γραφει η Ρένα Ραψομανίκη

fuga2ΑΝΤΙΘΕΜΑ  ( Φαγκότα, Γαλλικά Κόρνα, Τρομπέτες, Τρομπόνια, κρουστά)

-Μας θέλουν, μάγκα μου, μας θέλουν πολύ!
-Αυτό τους έλειπε να μη μας θέλουν. Α, είναι μανούλες όταν εντοπίζουν αξίες.
-Μπράβο ψυχραιμία! Πες μου πως δεν σ’ έτρωγε η αγωνία, ενώ εγώ καθόμουνα σε αναμμένα κάρβουνα!
-Καμία αγωνία σε βεβαιώνω. Ούτε για την εργασία μας, που ήταν από κάθε άποψη άψογη, ούτε για την απάντησή τους. Αν μη τι άλλο είναι επαγγελματίες οι άνθρωποι. Άντε γεια μας.
-Στη σταδιοδρομία μας.
Τσούγκρισαν τα μπουκάλια και τα κατέβασαν μονορούφι. 
Το καφάσι με τις μπύρες κοντεύει ν’ αδειάσει ενώ τα κενά μπουκάλια πεταμένα στο πάτωμα δίνουν την χαριστική βολή στην εικόνα του φοιτητικού δωμάτιου που μοιάζει βομβαρδισμένο και που η όψη του θα έκανε την Γκουέρνικα να φαντάζει συγυρισμένη αρσακειάδα. Σκόρπιες  πυκνογραμμένες σελίδες, γεμάτες  γριφώδη μαθηματικά σύμβολα, ανακατεμένες με άλλες άτακτα μουτζουρωμένες ή παραγεμισμένες με κείνα τα σκίτσα που σχεδιάζει κάποιος μηχανικά την ώρα που τον απασχολεί κάτι άλλο. Το καλάθι των αχρήστων έχει ξεχειλίσει και, μια και κανείς δεν φρόντισε να το αδειάσει, κομμάτια χαρτί, τσαλακωμένα σε σχήμα που προσπαθεί να μιμηθεί το σφαιρικό, διεκδικούν με απαιτήσεις τον γύρο χώρο σχηματίζοντας χάρτινα λοφάκια. Είδη  καθημερινής χρήσης ατάκτως εριμμένα όπου μπορεί να φανταστεί κανείς: κάλτσες, εσώρουχα, πετσέτες, – χωρίς εμφανή διαφοροποίηση ανάμεσα σε καθαρά και  βρώμικα. Πλαστικά κύπελλα με κατακάθια καφέ, σάντουιτς με ίχνη πράσινης μούχλας, παντελόνια που βγήκαν όπως-όπως κι έμειναν έτσι. Τα στρωσίδια του κρεβατιού ανάκατα. (Ποιος ο λόγος να στρώσεις ένα κρεβάτι  που θα ξαναχρησιμοποιηθεί έτσι κι αλλιώς;) 
 
Οι δύο φίλοι διατείνονται με καμάρι πως το χάος δεν τους εμποδίζει να εντοπίζουν οτιδήποτε χρειαστούν. Καυχιώνται πως έχουν ένα μυστικό χάρτη επανεύρεσης αντικειμένων. Κάθε τρίτος όμως, που θα έμπαινε ανυποψίαστος, θα οπισθοχωρούσε ενστικτωδώς: πού να πατήσω; Πώς να διασχίσω το δωμάτιο χωρίς να σκοντάψω; Ο ελεύθερος χώρος στο δάπεδο είναι απελπιστικά περιορισμένος. Εδώ δεν ζουν άνθρωποι που διαβάζουν βιβλία, εδώ ζουν βιβλία που καταδέχονται να κάνουν χώρο στους ανθρώπους. Βιβλία… βιβλία… βιβλία  παντού: στα μεταλλικά ράφια  ντέξιον -συναρμολογημένα από τους ίδιους- που έχουν λυγίσει από υπερκόπωση, στο τραπέζι, που λειτουργεί και σαν γραφείο, στο μονό κρεβάτι, στο πάτωμα... Τα περισσότερα έχουν απομείνει ανοιχτά. Κάποιος χρειάστηκε ένα δεύτερο χωρίς να φροντίσει να κλείσει το πρώτο και στο πέμπτο είχε ήδη ξεχάσει την ύπαρξη των προηγούμενων. Βιβλία  πολυχρησιμοποιημένα, γεμάτα υπογραμμίσεις, σημειώσεις στα περιθώρια, παραπομπές. Κάποιος  έχει εντρυφήσει πάνω τους, έχει μελετήσει το περιεχόμενό τους εξονυχιστικά με ενδιαφέρον στα όρια του πάθους. Κάποιος έχει αφιερώσει  χρόνο στις σελίδες τους χωρίς να νοιαστεί να τον μετρήσει. Βιβλία  ποτισμένα με τη βαριά μυρωδιά καπνού από άφιλτρο τσιγάρο και λεκέδες από καφέ ανάμεσα στις σελίδες που μαρτυράνε πως οι ιδιοκτήτες τους δεν τα θέλουν ατσαλάκωτα, μουσειακά. Τα θέλουν ζωντανά να μοιράζονται μαζί τους μικρές στιγμές και καθημερινές συνήθειες.

Ένα χρόνο την πάλευαν την εργασία πάνω στις μαύρες τρύπες. Οι μόνιμα τεντωμένες κεραίες της περιέργειάς  τους πήραν έγκαιρα το σήμα πως οι πρωτοπόροι στη θεωρητική Φυσική ασχολούνται σχεδόν μονοθεματικά με τη μελέτη τους. ( Η πληροφορία δεν προερχόταν φυσικά από τον χώρο των σπουδών τους. Εκεί επικρατούσε η αφυδατωμένη διδασκαλία που δεν έδινε ερεθίσματα για την ανακάλυψη του καινούργιου). Βάλθηκαν να συγκεντρώνουν βιβλιογραφία μα δεν ήταν εύκολο. Τα άρθρα στις σελίδες των επιστημονικών περιοδικών, που αναφέρονταν στο θέμα, ήταν λιγοστά και κάποτε αντιφατικά. Εξ ίσου πενιχρές οι ανακοινώσεις σε διεθνή συνέδρια. Είχαν λόγους να πιστεύουν πως υπήρχαν περισσότερα μα δεν ήταν ακόμα   δημοσιεύσιμα και βρίσκονταν στη διάθεση των προνομιούχων που είχαν τη δυνατότητα πρόσβασης. Ξεκίνησαν, λοιπόν, χωρίς μπούσουλα το βασανιστικό – και πανέμορφο μαζί – ταξίδι σε μια αχαρτογράφητη περιοχή, πέταξαν τα ρολόγια, πονοκεφάλιασαν με τις θεωρίες, έκαναν ολονυχτίες χαμένοι σε συλλογισμούς, διαφώνησαν μέχρις εσχάτων για κάποια μερική παράγωγο, χαχάνισαν δυνατά, μουτζούρωσαν ατέλειωτες δεσμίδες χαρτί, διόρθωσαν ο ένας τις αβλεψίες του άλλου, βρίστηκαν χυδαία, φίλιωσαν ξανά πίνοντας μπύρες, στύλωσαν τα ποδάρια με την ισχυρογνωμοσύνη των ευφυών, έγιναν ταξιδευτές του σύμπαντος, σχοινοβάτησαν πάνω στην οξύμωρη κατάσταση που  χτίζεις ακριβώς πάνω στη θέση που γκρεμίζεις και ταυτόχρονα πρέπει να μείνεις όρθιος εκεί που το έδαφος της βεβαιότητας υποχωρεί κάτω από τα πόδια σου. Αποκαθήλωσαν το δεδομένο χωρίς να παραβούν θεμελιώδεις αρχές με μια μοναδική διαδικασία που μόνο ένα αχτύπητο αλληλοσυμπληρούμενο  δίδυμο όπως αυτοί θα μπορούσε να καταφέρει. 
 
Το μυαλό του Μιχαλιού ανέπτυσσε μια εντελώς ιδιαίτερη και εξόχως αποκλίνουσα διαδικασία σκέψης. Αν έπρεπε ν’ ανέβει δεκαπέντε σκαλοπάτια,  έχανε – ακολουθώντας ένα ανεξέλεγκτο φροϋδικό πλάνο –  τον ρυθμό του βηματισμού κι έφτανε μια ώρα νωρίτερα στην κορυφή. Έμοιαζε σαν, σπρωγμένος από μια νεφελώδη έμπνευση, να ήξερε ήδη από την αφετηρία πού έπρεπε να καταλήξει. Ένας εξωτερικός παρατηρητής θα μπορούσε να φανταστεί πως η σκέψη του έμοιαζε να κινείται με άλματα, σαν καγκουρό, χωρίς να σκοντάφτει. Δεν ήταν ακριβώς έτσι. Δεν παρέλειπε τα ενδιάμεσα βήματα, απλώς τα προσπερνούσε με μια βιαστική σάρωση που τον διαβεβαίωνε πως δεν ήταν απαραίτητα για να φτάσει στην ουσία.  Ενενήντα εννιά φορές στις εκατό είχε δίκιο. Για την  εξαίρεση, που η ουσία κρυβόταν σε ό,τι είχε παραλειφθεί, επαγρυπνούσε ο Παύλος. Χωρίς να υπολείπεται στο ελάχιστο σε ευφυΐα, ήταν όμως περισσότερο νουνεχής και προσεκτικός κι αυτό δεν οφειλόταν στον ένα χρόνο που ήταν μεγαλύτερος, αλλά στη συγκροτημένη ιδιοσυγκρασία του που έκανε τον ρόλο του καταλυτικό. Κατόρθωσαν τελικά να συγκεράσουν τις απόψεις τους, να διατυπώσουν μια πειστική θεωρία συμβατή με τα δεδομένα της βιβλιογραφίας και τις βασικές αρχές της Φυσικής, την δακτυλογράφησαν σε μια δανεική γραφομηχανή με αγγλικά στοιχεία και την έστειλαν για αξιολόγηση στο μόνο μέρος που θα είχε νόημα: στο Πανεπιστήμιο του  Πρίνστον. 
 
Εκείνο το πρωί ο Παύλος υπέγραψε για να πάρει από τον ταχυδρόμο έναν συστημένο ογκώδη φάκελο με το διάσημο πορτοκαλί και μαύρο λογότυπο του φημισμένου Πανεπιστημίου. Τον ξέσκισε με αδημονία, που δεν νοιάστηκε να κρύψει, και απομόνωσε δύο δακτυλογραφημένα έγγραφα.  Το πρώτο, με την υπογραφή του ίδιου του καθηγητή Χουήλερ, αναφερόταν,  με συγκρατημένα επαινετικές εκφράσεις, στο πόνημά τους και κατέληγε εκφράζοντας την επιθυμία να τους δει να πλαισιώνουν την ομάδα του ως μεταπτυχιακοί φοιτητές. Το δεύτερο, από την γραμματεία του Ιδρύματος, περιείχε την επίσημη  προσφορά υποτροφίας  και τους κατατόπιζε με λεπτομέρειες για τα οικονομικά, τη στέγαση στους κοιτώνες της Πανεπιστημιούπολης, τις καταληκτικές ημερομηνίες, το όνομα και το τηλέφωνο συγκεκριμένου υπαλλήλου που θα απαντούσε σε όποιο ερώτημα  ενδεχομένως δεν κάλυπταν τα έγγραφα που είχαν λάβει.
 
Ο φάκελος περιείχε και μια πολυσέλιδη ενημερωτική έκδοση του Πανεπιστημίου με  την διακοσίων χρόνων ιστορία του, τις σημερινές δομές, τους διάσημους καθηγητές – παλιούς και πρόσφατους – τα ερευνητικά προγράμματα. Οι πολύχρωμες ιλουστρασιόν  φωτογραφίες που συνόδευαν το κείμενο έδειχναν μια παραμυθένια εικόνα του κάμπους που είχε κτισθεί σε μια έκταση δυόμιση χιλιάδων στρεμμάτων.  Κτίρια  σε ρυθμό γοτθικής αναγέννησης ενταγμένα σε χιονισμένα τοπία ή βαμμένα με τα κεραμιδοκόκκινα  χρώματα του φθινοπώρου, τελετές υποδοχής πρωτοετών στο υποβλητικό παρεκκλήσι, λεμβοδρομίες  στην τεχνητή λίμνη, ατέλειωτες εκτάσεις με γκαζόν, ανθισμένοι κήποι, φοιτητές απ’ όλες τις φυλές της γης με ποδήλατα που κυλάνε πάνω στα δαιδαλώδη λιθόστρωτα δρομάκια, βιβλιοθήκες  με υποβλητικά αναγνωστήρια, φοιτητικά δωμάτια… Σκηνές παρμένες λες από κινηματογραφική ταινία… 
Δεν χόρταιναν να φυλλομετρούν και κάθε τόσο ξεσπούσαν σε επιφωνήματα θαυμασμού. 
 
-Το ’ξερες  πως έχουν πάνω από έξι εκατομμύρια τόμους βιβλίων;
-Παράδεισος, ειδικά για κάτι βιβλιοφάγους σαν εμάς! 
-Πρόσεξε κι αυτό! Στα εγκαίνια της τεχνητής λίμνης, ο πρόεδρος είπε στον χορηγό:  “πεινούσαμε για ψωμί και μας χαρίσατε παντεσπάνι!” 
-Σιγά μην λιμοκτονούσαν οι καημένοι!
-Κοίτα, Μιχαλιέ, πόσο τυχεροί είμαστε!  Μόλις το ’69, τέσσερα χρόνια πριν, έγιναν δεκτές προπτυχιακές φοιτήτριες στο Ίδρυμα. Ευτυχώς, γιατί διαφορετικά θα με άφηνες να πάω μόνος.
-Μόνος θα πας έτσι κι αλλιώς!

Συνεχίζεται…
Advertisements