γραφει η ρένα ραψομανίκη

καντινσκι1Κι έτσι βρέθηκαν δύο μονόφθαλμοι, δύο βαρήκοοι, ο καθένας με τις δικές του παρωπίδες ένα ζεστό, ήσυχο  Αυγουστιάτικο βράδυ  σ’ εκείνη τη μισοσκότεινη, Ακαδημίας και Γενναδίου, γωνία .

Αν τα πράγματα είχαν συμβεί ένα κλικ διαφορετικά…

…Αν ο εγκέφαλος της Αίγλης έδινε εντολή στους αδένες  να παράγουν ενδορφίνες αντί γι αδρεναλίνη, θα ένιωθε ανάλαφρη σαν φτερό, οι ουρανοί θα άνοιγαν και θα χωνόταν χωρίς δεύτερη σκέψη στην αγκαλιά τους που δεν θα ήταν παρά η αγκαλιά του Μιχαλιού.

…Αν η τεστοστερόνη δεν μετέτρεπε τον Μιχαλιό σε επιθετικό αρσενικό, θα στεκόταν να αφουγκραστεί προσεκτικά τους λόγους που είχε επικαλεσθεί η Αίγλη για να δικαιολογήσει την άρνηση, ίσως την άφηνε να κλάψει στον ώμο του ίσως της ορκιζόταν πως είναι αποφασισμένος να την περιμένει όλη του τη ζωή.

Και στη μία και στην άλλη περίπτωση κάπου εδώ θα έπεφταν οι τίτλοι του τέλους. Θα μας ενδιέφερε να παρακολουθήσουμε μια ακόμα νεανική ερωτική περιπέτεια, ή μια σχέση με μεγαλύτερη διάρκεια, με ημερομηνία λήξης πάντως, ή ακόμα και μια στέρεα σχέση που θα αναβάθμιζαν και θα οριστικοποιούσαν οι νότες του γαμήλιου εμβατήριου; Δεν θα ήταν ανιαρό να κοιτάζουμε από την κλειδαρότρυπα τη ζωή ενός τυπικού ζευγαριού που οι καυγάδες του θα περιορίζονταν στις στάμπες που αφήνουν οι πατημασιές πάνω στο καλογυαλισμένο παρκέ; Μα θα μπορούσαν, αλήθεια, να κάνουν χωριό, μόνιμα ή προσωρινά, δύο τόσο ασύμμετρα άτομα; Ποτέ δεν θα το μάθουμε. Οι αδένες τους, βλέπεις, αποφάσισαν διαφορετικά κι έτσι τους είδαμε να μπαίνουν σαν βρεγμένες γάτες μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας.
Ο Μιχαλιός εξοργίστηκε και δεν συγχώρησε ποτέ στην  Αίγλη την αυτοκυριαρχία με την οποία διαχειρίστηκε το μαθηματικό πρόβλημα στον πίνακα. Η ταπείνωση που ένιωσε, με ό,τι θεώρησε απόρριψη, γιγαντώθηκε στην ιδέα ότι  ο φουσκωμένος χείμαρρος, που όρμησε  να τον καταπιεί και τον άφησε μουσκεμένο ως το κόκαλο, για κείνη δεν ήταν παρά ένα ρυάκι που το διέσχισε χωρίς να βρέξει τα ποδαράκια της. Η απελπισία  του έφτασε στα άκρα καθώς είχε να αντιμετωπίσει τις θριαμβευτικές ματιές του Νικόλα –που, έχοντας φάει ήδη την χυλόπιτα από μένα μόλις λίγες μέρες πριν, θα το έφερνε  βαρέως αν ο Μιχαλιός τα είχε καταφέρει με την Αίγλη. Ματιές που μεταφράζονταν σ΄ένα αδυσώπητο: σου τα ’λεγα εγώ! Και σαν να μην έφτανε αυτό είχε και τις εξεταστικές ματιές της Άννας. Τι στην ευχή έχει γίνει εδώ πέρα; Μόνο εγώ ένιωσα το ελαφρό τρέμουλο της Αίγλης καθώς ήλθε και άδειασε μονοκόμματο το κορμί της πάνω στο θρανίο. Δεν της πήρα όμως ούτε λέξη. Μου έδειξε με τον τρόπο της πως ήταν πλήρως αφοσιωμένη στο μάθημα και δεν ήθελε περισπασμούς. Κι εμένα με έθλιβε από τη μια η δύσκολη στιγμή που περνούσε η καλύτερη φίλη μου, μα από την άλλη με συνέπαιρνε η χαρά στη σκέψη πως ο Μιχαλιός ήταν ακόμα ελεύθερος. Και πού ξέρεις…
 
Όσο για τον ίδιο τον Μιχαλιό μέσα στο σαρανταπεντάλεπτο εκείνης της διδακτικής ώρας πήρε  δύο  αποφάσεις. Η πρώτη καθόρισε τον τρόπο που θα αντιμετώπιζε από δω και πέρα τις γυναίκες που θα ερωτευόταν. Ποτέ πια δεν θα άφηνε τα συναισθήματά του έρμαια να τα ξεσχίσουν τα, λιμαρισμένα αλλά κοφτερά, νύχια τους. Ποτέ πια δεν θα άπλωνε ανοιχτά τα «θέλω» του. Ποτέ δεν θα παρίστανε τον ανοιξιάτικο κότσυφα που ανεβασμένος στο κλαδί  ξελαρυγγιάζεται κελαηδώντας την επιθυμία του για να προσελκύσει τη θηλυκιά.  Θα επινοούσε άλλους τρόπους, πολύπλοκους, εξεζητημένους προκλητικούς κάποτε, για να υποδηλώσει πως η πόρτα του δεν είναι κλειδωμένη. Μα θα ήταν η ενδιαφερόμενη  εκείνη που έπρεπε να σπρώξει για να τον συναντήσει.  Εκφράσεις παρεμφερείς με την κακορίζικη : «…Ούτε ξέρω πως μου συνέβη… Είμαι ερωτευμένος… Μαζί σου…»  διαγράφτηκαν μονομιάς  και για πάντα από το λεξιλόγιό του.

Η δεύτερη απόφαση αφορούσε την ίδια την Αίγλη. Αφοσιώθηκε, με την προσήλωση καλλιτέχνη, στην κατασκευή ενός μεγάλου, περίτεχνα σκαλισμένου Χ και την διέγραψε τελεσίδικα από τη ζωή του. Οριστικά και για πάντα. Κι επειδή φοβήθηκε μήπως υπάρξουν στιγμές αδυναμίας, έσκαψε ένα βαθύ πηγάδι, την πέταξε μέσα, την σκέπασε με τόνους χώμα και σφράγισε το στόμιο μ’ ένα μεγάλο αγκωνάρι. Την  φαντάστηκε να προσπαθεί να κουνήσει με αγωνία χέρια και πόδια, να παλεύει να ελευθερωθεί, να τρίβει τα μάτια που είχαν γεμίσει χώμα, να προσπαθεί να φωνάξει μα ήχος να μην βγαίνει από το στόμα. Ήθελε να κάνει να σωπάσει αυτό το στόμα που μπέρδευε τα μαθηματικά με τα συναισθήματα. Κι όσο όμορφα ήξερε να τεκμηριώνει τα πρώτα τόσο  ανεπίτρεπτα περιχαράκωνε και οριοθετούσε τα δεύτερα. Ήθελε να είναι σίγουρος πως  δεν θα έφτανε στ’ αυτιά του καμία λέξη ικανή να τον συγκινήσει.  Κανένα  τερτίπι της δεν θα τον έκανε ν’ αλλάξει  απόφασή. Τίναξε τα χέρια εξαντλημένος από το σκάψιμο και χαμογέλασε στην προοπτική πως δεν θα χρειαστεί να ασχοληθεί μαζί της ποτέ πια. Ποτέ πια!
 
ΤΕΛΟΣ  ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
Advertisements