γραφει ο αρισταρχος

χρυσανθεμοΨηλός, ξερακιανός, κρεμασμένος κυριολεκτικά από το μπράτσο της θείας Φεβρωνίας κοίταζε χαρούμενα την εκκλησία στα μνήματα της Αναστάσεως του κυρίου. Σειρά τα στεφάνια στην είσοδο στολισμένα με τα Φθινοπωρινά κάτασπρα χρυσάνθεμα έδωσαν στον πλημμυρισμένο από Αλτσχάϊμερ εγκέφαλο του Θείου-Γάκη την όψη KikkaMonsyo της Αυτοκρατορικής Σφραγίδας του Χρυσάνθεμου της χώρας που γεννήθηκαν αυτά τα λουλούδια, της Ιαπωνίας. Και τούρθε απότομα να αναφωνήσει με Νερώνειο τουπέ “Κοίτα Φέβρω, στραπτοκοπούν. Πόσο λαμπερά είναι, κι ας έκαμαν το ταξίδι τους από την Ανατολή. Αλήθεια που βρισκόμαστε, στην Chu-Hsien; Την πόλη των Χρυσανθέμων της Κίνας;”

Δεν υπήρξε μέρος, γωνιά στον κόσμο που να μην πήγε. Ιδιαίτερη αγάπη του η Βηρυττός. Θα μπορούσε να εξιστορεί για ώρες ατέλειωτες τις απίστευτες ημέρες του μικρού Παρισιού της Μέσης Ανατολής την Βηρυττό, πριν την καταστρέψει η αλόγιστη ηλιθιότητα των ανθρώπων.

Μου τον πάσαρε η θεία με εύσχημο τρόπο και τον πήρα αλά μπρατσέτα να τον σεργιανώ ανάμεσα σε τάφους  και καντήλια κι αυτός να βρίσκει πως η πολιτεία θα μπορούσε να πάρει το βραβείο της ηρεμίας. Ξεχείλιζε καλοσύνη και αγάπη για ότι κινούνταν ή… αναπαύονταν.

Έσκυψε και φίλησε ευλαβικά το πάνω χέρι ενός ιερέα και του απεύθυνε μια κορώνα “Ω πάτερ, τι ευλαβικότητα εμπνέετε. Το μέγα λειτούργημα, το της ιεροσύνης ”. Και κείνος χαμογέλασε  σεμνά “Συγνώμη, αν δεν θέλετε κάποιο τρισάγιο… με φωνάζουν από κει και πρέπει να φύγω” Και έφυγε, ανεμίζοντας τα άμφια με την φούρια του.

Γεννήθηκε… απεβίωσε… οι επιτύμβιες πλάκες. Με ένα ξερό όνομα, μια ύπαρξη που πέρασε στην ανυπαρξία και γκριζάρισε η ζωή του. Αναμμένα καντήλια, τα περισσότερα από ιδιώτες επαγγελματίες του είδους για να βλέπουν οι ψυχές τα συντρίμμια της ζωής που κείτονταν ένα μέτρο κάτω από το χώμα παραδομένα στην αποσύνθεση. Και το μόνο που άφησαν επάνω τα έργα τους να επηρεάζουν την ζωή στο χρώμα. Τα περισσότερα από αυτά τυραννικά  γεννήματα μιας ανόητης ματαιοδοξίας Μια ματαιοδοξία σα σφηνωμένη τυρόπιτα στον εγκεφαλικό ιστό. Το άκρον άωτον της ανθρώπινης μωρίας. Και κείνο που σαν νιούτσικο δεν πολυκαταλάβαινα αν δηλαδή οι νεκροί αναπαύονται πιο καλά στους οικογενειακούς τάφους ή στα δημόσια χωνευτήρια. Και φυσικά η θέση η πρώτη και οι… άλλες, με θέα ή άνευ. Ευτυχώς η ανθρώπινη παρέμβαση σταματάει εκεί. Δηλαδή έτσι ξέρουμε.

Κρατώντας τον βγήκαμε στο δρομάκι προς της έξοδο για να πέσουμε πάνω σε άλλο μου θείο επισκέπτη στην ίδια κηδεία, τον θείο-Αναστάση. Ψηλός κι αυτός ομορφάντρας, τόχε το σόϊ μας αν εξαιρέσεις εμένα του ένα και εβδομήντα δύο. Περήφανος και κουμουνιστής από τα εφηβικά του χρόνια. Είκοσι χρονών γύρισε με το δίκοχο ντυμένος στο αντάρτικο χωρίς τα φυσεκλίκια για να εισπράξει από τον πατέρα του και παππού μου ένα παράσημο ανοικτής παλάμης για το έργο αλλά και το αποτέλεσμα του εμφυλίου που μετείχε. Τους έστειλε όλους με το αριστερό του στυλάκι, την στιγμή που η όμορφη Ματίνα, η αδερφή, παντρεύονταν με αξιωματικό του στρατού και ο αδερφός εντάσσονταν στο σύστημα. Και σαν τέτοιο δογματικό κουμούνι τελείωσε την ζωή του στα εβδομήντα πέντε του δείχνοντας με καμάρι σ’ όποιον τον επισκέπτονταν την μεγάλη Ρωσική εγκυκλοπαίδεια στο κέντρο της βιβλιοθήκης του. Περήφανος και αναλλοίωτος στο γλίστρημα του χρόνου . Δεν χρώσταγε σε κανέναν ποτέ και τίποτε. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε με την σωτηρία της ψυχής του συλλέγοντας για λογαριασμό των ιατρών του κόσμου φάρμακα.

Μόλις τον είδε ο θείος-Γάκης αναφώνησε στην ροή του μονολόγου του ένα “Άααα! Να… κι αυτόν τον βοήθησα! Και μάλιστα με πολλά λεφτά” Τον τράβηξα στην άκρη να μην τον ακούσει ο άλλος και γίνει κόλαση ένα μέτρο πριν… την είσοδο. Κάπως αργά όμως, είχε ακούσει. Και το στόμα του θείου Αναστάση έβγαζε καπνούς και σάλια. Πως μπορούσε ένας καπιταλίστας που αδίκησε τους εργάτες στην παραγωγή του καπνού να τον κατηγορεί ότι τον… βοήθησε οικονομικά. Τα δογματικά στερεότυπα του κουμουνισμού πέρασαν τον νυν Αλτσχαϊμερίστα γέροντα και πρώην “καπιταλίστα του κερατά” γενεές δέκα-τέσσερις! Άκουγαν νεκροί και ζωντανοί, μαυροφόρες και κοράκια, καντηλούδες και πλανόδιοι κηροπωλητές, μαρμαράδες και ξεναχωστές. Στέναξαν μέχρι τα νεκροστάσια και τα χωνευτήρια. Η κηδεία εγκαταλείφτηκε από τους ξεπροβοδιστάς του απερχόμενου για να κάνουν χάζι με τον μονομερή καβγά του πρώην περήφανου αντάρτη με τον χαμένο στα ερτζιανά πρώην καπνέμπορα που στο τέλος τον χειροκρότησε και ζητούσε με πείσμα να του πιάσει και το χέρι.

Την σκηνή ξεκαθάρισε η θεία Φέβρω που αρπάζοντας τον άντρα της την έκανε προς την έξοδο του κοιμητηρίου βρίζοντας ζωντανούς και νεκρούς. Κι ο θείος Αναστάσης τσατισμένος  “Κατάλαβες ρε κολέκα… τι να μας πει ο καπιτάλας για την ζωή του”.

Τα μάτια μου έπεσαν στην είσοδο της εκκλησίας με τον τεράστιο ζωγραφισμένο Ιησού να μου συστήνει ηρεμία και υπομονή για να πηγαίνω εκεί μόνο σαν… επισκέπτης ξεπροβοδιστής, όσο πάει δηλαδή. Γύρισα από την άλλη μεριά για να χορτάσουν τα μάτια μου θέα πέρα ως το μεγάλο έμβολο. Καλός ο σεβασμός προς τους νεκρούς αλλά την θέα τι να την κάνουν; Ποια συμφέροντα έκλεψαν αυτό το υπέροχο μέρος από τους ζωντανούς για να το χαίρονται οι απόντες από την ζωή. Η ματαιοδοξία που λέγαμε. Έφυγα από την βουβή πολιτεία χωρίς να γυρίσω το κεφάλι πίσω μου, άλλωστε τι να δεις από το παρελθόν. Το τώρα ζητάει την ζήση του και το μέλλον τον σχεδιασμό του.

Advertisements