γραφει η Ρένα Ραψομανίκη

ΘΕΜΑ  ( Φλάουτα, Άρπες, Κλαρινέτα, βιολιά, Βιολοντσέλα)

fuga1Φφφφ….
Ανοιγόκλεισε o Θεός τα βλέφαρα και μονομιάς το ανθρώπινο ημερολόγιο κατέγραψε  τριάντα ολόκληρα χρόνια. Το παγκόσμιο χωριό ετοιμάστηκε να καλωσορίσει την αυγή της καινούργιας χιλιετίας με φωτοχυσίες και πυροτεχνήματα καθώς ο δείκτες των ρολογιών έδειχναν δώδεκα διαδοχικά από  τους ανατολικούς μεσημβρινούς προς τους δυτικούς. Οι αναφορές κετέφθαναν πανηγυρικές μέσα από τους έγχρωμους τηλεοπτικούς δέκτες. Μιλένιουμ στο Τόκιο… μιλένιουμ στην Καλκούτα… μιλένιουμ  στην Δαμασκό… μιλένιουμ στην Αθήνα…    Η γιορταστική ατμόσφαιρα, τα ξαναμμένα πρόσωπα, οι ευχές, τα φιλιά, οι μουσικές, ο κρυστάλλινος ήχος ποτηριών που τσουγκρίζουν, το οινόπνευμα που ρέει στον ουρανίσκο… δεν εμπόδισαν την ύπουλη σκέψη να εισχωρήσει μέσα σου. Ξαφνικά  συνειδητοποίησες πως είσαι πενηντάρα. 
Έκπληξη!
Όχι και η πιο ευχάριστη!
Η πρώτη αντίδραση:   απορημένη έκπληξη.
Πώς είναι δυνατόν;  Πότε κι όλας;  Πώς πέρασαν τόσα χρόνια; Πού σπαταλήθηκαν τόσες αναπνοές;
Δεύτερη, ωριμότερη αντίδραση σε κάνει να κοντοστέκεσαι ν’ αναλογιστείς  λεπτομέρειες: ένα-ένα τα χαμόγελα, την πίκρα, τη ρουτίνα, την έξαψη, το απρόοπτο, το αναμενόμενο, την αμφιβολία, το δάκρυ, την επιτυχία, την αγωνία, τους ανθρώπους, το γέλιο, το κλάμα, τον πόνο, την απρόσμενη χαρά…. Χρόνια απ’ όλα.
Πώς συμπυκνώθηκαν τόσα πολλά σε τόσο μικρό διάστημα; 
Είναι όπως έρχεται αθόρυβα η άνοιξη να εγκατασταθεί στον κήπο σου κι εσύ ανοίγεις ένα ανατολικό παράθυρο και βλέπεις τη μυγδαλιά σου ολάνθιστη κι ακούς το βούισμα από δεκάδες μέλισσες που πολιορκούν τ’ άσπρα λουλούδια. 
Μα πώς, ξαφνικά μέσα σε μια νύχτα; 
Αν όμως ήσουν προσεχτική θα το ’χες πάρει χαμπάρι. Θα είχες δει τα μάτια φουσκωμένα έτοιμα να σκίσουν την φλούδα, θα είχες ακούσει τους χυμούς ν’ ανεβοκατεβαίνουν νυχοπατώντας, θα είχες νιώσει τον αέρα που έγινε πιο αλαφρός. Εκεί ήταν τα συμπτώματα που προειδοποιούν. Μήπως εσύ έλειπες; 
Ξαφνικά!
Δεν υπάρχει “ξαφνικά”.
Το “ξαφνικά” είναι μια σειρά από ανεπαίσθητες αλλαγές που μας ξεγλιστράνε.
 
Πάνω εκεί που αναπολούσες στιγμές ζωής, ήρθε και σ’ αγκάλιασε η θύμηση μιας ζεστής Αυγουστιάτικης βραδιάς και το καταχωνιασμένο στοίχημα αναδύθηκε απαιτώντας ικανοποίηση. Και χαμογέλασες με πίκρα. Γιατί, βέβαια, η ζωή σου – μια σαν των συνηθισμένων ανθρώπων τις ζωές – δεν έγινε ποτέ μυθιστόρημα κι ήρθε η ώρα να πληρώσεις. Είναι  θέμα τιμής. 
Έλα όμως, παραδέξου το, δεν είναι μόνο αυτό. 
Είναι και μια ερεθιστική περιέργεια που σε τσιγκλάει. 
Κι είναι η ευκαιρία σου να μάθεις. 
Πώς κύλησε η δική του ζωή; Σε ποιο του κόσμου Πανεπιστήμιο διδάσκει; Ποιο Νόμπελ τον περιμένει; Ή μήπως τα άλλα τα τρομαχτικά, που δεν τολμάς ούτε να σκεφτείς φωναχτά; Άνθρωποι σαν αυτόν στρογγυλοκάθονται με την ίδια άνεση και στο Ζενίθ και στο Ναδίρ. 
Προχώρησες αδιάκριτα και στην προσωπική του ζωή: ποια  γυναίκα στέκεται δίπλα του και τον καμαρώνει; 
Αναρωτήθηκες μ’ ένα κράμα ελπίδας και απαισιοδοξίας: υπάρχεις σε κάποια γωνίτσα του μυαλού του; 
Σε απασχόλησε  η ομορφιά του. Τι απέγινε; 
» Θ’ ασχήμισαν – αν ζει – τα γκρίζα μάτια, θα χάλασε τ’ ωραίο πρόσωπο».
Όσο κατηγορηματικά απαισιόδοξος κι αν είναι ο Καβάφης, εσύ παρεμβαίνεις δειλά στον στίχο  προσθέτοντας ένα ερωτηματικό.     
 
Τα Κυριακάτικα βράδια έχουν από μόνα τους μια μελαγχολία· πολύ περισσότερο αν βρίσκεσαι στα Γιάννενα που τα περισσότερα χειμωνιάτικα βράδια είναι βροχερά. Ένα τέτοιο βράδυ, αρχές του 2000, η Αίγλη, χωμένη στην περιστροφική πολυθρόνα του  γραφείου της, τακτοποιούσε επαγγελματικές εκκρεμότητες της βδομάδας που άρχιζε αύριο. Έμοιαζε ολότελα απορροφημένη, μα …  Εντελώς απρόσμενα, πειθαρχώντας σε μια εντολή που ήλθε από το πουθενά παρακάμπτοντας τον εγκέφαλο, η παλάμη αγκάλιασε το ποντίκι. Η μαύρη  οθόνη βγήκε από την κατάσταση αναμονής και φωτίστηκε. Η προεπιλεγμένη μπάρα της μηχανής αναζήτησης έκανε την εμφάνισή της και τα δάχτυλα της Αίγλης πληκτρολόγησαν, με την άνεση του εξοικειωμένου, το όνομα που ξετρύπωσε  από μια χαραμάδα του μυαλού. Σε δευτερόλεπτα είχε μπροστά της τη λίστα με τα αποτελέσματα. Δεν ήταν μεγάλη. 
 
Η Google μετρούσε κάτι παραπάνω από ένα χρόνο ζωής κι απείχε πολύ από τον στόχο των εμπνευστών της να ταξινομήσουν τον τεράστιο όγκο πληροφορίας που κυκλοφορούσε ατάκτως ερριμμένη στο διαδίκτυο. Ο στόχος φάνταζε μεγαλεπήβολος  και η φιλοδοξία του εγχειρήματος αντικατοπτριζόταν στη σημειολογία  της ονομασίας. Ο όρος Googοl είναι γνωστός στους μαθηματικούς. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1938 στο βιβλίο “μαθηματικά και φαντασία”  για να υποδηλώσει τον ασύλληπτα μεγάλο  αριθμό που σχηματίζεται όταν το ψηφίο  1 συνοδεύεται από 100 μηδενικά. (Οι φήμες θέλουν ένα εννιάχρονο αγόρι να προτείνει τον όρο στον μαθηματικό συγγραφέα του βιβλίου και θείο του, ο οποίος τον υιοθέτησε χωρίς δισταγμό.) Από εκεί τον ανέσυραν, με παιχνιδιάρικη διάθεση, οι δημιουργοί της νεοσύστατης εταιρίας και τον χρησιμοποίησαν κάνοντας  μια ανεπαίσθητη τροποποίηση που δεν άλλαζε έτσι κι αλλιώς την προφορά. 

Η Αίγλη  διασκέδαζε με τον ευφάνταστο τρόπο που βαφτίστηκε η εταιρία και αξιοποιούσε τις υπηρεσίες της προβλέποντας πως σύντομα θα άλλαζε ριζικά τον τρόπο αναζήτησης της γνώσης ακόμα και στα εξειδικευμένα πεδία που απασχολούσαν την ακαδημαϊκή κοινότητα. Πέρα όμως από τον αυτονόητο χρησιμοθηρικό χαρακτήρα η εμφάνιση της εταιρίας αποκτούσε για την ίδια ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον μια και έδινε μια ετεροχρονισμένη απάντηση σε μια παλιά υπαρξιακή αγωνία που ο θεολόγος καθηγητής είχε προσεγγίσει με τον δικό του τρόπο. “Σε ποιο μπακαλοδέφτερο”, είχε ρωτήσει προκλητικά στα δεκαπέντε της “θα έχει καταγράψει ο Θεός τις πράξεις εκατομμυρίων, δισεκατομμυρίων ανθρώπων; Πώς θα βγάλει άκρη έτσι που να μπορέσει να δικάσει και να απονείμει δικαιοσύνη στην δευτέρα παρουσία;” Η εικόνα του πελαγωμένου υπαλλήλου στο ληξιαρχείο, που έψαχνε ανάμεσα σε στοίβες σκονισμένων φακέλων, την έβαζε στον πειρασμό να φαντάζεται τον Θεό σε μια αντίστοιχη θέση. Ο θεολόγος πρέπει να ήταν φωτισμένος γιατί δεν την αποπήρε χαρακτηρίζοντάς την ιερόσυλη. Είπε μόνο: “μην κρίνεις τον Θεό με ανθρώπινα μέτρα”. Μια απάντηση που δεν την είχε καλύψει τότε. Μα να τώρα, τριανταπέντε χρόνια μετά, που ο άνθρωπος φτιάχνει μια μηχανή ικανή να ξεχωρίσει και να ανασύρει σε δευτερόλεπτα μια πληροφορία ανακατεμένη ανάμεσα σε εκατομμύρια, δισεκατομμύρια άλλες. Τα μέτρα άλλαζαν άρδην και μάλλον απείχαν από τα μέτρα του Θεού. Ίσως τελικά ο καθηγητής είχε δίκιο.


Το πρώτο αποτέλεσμα της λίστας ήταν: οι εκδόσεις “το ξωτικό” και ο ιδιοκτήτης τους  Μιχαλιός Εξωτικάκης. Η πληροφορία, αποπροσανατολιστική και απογοητευτική, απείχε παρασάγγες από τις προσδοκίες της.
Κάποια συνωνυμία;

 
 
Συνεχίζεται…

 

Advertisements