γραφει ο αρισταρχος (πασχαλης-χαλυβουργος απόμαχος)

κλαρινοΆγγελοι με τύμπανα βαριά, πως λυπάται μέσα μου η καρδιά!”

Εκστατική η φωνή του Μανώλη Μητσιά μέσα στο μεταμεσονύχτιο σκοτάδι έμπαινε με τον μουσικό λόγο της Νικολακοπούλου σαν κύματα στον ακουστικό μου πόρο για να ξεσηκώσει της ψυχής τα ατελεύτητα συναισθήματα και να τα μετατρέψει σε σταγόνες φόρτισης ικανής να με εκτοξεύσει πέρα από τους αστερισμούς, στο απώτατο παρελθόν. Μισόκλειστα τα μάτια για να αχνοφέγγει κάτω από την σχισμή και ανάμεσα στα βλέφαρα η θολούρα της ψυχής μου. Και όλο μου το είναι να δονείται σε Βαλκάνιους ρυθμούς. Αυτοί που ποτίζουν εδώ και αιώνες την γεννητική μας έλικα και, μας αρέσει δεν μας αρέσει, μας φέρνει πιο κοντά στην ψυχική αναστάτωση με τους γείτονες. Αυτοί ανασαίνουν το χνώτο μας. Αυτοί ακούν τους αναστεναγμούς μας, αυτοί νιώθουν τους ερωτικούς μας παλμούς, αυτοί μας επηρεάζουν, μ’ αυτούς συγχρωτιζόμαστε.

Βαρούν  τα τύμπανα βαριά κι ακούει ο μεμέτης  παράδιπλα. Και αντί να αναστενάξει με τον δικό μου αναστεναγμό, με απειλεί με την ρομφαία του προστάτη για την καταστροφή. Αιώνες τώρα ένα όνειρο αναπολεί και μ’ αυτό ξημεροβραδυάζεται. Την καταστροφή της Βασιλεύουσας! Σηκώνω προς τα πάνω το βλέμμα μου κόκκινο από το βουβό κλάμα  και δέχομαι την επίθεση αυτών που διάλεξαν εμένα για γείτονα και που μιλούν άλλη από μένα γλώσσα. Επιβουλεύονται την ιστορία μου το είναι μου κι εγώ πασχίζω αχνά να τους απωθήσω χρησιμοποιώντας την υπερβόρεια ευγένεια του “Κύριε Άνταμς, σας σκοτώνουμε και ύστερα θα.. πηδήξουμε την σύζυγό σας και την κόρη σας. Παρακαλώ σκύψτε να σας αποσπάσουμε την κεφαλή σας!” Και είναι να  απορώ με τον εαυτό μου πόθεν απέκτησα τέτοια ακραιφνή φλεγματική ευγένεια. Τελικά μήπως αφήρεσαν από τον εσωτερικό μου έλεγχο την έννοια φιλότιμο, αντρισμό, Έλληνας!

Πάνω σε ένα τρένο της Βαλκανικής προσπαθώ να ξεσηκώσω από κάθε σταθμό και μια μουσική ομορφιά, και νιώθω πως μου ταιριάζει. “Φίλα με στοιχειό της ερημιάς…” Και στα πιο ακραία σημεία της γίνομαι ένα με τους ρυθμούς της που μου βγάζουν όλα μου τα πρωτόγονα ένστικτα . Και αφήνομαι σαν νέος Ζορμπάς πάνω στην ταραγμένη γη σ’ ένα αέναο  χορό σε μια αέναη κίνηση. Αυτή είναι η ζωή μου, αυτή και η κουλτούρα μου. Κι όταν είμαι άγριος, κι όταν είμαι ήρεμος, κι όταν είμαι ερωτικός. Όλες μου οι εκφάνσεις γυρνούν σ’ αυτό τον Βαλκάνιο χώρο από την εποχή  της  Δευκαλίωνος ανασύστασης του ανθρώπινου γένους.

Αλλά να, τα’ αδέρφια μου! Με δίδαξαν Ελληνισμό. Με δίδαξαν μοναδική κοινωνικότητα.  Στήθηκαν μαζί με τις κάμερες όλου του πλανήτη πρωί πρωί για να αποτυπώσουν μια συνισταμένη. Ηρεμία! Πήραν αυτό που τους επιτρεπότανε και ήρεμα αποχώρησαν προς απογοήτευση όλων αυτών που τους έπαιζαν στα ποσοστά κέρδους. “ποια, βρε γυναίκα, είναι αυτή που μας περιποιείται; Η κόρη σου… καπετάνιο. Αυτή που κρύβεται μόλις ξεμπαρκάρεις στο κατώφλι μας. ”  Και δεν ήταν καπετάν Μιχάλη η Ρηνιώ, αλλά η Κύπρος που μας δίδαξε την σοβαρότητα και τον Ελληνισμό. Και μείς; Τι είμαστε εμείς; Βαλκάνιοι είμαστε, αυτό.

“Πες μου πώς να κρατήσω μέσα μου το φως”. Να ρε γιατί την αγαπώ αυτή την μάνα γιατί στις δέκα λέξεις της οι εννιά είναι φως. Απόλλων, μουσιγέτης, Πύθιος , γεννήτωρ… Όλα ένα φως και μια τρυφερή ζεστασιά για να ξεσηκώνει τις μπουκαβίλιες στο πανέμορφο άνθισμά τους. Και κει στην υπερβόρεια να καταχνιάζει και να χιονίζει Μάρτη μήνα μέσα στα χνάρια της Άνοιξης. Αυτό σας ξεσηκώνει και αλαφιάζετε με την φάρα μου ρε; Αν μπορούσατε θα το παίρνατε κι αυτό ζηλότυπα μαζί με τη ξετσιπωσιά σας και τα χυδαία σας ευρώ. “

…βγες φεγγάρι, μέτρα ξενιτιές!” και όπου ζεις δεν είναι πατρίς. Η πατρίδα είναι μία, αυτή που κουβαλάς στην δομή σου τον γεννητικό της κώδικα.

Advertisements