γραφει ο αρισταρχος

alexander[2]Το σπίτι μας είχε ένα σαλονάκι που περνούσαμε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας. Δυό υπνοδωμάτια και μια κουζινούλα. Στο σαλονάκι είχαμε μια ξυλόσομπα που της ρίχναμε τα κρύα βράδια του χειμώνα πολλά ξύλα και κοκκίνιζε από την μεγάλη θερμοκρασία. Ύστερα, αφού τρώγαμε, μαζευόμασταν στον μικρό καναπέ γύρω γύρω και πάνω στον πελώριο, με τις μεγάλες του μουστάκες παππού μας, και περιμέναμε με αγωνία τις όμορφες διηγήσεις του για χρόνια μακρινά και ξωτικά.

Έτσι και κείνη την βραδιά, στα μέσα του Γενάρη κι ενώ έξω το χιόνι έπεφτε πυκνό καθίσαμε και τα τέσσερα αδερφάκια, εγώ ό Δημήτρης ο πιο μεγάλος στα δώδεκα χρονών, η Μυρτώ εννιά, η Στέλλα έξη και ο Κωστάκης το χρυσόμαλλο μπιζουδάκι μας  στα τρεισήμισι. Λουφάξαμε στην ζεστούλα και κρεμαστήκαμε από τις τσιγκελωτές του μουστάκες. Και κείνος, με μάτια που γυάλιζαν και, με μαλακό το σκαμμένο του πρόσωπο κοίταξε προς το άπειρο για να ξεκινήσει με αργή και σταθερή, ζεστή και ζωντανή φωνή, την ιστορία του λες και ήταν μέσα στην πλοκή, λες και την ζούσε εκείνη την στιγμή.

-Σήμερα θα σας πω μια μυθική ιστορία γεμάτη αλήθειες. Ξημέρωσε, που λέτε, ο Θεός την μέρα και ήταν η τελευταία του μηνός Λώου ή κατά πως λένε οι φίλοι μας Αθηναίοι Εκατομβαιώνος(Ιουλίου). Σηκώθηκε, λοιπόν, ο βασιλιάς από τον ολιγόωρο ύπνο του και βγήκε απ’ την σκηνή του. Πέρασε τα δάχτυλά του μέσα από τα σγουρά του μαλλιά και από το κανάτι που του έριξαν νερό έπλυνε το πρόσωπό του. Ύστερα, το αετίσιο του βλέμμα πέρασε πάνω από τον στρατό του, το ανάχωμα που κατασκεύασαν και συνέδεε την ξηρά με το νησί για να σταματήσει στ’ άπαρτα μεγάλα τείχη της πόλης Τύρου . Κόντευαν οκτώ μήνες και παρ’ όλο που σκέφτηκε πολλές φορές απογοητευμένος να λύσει την πολιορκία και να πάει για την κατάκτηση της Ανατολής τον έπιανε το πείσμα και τα νεύρα και μόνο στην σκέψη των δικών του πρέσβεων όταν τους γκρέμιζαν οι Τύριοι με περίσσια αυθάδεια πάνω από τα τείχη.

alexander5Πλησίασε σε μια παρέα στρατιωτών που γελούσαν με τον μάντη Αρίστανδρο. Του εξήγησαν ότι ο μάντης εξετάζοντας τα εντόσθια ενός σφάγιου προέβλεψε πως, εκείνο τον μήνα Λώο, θα κυρίευαν την Τύρο. Μόνο που η μέρα ήταν η τελευταία του μήνα και δεν προλάβαιναν για την κατάληψη. Δεν του άρεσε του βασιλιά Αλέξανδρου που περιέπαιζαν τον μάντη και απευθυνόμενος σ’ αυτούς που γελούσαν είπε αυστηρά. “κάνετε λάθος, σήμερα είναι είκοσι δύο του μηνός Λώου!  Ύστερα απευθυνόμενος στον Αρίστανδρο του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει στην σκηνή του”. Κάθισαν αντικριστά  οι δύο άντρες και ο βασιλιάς με τα γαλάζια μάτια και το αγέρωχο νεανικό πρόσωπο τον κοίταξε κατάματα. “Θέλω, Αρίστανδρε να μου εξηγήσεις μαζί με τους άλλους μάντεις δύο όνειρα που είδα στον ύπνο μου. Στο πρώτο όνειρο είδα έναν Σάτυρο. Ήταν εκεί σε μια βρύση και με περιέπαιζε. Προσπαθούσα να τον πιάσω αλλά ήταν αδύνατο. Μου ξέφευγε μέσα από τα χέρια μου σαν το χέλι…”

-Και τι είναι ο σάτυρος παππού ρώτησε η Μυρτώ συνεπαρμένη

-Σάτυρος, παιδιά μου, στα αρχαία χρόνια ήταν μυθικοί δαίμονες ακόλουθοι του Θεού Διόνυσου κακάσχημοι με μεγάλα μυτερά αυτιά και μικρό σώμα, και περιέπαιζαν τους ανθρώπους, δηλαδή τους κορόιδευαν. Κάτι να πούμε σαν το γκόλουμ στον άρχοντα των δαχτυλιδιών.

– Συνεχίζοντας ο βασιλιάς να διηγείται το όνειρο στον μάντη είπε,  σε κάποια στιγμή που ο Σάτυρος ήταν απρόσεκτος, τον έπιασα. Ύστερα ξύπνησα, και διαπίστωσα πως ήταν απλά ένα όνειρο ή ήταν προμήνυμα; Εσύ θα μου πεις…

-Βασιλιά μου, είπε ο μάντης …

-Περίμενε να ακούσεις και το άλλο όνειρο και αφού το συζητήσεις και με τους άλλους μάντεις θαρθείς να μου τα εξηγήσεις. Ξανακοιμήθηκα, λοιπόν, και τότε είδα πάνω στα μεγάλα και απόρθητα τείχη τον μέγα Τύριο Ηρακλή να με  προσκαλεί να μπω στην πόλη. Φύγε και αφού το συζητήσεις με τους άλλους έλα να μου τα εξηγήσεις.

Αμέσως ο επί του δείπνου υπεύθυνος του ετοίμασε το πρωινό και αφού έγινε η δοκιμή από τον εδέατρο έφαγε λιτά ο Αλέξανδρος. Πήδηξε σαν αίλουρος πάνω στον περήφανο Βουκεφάλα του και έφερε ένα γύρω το στράτευμα ακολουθούμενος από τους βασιλικούς παίδες, κάτι δηλαδή σαν τους σημερινούς σωματοφύλακες. Μίλησε με στρατιώτες, με στρατηγούς ζύγισε την κατάσταση και αποφάσισε την μέρα εκείνη να ανεβεί στα τείχη που τον τυραννούσαν σχεδόν οκτώ μήνες. Ακόμη ηχούσαν στα αυτιά του τα λόγια των πρεσβευτών της Τύρου την πρώτη μέρα που ήρθε στην περιοχή. “Βασιλιά Αλέξανδρε, η Τύρος παραδίδεται στον βασιλέα των βασιλέων.” “Ωραία!, είπε κείνος. Τότε να θυσιάσω και αποδώσω τιμές στον Τύριο Ηρακλή στον μεγάλο ναό της πόλης” “Αυτό αποκλείεται του απάντησαν. Στην πόλη δεν θα μπει κανένας Μακεδόνας, σύμφωνα με την απόφαση του βασιλιά μας ”. Τόσο πολύ εκνευρίστηκε ο Αλέξανδρος που τους έδιωξε κακήν κακώς φωνάζοντας “θα μπω στην πόλη σας είτε το θέλετε είτε όχι γιατί ξέρω πως υπηρετείτε τον Δαρείο”.

Σε λίγο δεχόταν στην σκηνή του τους πρέσβεις του Δαρείου που έφερναν τις προτάσεις του. Να του δώσει την οικογένεια του που την κρατούσε ο Αλέξανδρος και να πάρει, σ’ αντίκρισμα στην κατοχή του, ένα τεράστιο μέρος της Αιγύπτου και της Μικράς Ασίας και πολύ χρυσό. Ταυτόχρονα να νυμφευτεί την κόρη του για να γίνουν φίλοι. Ο Αλέξανδρος τα απέρριψε ασυζητητί ακούγοντας ταυτόχρονα τον υπέργηρο στρατηγό του Παρμενίωνα συμπολεμιστή του πατέρα του να λέει πως “αν ήμουν Αλέξανδρος θα τα δεχόμενα”. Ετοιμόλογος καθώς ήταν ο στρατηλάτης απάντησε “Κι εγώ αν ήμουν Παρμενίων θα τα δεχόμουνα”. Τα όνειρα όμως του εικοσιτετράχρονου  Μακεδόνα ηγέτη ήταν να γίνει ο κύριος της οικουμένης. Η ιδιοφυΐα του και το σφρίγος της ηλικίας του ήταν οι εγγυήσεις για μια τέτοια απόφαση.

alexander3Λίγο αργότερα μάζεψε τους στρατηγούς του και άρχισαν να μελετούν τον τρόπο που θα έκαναν την επίθεση από την θάλασσα με πρωταγωνιστές τους Κύπριους και τους Φοίνικες και από το γεφύρωμα- ανάχωμα που κατασκεύασε η ιδιοφυΐα του μεγάλου στρατηλάτη. Τότε εκεί καταφτάνει η είδηση πως οι Τύριοι κατασκεύασαν χρυσές αλυσίδες και κάρφωσαν το άγαλμα του Θεού Απόλλωνα να μην φύγει, γιατί όπως έλεγαν πολλοί από τους κατοίκους είδαν στον ύπνο τους τον Θεό να εγκαταλείπει την πόλη. Πιο μπροστά φόρτωσαν τα γυναικόπαιδα στα πλοία και τα έστειλαν στην Καρχηδόνα. Εν τω μεταξύ, άλλος στρατιώτης έτρεξε να τους πει τα νέα σχετικά με το περίεργο και τεράστιο θαλάσσιο κύτος που έφερε η θάλασσα κοντά στο ανάχωμα πριν λίγες μέρες. Το πήρε ο Ποσειδώνας στα βαθιά. Σημάδι ότι ο Θεός της θάλασσας ήταν μαζί τους στην επίθεση, έτσι το ορμήνευσαν οι μάντεις.

Οι γνώμες έπεφταν βροχή και ο βασιλιάς τους κοίταζε μην μπορώντας να πάρει απόφαση. Τότε καταφτάνει ο μάντης Αρίστανδρος.

-Βασιλιά Αλέξανδρε!

Σώπασαν όλοι και γύρισαν προς το μέρος του. Περίμεναν με αγωνία την εξήγηση για τα δύο Θεϊκά όνειρα- προμαντέματα. Πήρε ο μάντης δυό τρεις βαθιές ανάσες και χτύπησε το χοντρό του ραβδί στο χώμα για να δώσει επισημότητα σ’ αυτά που θα έλεγε.

-Η εμφάνιση του μεγάλου Ηρακλή στα τείχη και η πρόσκληση δεν επιδέχονται ερμηνεία. Είναι αυτά που είναι. Σε προσκαλεί στην πόλη να την πάρεις. Μόνο που θα δυσκολευτείς όπως εκείνος όταν έκανε τους άθλους του. Και είναι χρέος σου αυτό να το κάνεις. Το άλλο όνειρο με τον Σάτυρο, ώ βασιλεύ, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η δήλωση όλων των θεών πως η Τύρος είναι δική σου. Σάτυρος = Σα-Τύρος. Δική σου η Τύρος!

Δεν ήθελαν να ακούσουν τίποτε άλλο ο Αλέξανδρος και στρατηγοί. Έπεσαν πάνω στην πόλη από ξηρά πάνω από το προγεφύρωμα και από θάλασσα με τα καράβια και άρχισε το μεγάλο αιματοκύλισμα κι από τις δύο μεριές με καινούρια όπλα και μεθόδους. Στα τείχη οι Τύριοι είχαν κατασκευάσματα με τροχούς που περιστρέφονταν για να εξουδετερώνουν βέλη απλά αλλά και από καταπέλτες σταλμένα. Καυτή άμμο που την περιέχυναν πάνω από τα κεφάλια των Ελλήνων. Δέρματα παραγεμισμένα για να αποκρούουν τους λιθοβολισμούς των καταπελτών και ένα σωρό άλλα εφευρήματα. Το ίδιο και από την μεριά των Ελλήνων με νέες πολιορκητικές μηχανές. Κάπου το διπλό τείχος σπάει αλλά οι υπερασπιστές αμύνονται με μεγάλη ανδρεία.

alexander-l (1)Σάλπιγγες, κλαγγές όπλων, φωνές. Ένα απέραντο θανάσιμο βουητό σηκώνεται στον αέρα και σκεπάζει όλη την πόλη σαν θρήνος  του προφήτη Ιεζεκιήλ. “Είμαι εναντίον σου Τύρος και θα ξεσηκώσω έθνη πολλά όπως η θάλασσα ξεσηκώνει τα κύματά της. Θα καταστρέψουν τα τείχη σου και θα γκρεμίσουν τους πύργους σου. Εγώ θα σαρώσω,  θα σαρώσω τα ερείπιά σου και το χώμα σου και θα σε αφήσω βράχο γυμνό. Θα μείνεις ένας τόπος τόσος δα καταμεσής της θάλασσας για να στεγνώνουν τα δίχτυα και θα γίνεις λάφυρο των εθνών. Εγώ, κύριος ο Θεός, θα το πραγματοποιήσω, και οι πόλεις που εξαρτώνται από σένα στην ενδοχώρα θα καταστραφούν και θα μάθουν ότι εγώ είμαι ο κύριος…” Βέλη, σπαθιά, λεπίδια, φονικά εργαλεία. Σφάζουν, σκοτώνουν, πλημμυρίζουν με αίμα χώμα, πέτρες και θάλασσα. Με το αίμα των παιδιών του Θεού σε μια αντιμαχία επικυριαρχίας. Θρήνος και δέος. Πόνος και θάνατος.

Ο Αλέξανδρος δίνει εντολή και ρίχνουν μια μηχανή με δύναμη πάνω στο τείχος.’ Ύστερα το καλογυμνασμένο και ελαφρύ του σώμα πηδάει από ξύλο σε ξύλο περιφρονώντας τα βέλη και τα δόρατα που πέφτουν επάνω του πυκνά σαν σύννεφο. Σαν μια Λεωνίδια οπτασία κρατώντας στόνα χέρι την ασπίδα και στο άλλο το δόρυ ανεβαίνει στα τείχη και περνάει ανάμεσα στον εχθρό πότε λογχίζοντας πότε σπρώχνοντας. Λιοντάρι ανάμεσα σε αγριόσκυλα μάχεται με όλη του την δύναμη φορώντας την περικεφαλαία του με την κόκκινη κορδέλα. Τρελαίνονται που τον βλέπουν οι μαχητές του και μάχονται να τον ξεπεράσουν. Πρώτος μπροστά από τον Αλέξανδρο ανεβαίνει στα τείχη ο γενναίος Άδμητος και λογχίζεται για να δώσει στους Έλληνες μαχητές ακόμη περισσότερο θάρρος και οργή. Σε λίγο κατελήφθησαν οι πρώτοι πύργοι και ήταν η αρχή του τέλους.

Εκείνη την ημέρα η Τύρος αλώθηκε και οι κάτοικοι σκοτώθηκαν ή πουλήθηκαν δούλοι. Ο Αλέξανδρος την έκανε ορμητήριό του και φύλαξε εκεί τον θησαυρό του.  Η πόλη στο πέρασμα του χρόνου έσβησε μπροστά στην λαμπρότητα της Αλεξάνδρειας και έμεινε μια πέτρα για να απλώνουν τα δίχτυα τους οι ψαράδες όπως προέβλεψε ο προφήτης Ιεζεκιήλ.

Σταμάτησε την διήγηση ο παππούς και τα μάτια του κόκκινα καρφωμένα στο τίποτα γεμάτα δάκρυα. Όση ώρα διηγούνταν η ανάσα του ήταν γρήγορη και κοφτή και ο ιδρώτας του έλουζε το πρόσωπο. Ζούσε θαρρείς την διήγηση, σαν νάταν εκεί. Ποιος ξέρει το κληρονομικό του DNA μέχρι που φτάνει και από πού περνάει για να αποθηκεύει τις παγκόσμιες πληροφορίες.

Αμίλητοι με ανοιχτό στόμα με το τέλειωμα της ιστορίας πήραμε από μια βαθιά ανάσα να ανανεώσουμε τον αποθηκευμένο στα πνευμόνια μας αέρα. Μόνο ο μικρούλης ο Κωστάκης είχε γύρει το χρυσό κεφαλάκι του στην αγκαλιά της Στέλλας και κοιμόταν χαμογελαστός σαν αγγελούδι.

Εκείνη την βραδυά πέρασε μέσα στην καρδιά μας μια πραγματική φλασιά ιστορίας που συνέβη πριν 2.350χιλιάδες χρόνια περίπου με πρωταγωνιστή τον μεγάλο Αλέξανδρο τον στρατηλάτη της οικουμένης. Η Τύρος έπεσε 31 μηνός Λώου(Μακεδονική διάλεκτο) ή  31 μηνός Εκατομβαιώνος (Αττική διάλεκτος) σημερινός Ιούλιος του 332πΧ.

Advertisements