γραφει ο αρισταρχος

hornΠερπατούσε αργά, βαριά καί με τα τέσσερα εντελώς αφύσικα για βάτραχο. Πρώτη μου φορά είδα να περπατάει έτσι βάτραχος. Αυτά συνήθως πηδάν με τα τεράστια πισινά τους πόδια. Πρέπει να ήταν πολύ μεγάλης ηλικίας και μόνο το μπαστουνάκι έλειπε. Έκανα λίγο έτσι και τούκρυψα τον ήλιο. Σταμάτησε! Έμεινε σ’ αυτή την θέση περίπου δύο λεπτά. Ύστερα κάθισε κάτω και τέλειωσε.  Τρόμαξε από την σκιά μου; Δεν ξέρω.  Μούρθε σήμερα στο μυαλό μου αυθόρμητα μόλις είδα τον μπάρμπα-Χρήστο να ανεβαίνει την ανηφοριά για το σπίτι του σέρνοντας πίσω του ογδόντα οκτώ χρόνια και ένα καροτσάκι γεμάτο αναμνήσεις και μια… φραντζόλα ψωμί.

Έστριψε στο δρομάκι του χωμένος μέσα στην θολούρα της ζωής του. Πρόσφατα πέθανε και η κυρά του, ύστερα από πενήντα πέντε χρόνια συμβίωσης,  και απορούσες που έβρισκε το κουράγιο και άντεχε. Ρυτιδιασμένο το πρόσωπο χαμένο μέσα σε δυό βαθουλωτά μάτια που δεν τάβλεπες παρά μόνο την σπίθα τους πάνω στο υαλώδες. Μόνο αν τούλεγες καλημέρα σταματούσε και, γύριζε το κεφάλι για να σου πει με μισοχαμόγελο κάτω από τις πελώριες μουστάκες του ένα ξεψυχισμένο “καλημέρα”! Γραφική φιγούρα, κάτι σαν μασκότ. Και μόνο που περνούσε με κείνο τα καροτσάκι για τα ψώνια με το πολύ πολύ μια φραντζόλα μέσα και μια εφημερίδα έφτανε για να σου φτιάξει την αισιοδοξία σου.

Νάτη πάλι η ίδια καρικατούρα, πρόβαλλε από την γωνία . Σταμάτησε για λίγο και τέντωσε το σκελετωμένο του κορμί να ξεπιαστεί από την ανηφοριά και ύστερα συνέχισε σέρνοντας πάλι το ιστορικό του καροτσάκι με το ψωμί. Θαρρείς και είχε γίνει προέκταση του κορμιού του. Κυρτός και με αργό ρυθμό περπατούσε ξεχασμένος στις σκέψεις του καταμεσής του δρόμου. Και δεν τον χαιρέτησα καν, μην και τον ξυπνήσω από την Νιρβάνα του…

-Μάνα, φεύγω!

-Να προσέχεις, και να του δώσεις πολλά φιλιά.

Κοιτάχτηκε για μια φορά ακόμα στον καθρέπτη και χαμογέλασε καθώς έβλεπε τις ξανθιές της μπούκλες να πετάγονται ανέμελα κάτω από το καινούργιο της πλεχτό καπελάκι σε ροζ χρώμα. Καλοβαμμένα μάτια και χείλια. Αλλά όπως και να ήταν, η ομορφιά και μόνο των είκοσι χρόνων της φεγγοβολούσε στον καθρέπτη.  Τράβηξε απαλά την πόρτα και σε ένα λεπτάκι βρίσκονταν στο δρόμο με το κινητό στόνα χέρι, το κλειδί του μικρού της αυτοκινήτου στο άλλο και την τσαντούλα της περασμένη στον αριστερό της ώμο. Μ’ εκείνο το φιδίσιο σώμα ντυμένο στα εφαρμοστά της νεανικά ρούχα γέμισε ζωντάνια όλο τον δρόμο. Ένα κλικ-κλικ ο συναγερμός, και το πεντακάθαρο αυτοκινητάκι είχε την ιδιοκτήτριά του καθισμένη πίσω από το τιμόνι. Βγήκε προσεκτικά από το parking και τοποθετήθηκε στην μεσαία λωρίδα της περιφερειακής. Το δίπλωμα το είχε από τότε που πάτησε τα δέκα οκτώ. Στα δυό αυτά χρόνια είχε πάρει τον αέρα του αυτοκινήτου, πρόσφατο  δώρο του πατέρα της.

Σήμερα αποφάσισε να περάσει να δει τον παππού της και να τον ευχαριστήσει για την οικονομική συμβολή του στο αυτοκινητάκι της. Έμενε λίγο μακριά από το σπίτι τους αλλά με την περιφερειακή θάφτανε γρήγορα. Ο δρόμος είχε την κανονική του ροή στην κίνηση και δεν την δυσκόλευε πολύ. Έτσι της έφυγε το μυαλό για κάποια δευτερόλεπτα για να υπολογίσει πόσο θάμενε στον παππού ώστε να βρίσκεται στην ώρα της στο καφέ “Έναστρον” που την περίμενε ο φίλος της ο Τάσος. Λίγα τα δευτερόλεπτα που ξέφυγε, αλλά ικανά για να μην προλάβει να πάρει έγκαιρα θέση στην δεξιά μεριά του δρόμου και να στρίψει στην τέταρτη έξοδο. Ένα φορτηγό της έκλεισε  την έξοδο και έτσι βρέθηκε να ταξιδεύει για την επόμενη. Μουρμούρισε κάτι για τον οδηγό της νταλίκας, κάτι για τον εαυτό της και βάλθηκε να πάει πιο γρήγορα να κερδίσει τον χαμένο χρόνο, κάπου δέκα λεπτά.

Ζεστός ο ανοιξιάτικος ήλιος ξυπνούσε μέσα από την χειμερία νάρκη όλο το βασίλειο και τόντυνε με λουλουδάτες φορεσιές βάλσαμο για την ψυχική αρμονία. Μπρος από το καθρεπτάκι της χοροπηδούσαν δυό πάνινα μεγάλα ζάρια δώρο του φίλου της του Τάσου για να θυμάται έλεγε πάντα, πως όλα στην ζωή είναι μια ζαριά. Δεν τα χώνευε αλλά έλα που τον αγαπούσε πολύ και έμαθε να τα “ανέχεται”. Από τα μεγάφωνα πάλλονταν η φωνή των Beatles στο προφητικό “The yellow sumbarine”.  Λάτρευε την μουσική τους και ήξερε όλα τους τα τραγούδια. Ο αδερφός του πατέρα της, όταν πέρασε στην Νομική της είχε κάνει δώρο μια συλλογή με όλους τους δίσκους από βινύλιο που είχαν γράψει τα μαγικά σκαθάρια και τάδειχνε στις φίλες της με καμάρι. Έφτιαξε το κέφι της και άρχισε να σιγοτραγουδάει μαζί με το ραδιόφωνο .

Όπως ανέβαινε την φαρδιά λεωφόρο της ήρθε ξαφνικά η έμπνευση να κόψει δρόμο. Πολλές φορές τα βήματά μας θαρρείς και τα ορίζει μια αόρατη μεγάλη δύναμη, ίσως για να συμβούν κάποια γεγονότα. Γίνεσαι η αιτία για να ξεκινήσουν κάποια πράγματα που σίγουρα ήταν δρομολογημένα αλλά ζητούσαν κάποια εκκίνηση. Κι αυτή την εκκίνηση είχε επιλεγεί να την δώσει εκείνη. Στρίβοντας προσεκτικά από την γωνία της λεωφόρου είδε έναν γεράκο να περπατά καταμεσής του δρόμου σέρνοντας ένα καροτσάκι συρμάτινο από αυτά που χρησιμοποιούν στα ψώνια. Στην αρχή της φάνηκε αστείο που με την στραβιά του ρόδα κουνιόταν πέρα δώθε ανακατεύοντας μια φραντζόλα ψωμί και παρέσερνε σε μια αστεία ρυθμική ταλάντωση όλο το ισχνό γεροντίσιο σώμα.

Προφανώς δεν άκουγε τον βόμβο της μηχανής που σίγουρα για τ’ αυτιά του γέρου ήταν τελείως αθόρυβη, δεν υπήρχε καν. Και σ’ αυτό το περίεργο “καροτσάκι” αυτοκίνητο-γέρος περπάτησαν καμιά δεκαριά βασανιστικά μέτρα, για την οδηγό. Της χαλούσε και την όμορφη διάθεση που είχε φτιάξει και βγάζοντας μια σιγανή φωνή “άντε ρε παππού…” έκανε το μοιραίο λάθος. Πάτησε το κλάξον!

Την ίδια στιγμή ο μπάρμπα-Χρήστος είχε πλάσει μέσα στην  παλέτα της φαντασίας του το πορτραίτο του εγγονού του, του Τάσου,  που πάντα ήλπιζε πως θα του χτύπαγε την πόρτα να τον αγκαλιάσει.Το κορμί απλά πήγαινε προς το σπίτι οδηγημένο θαρρείς από έναν αυτόματο πιλότο εκεί στην άκρη του εγκεφάλου του για ν’ αφήνει την φαντασία του να πετάει. Ξαφνικά μέσα σ’ αυτή την απέραντη σιγαλιά έσκασε σαν κανονιά μια κραυγή κρεσέντο κατευθείαν στην κορύφωση. Η αναγνώριση του σήματος από τον εγκέφαλο και η κατεπείγουσα εντολή σε ανήμπορους για τέτοιες απότομες καταστάσεις μυς είχαν σαν αποτέλεσμα να φύγει το καροτσάκι από το χέρι του και να συρθεί πάνω σ’ ένα σταθμευμένο αυτοκίνητο. Ο ίδιος παραπατώντας έφυγε προς τ’ αριστερά έντρομος. Η καρδιά του προσπάθησε, αλλά η φόρτιση ήταν μεγάλη για να την αντέξει. Έγειρε σε μια κίνηση προς τα κάτω ψαχουλεύοντας με τόνα χέρι το μέρος της καρδιάς και το άλλο στον αέρα σαν να γύρευε κάπου να πιαστεί. Κανείς δεν πρόλαβε μήτε να φωνάξει, μήτε να τρέξει πάνω του. Τελείωσε σε δευτερόλεπτα μισός στον δρόμο και μισός στο πεζοδρόμιο με μια γκριμάτσα πόνου.

Οι φωνές μου και των άλλων ήταν απλά ο απόηχος καθώς περνούσε στην  αντίπερα όχθη για να παραδώσει, όπως λέγαμε στον στρατό, όπλο και παλάσκες. Όπως τον κρατούσα από το χέρι μου ήρθε στο μυαλό η σκηνή με τον βάτραχο που χωρίς φανερή αιτία είχε παραδόσει… όπλο και παλάσκες. Αιτία και θάνατος!

Advertisements