γραφει ο αρισταρχος

buletΠερπατούσε σαν υπνωτισμένη ανάμεσα στον κόσμο, και το μυαλό της ήταν εντελώς κενό. Αδυνατούσε να συγκεντρωθεί και να βάλει τις σκέψεις της σε κάποια τάξη. Μάλλον πήγαινε με οδηγό το ένστικτό της. Αυτό που πάντα την έβαζε σε μπελάδες και που κατά διαβολικό τρόπο το εμπιστεύονταν και αφήνονταν σ’ αυτό. Κοντά της πάντα η απύθμενη καλοσύνη, για να την εκτρέπει από όλους τους προγραμματισμούς της. Σταμάτησε απότομα και έσκυψε να διορθώσει το αθλητικό της από μια πετρούλα που μπήκε μέσα. Και κει που πήγε να σηκωθεί, της γυάλισε στο βάθος εκτυφλωτικά. Δεν κατάλαβε τι ήταν μα, ήταν εκεί στο βάθος πέρα από το εργοτάξιο του μετρό και γυάλιζε χωρίς να δίνει καν περίγραμμα. Σηκώθηκε σκίασε τα μάτια της αλλά δεν άλλαξε τίποτε. Και γιατί έπρεπε αυτή την ώρα να την απασχολεί αυτό, δεν καταλάβαινε. Ίσως κάτι μεταλλικό ίσως κάποιος προβολέας, ίσως εν πάση  περιπτώσει “τράβα για την δουλειά σου”.

Ποια δουλειά της; Που πήγαινε; Πάλι έτσι χωρίς λόγο και αιτία χωρίς προορισμό με μόνη πυξίδα ένα περίεργο ένστικτο που την τραβάει από την μύτη για το δικό της πουθενά. Όχι όχι… ναι! Πήγαινε για δανεικά. Που όμως; Λίγα χρόνια στην μεγάλη πόλη  και οι γνωριμίες λιγοστές. Δυό τρεις φίλοι και ένας εραστής της φωτιάς χωρισμένος από εδώ και ένα χρόνο. Και μια δουλειά, τέσσερις ώρες μέρα παρά μέρα, που δουλειά να την έκανε ο Θεός. Καθαρίστρια πολυκατοικιών δίπλα σε έναν ανισόρροπο μεθύστακα. Μια κοινότυπη ζωή χωρίς τίποτε το ιδιαίτερο και κανένα ενδιαφέρον. Μόνο μια γριούλα φιλάσθενη μάνα και μια συνταξούλα των 330 ευρώ. Ευτυχώς που, με ότι πήρε η γριά από αυτά που πούλησε στο χωριό, αγόρασαν αυτή την τρύπα του ενός δωματίου στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας με μόνιμη υγρή μυρουδιά, κάτι σαν από σάπια χόρτα.  Τουλάχιστον δεν ήταν στον δρόμο.

Δεν πολυκαταλάβαινε το πήγαινε έλα στις δύο κάθετες λεωφόρους αλλά εδώ και δυό ώρες περνούσε μπροστά από την πλατεία με το σιντριβάνι στην διασταύρωση και πάντα κάρφωνε τα μάτια της στην μαρμαρένια μυτερή κολόνα που το κοσμούσε. Την κοίταζε απλά, αφηρημένα χωρίς απολύτως καμιά σκέψη. Την κοίταζε που σημάδευε τον ουρανό. Έναν ουρανό ντυμένο στα γαλάζια κι ας του γκριζάριζε την καθαρότητα  λίγο το καυσαέριο από το υποκατάστατο τέρας των ποδιών με τις μηχανές να μουγκρίζουν, λίγο από τον πειρατή εκεί ψηλά που ζωγράφιζε με τα άσπρα δολοφονικά συννεφάκια των chemtrails, λίγο ο αέρας να μας θυμίζει πως υπάρχουν έρημοι με μόνο εφόδιο την άμμο. Ένας γαλάζιος ουρανός που έβρεχε καπνιά, σκόνη και θολούρα. Και κει στο βάθος της έσκιζε το βλέμμα αυτό το εκτυφλωτικό φως. Προς όποια κατεύθυνση και να γύριζε τόχε μπροστά της και πιο ψηλά από όλα.

Ένα τσούρμο νεαρά παιδιά με μαντήλια και κουκούλες πέρασε αλαλάζοντας από μπροστά της παραβιάζοντας φανάρια και κανόνες. Από πίσω τους στο κυνηγητό ένας ορμητικός σίφουνας με στολές μονομάχων. Κι αυτή, παρασυρμένη από τον αέρα και μόνο, βρέθηκε στην κλειστή με κόκκινο διάβαση για τους πεζούς καταμεσής του δρόμου. Οι κόρνες και οι φωνές την ξύπνησαν από τον λήθαργο μισό μέτρο από το δρεπάνι του θεριστή μεταμφιεσμένου σε βαρύ λεωφορείο. Στρίγγλισαν φρένα και αναθάρρησαν ψυχές σε μια κίνηση απότομη ακολουθώντας την πορεία της αδράνειας. Και όλοι  σαν ακροβάτες πιασμένοι από λαβές και χερούλια θαρρείς σε ένα προγραμματισμένο νούμερο έψαξαν με λαίμαργη περιέργεια την αιτία και το θύμα.

Ένιωσε την βρώμικη και καυτή του ανάσα και την κόλαση στα καταματωμένα πύρινα μάτια του με την μαύρη κουκούλα και το βαρύ δρεπάνι. Δυό δυνατά ανθρώπινα χέρια την άρπαξαν και την έφεραν πάλι στο πεζοδρόμιο. Την άφηναν οι δυνάμεις της κι ήταν έτοιμη να σωριαστεί. Τα μάτια της γέμισαν με το γλυκό πρόσωπο της μάνας της. Της χαμογέλασε και της άπλωσε το χέρι. Ένιωσε την ζεστασιά της και κείνο το κάτι που από τότε που γεννήθηκε “έβλεπε” στην μητέρα της. Ήταν αυτό που θα την έκανε να την αναγνωρίσει με κλειστά μάτια ακόμα και ανάμεσα σε εκατομμύρια. Εκείνη η πολύχρωμη και ευωδιαστή μυρουδιά ανάμεσα σε μάνα και παιδί. Μια αρχέγονη σχέση που όσο ο άνθρωπος χάνει την εμπιστοσύνη του στα ένστικτά του τόσο κι αυτή αμβλύνεται με συνέπεια την άμβλυνση κι αυτής της μητρικής αγάπης και φροντίδας. “Μάνα!”  Έκανε να απλώσει το χέρι της και τότε τυφλώθηκε από το ισχυρό φως που εδώ και ώρες λες κι έβλεπε μόνο αυτή.

Τώρα θυμάται το πρόσωπό της. Σ’ ένα κρεβάτι λαϊκού νοσοκομείου με τους γιατρούς να κουνούν το κεφάλι με απογοήτευση. “Συλλυπητήρια…” Την έχασε σε δυό μέρες και χάθηκε το σύμπαν. Την πήραν επανειλημμένα τηλέφωνο να πάρει την πεθαμένη από το Νοσοκομείο. Με τι λεφτά; Πώς να κάνει μια κηδεία χωρίς φράγκο στην τσέπη; Βγήκε στους δρόμους για δανεικά. Θάβρισκε, ακόμα κι αν χρειαζόταν να πουλήσει την αξιοπρέπειά της.

Όπου κι αν πήγαινε μπροστά της τόβλεπε. Εκείνο στεκόταν πάνω από όλα εκτυφλωτικά φωτεινό μόνο για κείνη. Τράβηξε προς το μέρος του αδιαφορώντας για αυτοκίνητα και νόμους . Όσο πλησίαζε άκουγε φωνές και κρότους. Φασαρία και πόλεμος ανάμεσα στην επιβολή και την ανένταξη. Λες και όλα έπαιρνα μέρος κάτω από το δυνατό και γλυκό φως που την καλούσε να το συναντήσει. Σταμάτησε λαχανιασμένη ακριβώς από κάτω του και το μόνο που έβλεπε ήταν η λάμψη του, η ηρεμία του, η γλυκύτητα του. Σαν σφύριγμα της φάνηκε και το όργανο του θεριστή, μια σταλιά μολύβι εγκλωβισμένο σε μια μπρούντζινη θήκη 38χιλιοστών, ύστερα από δύο εξοστρακισμούς καρφώθηκε στον αυχένα της. Ζεστό αυλάκι πάνω στην ραχοκοκαλιά της το αίμα έτρεξε αχνιστό. Το μόνο που πρόλαβε να δει ήταν το φως. Κατέβηκε και μπήκε μέσα στα μάτια της. Την γέμισε ευτυχία και γαλήνη. Ύστερα όλα έδειχναν όλα βουβά και έντονα χρωματισμένα, ιδιαίτερα ο ουρανός. Γαλανός, καθαρός χωρίς ψεγάδι. Και κείνη η γλυκιά μουσική κάτι από Μότσαρτ, Σοπέν, Μπαχ την τραβούσαν σ’ ένα αιθερικό πέταγμα προς την απελευθέρωση, την αγάπη.

Όταν άνοιξε τα μάτια της είδε τον άγγελο με τα γαλανά μάτια και το όμορφο πρόσωπο ντυμένο στα άσπρα να την κοιτάζει με ένα γλυκό χαμόγελο. “Επιτέλους, είσαι μαζί μας” Θα περάσουν άλλοι δύο μήνες για βγει στο φως της μέρας κάτω από τον ουρανό. Και θα συνοδεύεται από τον άγγελό της που θα την χαρίσει δυό όμορφα παιδιά και μια ήρεμη ζωή. Κι αυτή τόξερε, χρωστούσε πολλά. Σε μια κοινωνία που βασανίζεται και υποφέρει ζωγραφίζοντας απίθανες ιστορίες, και το μόνο που αποζητά είναι λίγη βοήθεια από το περίσσευμα κάποιας αγάπης.

Advertisements