γραφει ο αρισταρχος

eyes-Κύριοι, το κακό έχει παραγίνει. Δεν μπορεί ο κάθε μαθητάκος που λέγεται Κυπρίνος να μας έρχεται αδιάβαστος και να μας το παίζει τσαμπουκάς. Αρκετά πια. Είδατε την αδερφή του την Ελάνα, έβγαλε το σκασμό της και κάνει ότι της λέμε. Πρέπει να λάβουμε αμέσως μέτρα. Και μάλιστα επειγόντως εδώ και τώρα. Κυρία Θεοδώρα, τώρα που θα πάτε στην αίθουσα πιάστε αυτόν τον ταραξία τον…τον… τον…

-Τον Κυπρίνο κύριε διευθυντά.

Ναι… αυτόν. Πιάστε τον και δώστε του να καταλάβει πως εδώ το σχολείο έχει απαιτήσεις και όποιου δεν του γουστάρει καλά θα κάνει να πάει στο χωριό του. Αν θέλει να είναι κοντά μας, στην ελίτ της προόδου και της ευημερίας, πρέπει να κάνει ότι λέμε εμείς. Άντε, γιατί παραγνωριστήκαμε και με τους υπόλοιπους μαθητές. Θα τα πούμε όμως με τον καθένα χωριστά και στην ώρα του. Κάποτε αυτή η ραστώνη πρέπει να πάρει τέλος. Δεν θα πίνουν το πρωινό τους γάλα στο σχολειό μας χωρίς καμιά ανταπόδοση.  Σας καθιστώ υπεύθυνη για ότι γίνεται σ’ αυτή την γεμάτη αταξία τάξη!

Και ως τόπε έδωσε μια με δύναμη και με το δεξί του χέρι πάνω από το σίδερο της ρόδας αναγκάζοντας το αναπηρικό καροτσάκι να κάνει μια στροφή 180 μοιρών και να βρεθεί αριστοτεχνικά πίσω από το βαρύ γραφείο. Σφίχτηκαν τα περίεργα χαρακτηριστικά του σε μια σκληρή μάσκα από όπου υπερτερούσε η κακία. Πεταχτά μήλα και εξογκωμένα ζυγωματικά. Μικρά μαύρα ματάκια και λεπτά σφιχτά χείλια. Ένα σύνολο αυστηρών προδιαγραφών βγαλμένο προφανώς από σχολείο για εσώκλειστους μαθητές με περιορισμένες επαφές και ελευθερία. Είχε συνηθίσει σ’ αυτόν τον τόνο ομιλίας και όταν βρισκόταν ανάμεσα σε ξένο κόσμο τον έντυνε στο τέλος με ένα ξερό παγωμένο γεμάτο ανατριχίλα γέλιο.

-Και που είστε… κυρία Θεοδώρα… Εκείνη σταμάτησε στην πόρτα που μισάνοιξε και τον κοίταξε στα μάτια. Να έχετε το νού σας γιατί νομίζω πως θα έχουμε επίσκεψη επιθεωρητή. Βέβαια τον έχω ενημερωμένο αλλά ας κρατάμε και τα προσχήματα.

Έκλεισε την πόρτα του γραφείου, η Θεοδώρα, και κατευθύνθηκε προς την αίθουσα διδασκαλίας του Σάϊζεγκρουπ. Είχε δέκα επτά μαθητές εκ των οποίων οι περισσότεροι ήσαν κακομαθημένοι και πάντα αδιάβαστοι. Τους είχε χαρακτηρίσει σαν ανεπίδεκτους μαθήσεως. Είχε κάνει τόσο αγώνα για να δώσει σ’ αυτή την τάξη τον αέρα μιας πρωτόγνωρης κοινωνίας υποδειγματικών μαθητών. Αλλά οι μαθητές των νότιων προαστίων ήταν τα κακιά σπυριά και κάθονταν όλοι στα τελευταία θρανία. Αλλά που θα πήγαιναν θα τα έβαζε σε μια τάξη να μάθουν να μιλούν σωστά την μια και μοναδική την ούμπερ άλλες γλώσσα και να φέρονται σωστά στην στρατιωτική πειθαρχία όπως άλλωστε άρμοζε σε μια νέα τάξη. Έλα όμως που είχε για μαθητές χοντρά αγκάθια σαν κι αυτά τα αδέρφια, την άτακτη Ελάνα και τον μικρούλη Κυπρίνο. Αυτήν την έστησε εκεί στα τρία μέτρα και με την βίτσα στο χέρι την έπεισε, για το καλό της, να συμμορφωθεί και να μάθει να διαβάζει και να μνημονεύει απ’ έξω τα κύρια μαθήματα. Δυσκολεύτηκε πολύ αλλά τελικά με ειδική εξωτερική βοήθεια τα κατάφερε μια χαρά και της έβαλε δυό πόδια σε ένα παπούτσι σε σημείο να μην ανασαίνει χωρίς την δική της άδεια. Την έβαλε να κάθεται δίπλα στον Χανς για επιτήρηση.  Όλα ήθελαν την… Θεοδώρα τους.

Τώρα όμως είχε πρόβλημα με τον μικρό της αδερφό τον Κυπρίνο. Ένα φτωχό και κακόμοιρο που χαλούσε την τάξη με τις ατασθαλίες του. Σήμερα όμως θα τελείωναν όλα. Ή που θα διορθώνονταν ή που θα τον πέταγε έξω από την τάξη και το σχολείο,  βορά στην ανατολίτικη λέαινα που γύριζε απ’ έξω με άδειο στομάχι. Έξω από την πόρτα σταμάτησε και έριξε μια ματιά από το τζάμι. Μέσα γινόταν χαμός με αρχηγό τον μικρό Κυπρίνο και τον άτσαλο Τζιάκομο. Οι μόνοι που κάθονταν ήσυχοι και ήρεμοι ήταν μόνο ο Χανς και η Ελάνα που κάθονταν στο πρώτο ίδιο θρανίο. Έσιαξε το άχαρο και παλιομοδίτικο ταγιέρ της τσίτωσε το αρτσούμπαλο σώμα της και με μάτια φουσκωτά, κατακόκκινα και άγρια έσπρωξε την πόρτα κρατώντας την κρανιά πίσω στην πλάτη της. Με την είσοδό της σηκώθηκε ο πρώτος μαθητής ο Χανς και σε στάση προσοχής φώναξε δυνατά κατά το συνήθειο “Ες-Ες τουυυυυυυυυυ! Φράου Θεοδώρα! ” Ψίθυροι και χάχανα πνίγηκαν τρομαγμένα και όλοι πήραν τις θέσεις τους κάτω από το άγριο  βλέμμα της. Πήγε στη έδρα και κάνοντας μια ελαφριά υπόκλιση είπε σε δέκα επτά γλώσσες …

–  Καλημέρα!

Η απάντηση σε στυλ Βαβέλ ήρθε διαφορετική από κάθε στόμα.

-Σήμερα, συνέχισε εκείνη, θα ασχοληθούμε με τον χειρότερο μαθητή της τάξης μας. Ένα παράδειγμα προς αποφυγή. Ένα βδέλυγμα που απορώ πως τρύπωσε στην τάξη μου. Και συνέχισε να μιλάει ασταμάτητα…

Όση ώρα μιλούσε τα μάτια της αγρίευαν και πετάγονταν έξω, το χρώμα της γινόταν μαλανί και τα χοντρά της στήθια έτρεμαν σαν να κατέρρεαν.   Η βέργα χτυπούσε στο έδρανο με δύναμη κάθε φορά που ήθελε να τονίσει μια λέξη της κάνοντας το υποψήφιο θύμα της να τρέμει από τον φόβο του. Και ύστερα ήρθε η ώρα!

-Κυπρίνος!!!!!!!!

-Ορίστε κυρία Θεοδώρα.

-Στην έδρα. Τώρα αμέσως.

Βασανιστικά αργά ο μικρός σηκώθηκε προς την έδρα αδιάβαστος και ανήσυχος για τις προθέσεις της κυρίας . Στήθηκε πάνω στην γωνία δίπλα από τον πίνακα με μισοκατεβασμένο το κεφάλι και περίμενε τον τυφώνα να ξεσπάσει πάνω του.

-Λοιπόν παιδιά όπως σας εξήγησα ο μαθητής αυτό θα υποστεί την τιμωρία που του αξίζει, συμφωνείτε;

Μ’ ένα στόμα όλοι απάντησαν  “Γιαβόλ φράου Θεοδώρα”. Και πιο πολύ ακόμα κι από του Χανς την φωνή ακούστηκε η φωνή της αδερφής του της Ελάνας. Τόπιασε η αυστηρή δασκάλα και γυρίζοντας προς το μέρος της την ανάγκασε να το επαναλάβει με απαράμιλλη προφορά. “Γιαβόλ μάϊνε φράου Τεοντόρα”. Ύστερα στράφηκε προς τον μικρό Κυπρίνο και δείχνοντας μια πινακίδα στον τοίχο είπε.

-Διάβασε ρε μόμολο δυνατά να σ’ ακούσουν όλοι, τι γράφει εδώ. Έβαλε την άκρη της βέργας επάνω στην πινακίδα και περίμενε.

Ο μικρός, αδιάβαστος όπως ήταν, δεν μπορούσε να συλλαβίσει. Βλέποντας αυτή του την αδυναμία η δασκάλα είπε προς την Ελάνα “Διάβασε καλή μου μαθήτρια τι γράφει εδώ” Με δυνατή και καθαρή φωνή εκείνη διάβασε.

Arbeit macht frei

Χωρίς να περιμένει άλλο η δασκάλα άρχισε να χτυπάει με μανία τον μικρό σε όλα τα μέρη του σώματός του. Η τάξη παρακολουθούσε αμίλητη. Ούρλιαζε από τον πόνο ο μικρός Κυπρίνος ζητούσε απελπισμένα βοήθεια και στα κελεύσματα της Θεοδώρας φώναζε συνεχώς όχι. “θα κόψεις τις κακές παρέες; Θα σταματήσεις να μου πηγαίνεις κόντρα;”. Κι όσο απαντούσε εκείνος όχι τόσο έπεφτε η βέργα αλύπητα πάνω στο ισχνό του σώμα. Κανένας δεν τολμούσε να αντιδράσει από όλο το σχολείο που άκουγε τις φωνές και τους λυγμούς του μικρού. Μόνο κάποιο κεφάλι έριξε μια φευγαλέα ματιά από το τζάμι και έφυγε. Ήταν ο επιθεωρητής που πέρασε για έλεγχο και πήγε σε άλλη σχολή στον Εβραϊκό μαχαλά. Η σκληρή βέργα ανεβοκατέβαινε πάνω στο ταλαίπωρο σωματάκι με πρωτοφανή μανία και αγριάδα. Τα ρουθούνια της βασανίστριας έβγαζαν αφρούς και ανάμεσα από τα σάλια της που πετάγονταν ξέφευγαν ακατανόητοι ουνικοί βρυχηθμοί.

Σε κακά χάλια ο μικρός κουλουριασμένος στην γωνιά της τάξης έγλειφε τις ματωμένες του πληγές και σκεπτόταν την τιμωρία χωρίς φαγητό και σε αόριστο χρόνο. Μπορεί να ήταν μικρός το δέμας αλλά η παλικαρίσια του ψυχή άντεχε τον πόνο και την ντροπή και τις πληγές του. Εκείνο που τον πονούσε όμως πιο πολύ ήταν η συμπεριφορά της αδελφή του, της Ελάνας. Αυτής που έβλεπε τον μικρό της τον αδελφό να τον βιάζουν με μανία και όχι μόνο δεν αντέδρασε αλλά παρακολουθούσε χωρίς κανένα απολύτως συναίσθημα.  Κι ας ευθύνονταν κατά ένα μέρος για το χάλι του.

Έτσι είναι τα αδέλφια, ένα άλφα και μια κοινή γι αυτά δελφύς(μήτρα). Μόνο που για βλακώδεις πάντα λόγους(όποιοι κα νάναι), το Άλφα άλλη φορά λειτουργεί αθροιστικά και άλλοτε στερητικά.

Advertisements