γραφει ο αρισταρχος

αηδόνιΣήκωσε τόνα του φρύδι ο ήλιος και φώτισε με κείνο το γλυκό πρωϊνιάτικο της Άνοιξης χρώμα. Ανθισμένες οι πορτοκαλιές, λεμονιές και νεραντζιές γεμίζουν τα ρουθούνια μου με άρωμα και το πολύβουο τσούρμο από τις μέλισσες που κάνουν έφοδο με φέρνουν στα ίσια μου. Ζητώ επειγόντως καφεδάκι και γωνιά να χωθώ και να απολαύσω το ξεκίνημα. Θα μισοκλείσω τα μάτια και θα τεντώσω τ’ αυτιά μου να αφουγκραστώ το ξύπνημα της φύσης, το ξύπνημα της πόλης. Κινητήρες αυτοκινήτων που παίρνουν μπροστά, παιδικές φωνούλες που τιτιβίζουν πηγαίνοντας στο σχολείο και κείνο το κακάσχημο αηδονάκι που εγκαταστάθηκε πάνω στην δαφνούλα  ξεκίνησε το Θεϊκό κουσκουσάκι της μέρας που έρχεται ντυμένη σε χρώματα και μυρουδιές.

Να μπορούσα να κουρσέψω τις ανάγκες της ζωής μου και να πετάξω πίσω από τον Πίτερ Παν για εξωτικούς τόπους με ξωτικά και ότι φανταστικό μου βγει. Να φύγω μακριά και να ξεχαστώ από ότι μου προκαλεί στεναχώρια. Να κάνω και να λέω ότι θέλω λεύτερα. Να πηγαίνω όπου μου κάνει κέφι χωρίς τον τρελαμένο ήχο ενός τηλεφώνου να με προσγειώνει σε μια πραγματικότητα που δεν μου ταιριάζει. Να αγαπώ, γιατί νιώθω αγάπη. Να μ’ αγαπούν γιατί εμπνέω αγάπη. Να γελώ γιατί είμαι άνθρωπος. Να τραγουδώ παιδικά παιχνίδια και να χαρίζω μια απλή πάνινη κούκλα στο Μαλβινάκι της γειτονιάς μου για να βλέπω στα αθώα της ματάκια την αθωότητα ενός κόσμου που αλλοτριώθηκε για να ζει σε μια ζούγκλα απάνθρωπη και καταστροφική.

Μια λιμνούλα όσο μια σκάφη, τρία χρυσόψαρα κυνηγιούνται παιχνιδιάρικα και μια γάτα ψάχνει τρόπο για να σταματήσει το παιχνίδι και την πείνα. Μια ζούγκλα υποταγμένη στα αρχέγονα ένστικτα επιβίωσης. Μια ανθρώπινη κοινωνία φτιασιδωμένη δημιουργεί καλούπια και φιξαρισμένους δρόμους, παραβιάζει και παραβιάζεται, βιάζει και βιάζεται. Προσπαθεί να σταθεί πάνω στα ξυλοπόδαρά της αδιαφορώντας που και τι πατάει. Ψυχές ισοπεδωμένες, σπρωγμένες σε μια κίνηση επιβίωσης με μόνο κριτήριο την προσφορά. Κι από πάνω ένας αέναα μεταβαλλόμενος διάβολος ξερογλείφεται ψάχνοντας τον τρόπο που θα την αφαιρέσει αφού πρώτα την καταξευτελίσει.  Ποια η διαφορά;

Μια στιγμή στο κάγκελο, ένα ανοιγόκλεισμα των ματιών και πφφφ… πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα.  Όλα σκόρπισαν και μόνο το κακάσχημο σαν σπουργιτάκι καλλίφωνο κουρνιασμένο στην Δαφνούλα μου θύμισε πως το θαύμα είναι εδώ δίπλα μας, μέσα μας. Αλλά οι καιροί πια δεν περιμένουν.

ΥΓ. Αφιερωμένο στα δυό κορίτσια και στον συμμαθητή τους 18 χρονών που έσπευσαν, χωρίς να τους καλέσω, να με βοηθήσουν με το αυτοκίνητο. Το κακάσχημο αηδονάκι που λέγαμε…

Advertisements