τι απωθημένα μου τον φέρνουν στα ίσια με το δημοσιευόμενο υπανθρώπινο  είδος. Αυτός απ’ ότι ξέρω μήτε γυναίκα άγγιξε ποτέ του. Ένα κούτσουρο μόνο σε όλη του την ζωή. Ταμίας σε κάποιο κρατικό ίδρυμα άνθρωπος του γνωμικού “βολέψου και άσε τους άλλους να κουρεύονται” Το μόνο που θυμάμαι από παιδί ήταν το ατσαλάκωτο χαρτονόμισμα που μου έδινε κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα.

Κι εγώ; Τι εγώ. Ένας νέος με πτυχία και άνεργος που έγινε αλλιώτικος με τις προτροπές του Θείου Τάκη. Μια υποταγή σ’ αυτό που μου σερβίρουν. Σ’ αυτό που μου καθιερώνουν. Ένα σκάσε και άκου. Κι αυτά τα παιδιά που περνούν από την άλλη μεριά; Γύρνα το κεφάλι σου. Δες τα, είναι σαν και σένα και όχι με βιασμένο μυαλό σαν το δικό σου από τον θείο Τάκη. Είναι τα χνώτα σου, τα ιδανικά σου, οι αναζητήσεις σου. Είναι το μέλλον σου. Και συ στην μέση ενός σταματημένου λεωφορείου με βιασμένο το μυαλό από έναν θείο Τάκη. Αποκομμένος από την αλήθεια.

Μόνο μια κραυγή βγήκε από το στόμα μου. “Στο διάολο θείε Τάκη.” Βγήκα έξω και ανακατεύτηκα με τους διαμαρτυρόμενους. Δεν ξέρω γιατί φωνάζουν μα είναι νέοι και έχουν ένα εκατομμύριο πράγματα για να φωνάξουμε. Νιώθω το ζεστό χέρι της Ρούλας μέσα στο δικό μου και το χαμόγελό της μου ξύπνησε ιδανικά και νιάτα.

Τίποτε δεν αποκτάς χωρίς αγώνα.

Advertisements