γραφει ο αρισταρχος

νυφηΚοίταζε η κυρά-Στυλιανή την μεγάλη της κόρη την Τασούλα που σφουγγάριζε και ένιωθε μεγάλη χαρά που την άλλη Κυριακή το κορίτσι της θα πήγαινε στην εκκλησία να στεφανωθεί με τον Σπύρο τον τσαγκάρη. Της έπεφτε λίγο μεγάλος αλλά η φτώχια δεν τους άφηνε και μεγάλα περιθώρια επιλογής. Άλλωστε δεν ζητούσε προίκα κι αυτό ήταν μεγάλο προσόν.

Μόνη της τα μεγάλωσε δυό κορίτσια, την Τασούλα και την  Μυρτώ. Νωρίς ακόμη παρέδωσε ο άντρας της και έφυγε για του ουρανού τα μέρη και το μόνο που έκανε ήταν να τους κοιτάζει από κείνη την ασπρόμαυρη φωτογραφία που είχαν στο σαλόνι.  Δούλευε στο καπνομάγαζο με κατεστραμένα και τα δυό της πνευμόνια. Ο γιατρός της είπε ξεκάθαρα πως αν συνέχιζε να δουλεύει εκεί το τέλος της θάταν γρήγορο. Να δεις πως τόπε… πνευμοκονίαση! Καλές οι συμβουλές αλλά έπρεπε να ταϊσει τρία στόματα και δουλειές δεν υπήρχαν. Ας ήταν καλά κάποιος γείτονας, έμπορας καπνών, που τους βοήθησε με το καπνομάγαζο. Τα κορίτσια ήταν μόλις δέκα εννιά και δέκα επτά. Πώς θα παντρεύονταν τα ορφανά χωρίς προίκα; Το φτωχικό που τους άφησε ο μακαρίτης ήταν μια τρύπα. Ένα στενό και μικρό σαλονάκι και δυό μικρά δωμάτια με μια κουζινούλα. Έξω στην αυλίτσα υπήρχε ένα λουτρό με τουαλέτα. Τα πράγματα ήταν στριμωγμένα κι ο Σπύρος κόντευε τα σαράντα. Μεγάλη η διαφορά αλλά η ανάγκη μεγαλύτερη. Έριξε το σγουρό κεφαλάκι της η Τασούλα κάτω χωρίς να πει κουβέντα. Τι νάκανε, σάματις δεν ήξερε την κατάσταση; Άσχετα που ήταν σαραντάρης ο γαμπρός ήταν συνάμα και ωραίος άντρας, λεβέντης και είχε δικό του τσαγκάρικο. Συνεργάζονταν με μεγάλο κατάστημα υποδημάτων και έφτιαχνε καινούρια παπούτσια κατά παραγγελία.

Όρισαν ημέρα και ώρα για τον γάμο χωρίς πολλές παράτες και έξοδα. Ίσα ίσα τα απαραίτητα. Έβαψαν τα κορίτσια μόνα τους το σπιτάκι και μοσχοβόλησε ο ντουνιάς ασβέστη και πάστρα. Τώρα έτριβε και τα σανίδια με την βούρτσα και νερό. Τραγουδούσε με το τσεμπέρι στο κεφάλι ένα τραγούδι που της άρεσε με την Ελίζα Μαρέλλι. Γλυκιά η φωνούλα της έβγαινε από το ανοιχτό παράθυρο στην ανοιξιάτικη αυλή σκορπίζοντας νεανικές νότες χαράς. Κι άκουγε όλη η γειτονιά και κουνούσαν το κεφάλι. Άλλοι από ζήλεια, άλλοι από κακία και κάποιοι από αγάπη. Άλλοι πάλι αδιάφοροι σκυμμένοι πάνω στα δικά τους προβλήματα. Αυτή όμως ήθελε να χαίρονται όλοι με την δική της χαρά. Σκέφτονταν η κυρά Στυλιανή την κακία του κόσμου και τρόμαζε. “Μην μωρέ Τασούλα, μην τραγουδάς. Ο κόσμος έχει κακό μάτι”. Χτυπούσε εκείνη με δύναμη το σφουγγαρόπανο στο πάτωμα “Ωχ μωρέ μάνα όλα τα βλέπεις άσχημα. Δες πως μοσχοβολάει το αργκαβάνι στην αυλή. Βγήκαν και κείνες οι σιμπογιές και έγινε ο μικρός κηπάκος αρωματοπωλείο. Άσε να το χαρούμε λίγο, γάμο έχουμε όχι κηδεία”.

-Ωχ!

-Τι έπαθες κουρή;

-Τι να πάθω μωρέ μάνα, μπήκε μια αγκίθα από τα σανίδια στο δάχτυλο.

-Πάτα το να βγεί το βρώμικο αίμα. Μυρτώ, φέρε λίγο οινόπνευμα και κανένα καθαρό πανί. Δέστο καλά και σταμάτα το σφουγγάρισμα θα το τελειώσω εγώ.

-Ώχου μωρέ μάνα, λίγο έμεινε. Το τελειώνω και ύστερα θα το δέσω. Έβγαλα την αγκίθα και… άσε που δεν βγάζει σχεδόν καθόλου αίμα.

Τέλειωσε το σφουγγάρισμα και ύστερα έκανε μέσα στην σκάφη στο πλυσταριό το μπάνιο της αφού ζέστανε λίγο νερό στην γκαζιέρα. Έτριψε καλά τα μαλλιά της να στεγνώσουν και ντύθηκε με την απλή αλλά όμορφη άσπρη-κρεμ φούστα με τα μεγάλα τριαντάφυλλα. Από πάνω της έβαλε ένα άσπρο πουκαμισάκι, κόκκινη φαρδιά ζώνη, κόκκινη τσάντα και κόκκινες γόβες ασορτί με τα σκουλαρίκια της και το ρουζ πάνω από τα καλλίγραμμα χείλια της. Έγινε ένα ανοιξιάτικο πανέμορφο ασπροκόκκινο τριανταφυλλάκι δεκαεννιάχρονο που μόλις άνοιγε τα πέταλα για να το θαυμάσουν και ο τυχερός Σπύρος να το μυρίσει!

-Πως σου φαίνομαι;

Η Μυρτώ σήκωσε αδιάφορα τους ώμους και έφυγε προς την κουζίνα. Η Στυλιανή την αγκάλιασε βουρκωμένη και της ψιθύρισε “είσαι κούκλα, να ζούσε ο μακαρίτης ο πατέρας σου να σε καμαρώσει” και της γλίστρησε στα χέρια πέντε δραχμές.

-Να προσέχεις.

Σαν πεταλουδίτσα άφησε πίσω της ένα συννεφάκι από το φυσικό της άρωμα και τα νιάτα της και χάθηκε στην άκρη του δρόμου.

Την περίμενε ο Σπύρος στο τσαγκάρικο μπροστά ντυμένος στην τρίχα. Μαύρη ριγωτή κουστουμιά σταυρωτή με άσπρο μαντηλάκι στην μπουτονιέρα και δίσολο μαύρο παπούτσι ιδιοκατασκευή! Τον έπιασε από το μπράτσο γεμάτη χαρά και περηφάνια. Ήταν σαν δυό κουφετάκια. Κάτι τέτοια γύρευε ο Αλέκος ο φωτογράφος με την μηχανή την εφταμισάρα την μπεμβέ. Στημένος στην πλατεία δεν ξέφευγες με τίποτα. “Εδώ, εδώ το πουλάκι”! Κλικ και… παιδιά σε τρεις μέρες θάναι έτοιμες. “Αλέκο, κάντες εβδομαδιαίες, δεν θέλω να αδικήσεις το κορίτσι μου και την ομορφιά του”.

Έκαναν μια βόλτα στον κεντρικό δρόμο/νυφοπάζαρο για να καταλήξουν στην ταβερνούλα πίσω από την ψαραγορά. Ο τραγουδιστής, γνωστός του Σπύρου, τους έκανε αφιέρωση κανά δυό τραγούδια και ύστερα τραγούδησε η ίδια Τασούλα με την γλυκιά της φωνή “Δυό πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες…” Την έβλεπε ο Σπύρος με λιγωμένα μάτια και δώστου και κόλλαγε χαρτονομίσματα στα κούτελα των μουσικών. Ήπιαν πολύ, ήταν η άνοιξη, ήταν η έξαψη και κει κάτω από κάτι κούρβουλα στου θείου Γιώργη το αμπέλι άπλωσε ο Σπύρος ριγωτό σακκάκι με την μεταξωτή ανοιχτό γκρι φόδρα για να ξαπλώσουν πάνω του και με αυτόπτη μάρτυρα ένα ολόγιομο φλογερό φεγγάρι να κλέψει την πολύτιμη προίκα της Τασούλας. Μια νύχτα που άνοιγαν οι ουρανοί και την ανέβαζαν ψηλά να πετάξει μαζί με τους αγγέλους κοντά στο θαύμα-δώρο του Θεού. Ποτέ της δεν είχε νιώσει τόση χαρά. Ποτέ της η ζωή δεν έπαιρνε τόσο μεγάλη σημασία και νόημα. Κι αυτό δεν τόπε πουθενά παρά το γύριζε όλη νύχτα στο κεφαλάκι της. Και όταν την βρήκε ο ύπνος χαμογελούσε πλατειά από αληθινή ευτυχία.

Ξημέρωνε Κυριακή και η Τασούλα σηκώθηκε για πρωϊνό στις εννιά. Πρωτοφανές γι αυτήν που πάντα ήταν στο πόδι από τις επτά. Ένιωθε όλο της το κορμί πιασμένο. “Θα είναι από χτες στο αμπέλι” σκέφτηκε και τανύστηκε. Την είδε η Στυλιανή που δεν της ξέφευγε τίποτα.

-Τι έχεις;

-Νιώθω πιασμένη, απάντησε εκείνη

-Δεν προσέχεις καθόλου, χτες βγήκες γυμνή. Και σου τόπα θα κρυώσεις, αλλά εσύ… Δες πως θα πας κι αν συνεχίσεις έτσι να σου κόψω μερικές βεντούζες.

Κάθισε στο μικρό μεντεράκι και το μυαλό της έτρεξε στην προηγούμενη νύχτα και την υπέρτατη ευτυχία που ένιωσε. Έβαλε το προσωπάκι της ανάμεσα στα χέρια της σα νάθελε να κρυφτεί και χαμογέλασε. Ύστερα προσπάθησε να σηκωθεί αλλά δυσκολευόταν. Ένιωθε ένα τέντωμα στο σβέρκο και στο πρόσωπο ενώ το σώμα της τσιτώνονταν σαν τόξο. Καταλάβαινε πως κάτι δεν πήγαινε καλά και φώναξε την μητέρα της

-Μάνα, δεν νιώθω καλά. Ζαλίζομαι και νομίζω πως πιάνομαι ολόκληρη. Δεν μπορώ ούτε να κινηθώ.

Σε λίγο η Μυρτώ έτρεχε στο σπίτι του Κυρ- Διονύση του γιατρού. Την πήγαν άρον άρον στον νοσοκομείο όπου παρά τις φιλότιμες προσπάθειες δεν μπόρεσαν να την γλυτώσουν. Η Τασούλα άφησε την τελευταία της πνοή χτυπημένη με τον τέτανο από μια τόσο δα αγκιθούλα που μπήκε στο δαχτυλάκι της όταν σφουγγάριζε τα σανίδια που θα πατούσαν σε μια εβδομάδα τα νυφικά της παπούτσια, δώρο του γαμπρού με το νυφικό.

Μαυρίλα έπεσε πάνω από το φτωχικό τους. Εκεί στην μέση στο μικρό σαλονάκι πάνω σε δυό καρέκλες ντυμένο νυφούλα το άψυχο κορμάκι της μέσα σε μια νεκρόκασσα και στην κορυφή η γριά νταρνάκισσα να τραβάει τα μοιρολόγια της πυρακτωμένα καρφιά στα στήθια των δύο γυναικών που μαυροντυμένες σπάραζαν η μια στην αγκαλιά της άλλης. Ο Σπύρος από την άλλη μεριά αμίλητος κρατούσε το χέρι της Τασούλας και μήτε που μπορούσε να το πιστέψει. Η γυναίκα που τον είχε κάνει ευτυχισμένο την προηγούμενη νύχτα κείτονταν τώρα νεκρή ντυμένη στ’ άσπρα με το νυφικό της μέσα σε μια κάσσα. Δεν το χωρούσε ο νους του. Τα μάτια του κόκκινα έτρεχαν ασταμάτητα.

Τότε έγινε κάτι ξαφνικό που άφησε άναυδους όλους τους παρευρισκόμενους. Η Στυλιανή έβγαλε μια στριγλιά και έπεσε πάνω στην νεκρή γκρεμίζοντας την με το φέρετρο κάτω στο πάτωμα. Ύστερα άρχισε να στραβώνει το στόμα της και να αλλοιώνονται τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Άνοιξαν πελώρια τα μάτια της και από το στόμα της άλλο δεν έβγαινε φωνή παρά σε μια ύστατη προσπάθεια επικοινωνίας με τον Σπύρο σ’ ένα περίεργο “να η νύφη!”. Έπιασε το χέρι της Μυρτώς και το ένωσε με αυτό του Σπύρου και ξεψύχησε πάνω στο πτώμα της κόρης της με την Μυρτώ και τον Σπύρο από πάνω τους.

Μάνα και κόρη θάφτηκαν σε κοινοτάφιο ενώ η μικρή κόρη έμεινε ξαφνικά στα δέκα επτά της μόνη στον κόσμο χάνοντας σε χρόνο ρεκόρ μάνα και αδερφή. Ο μόνος “δικό της” άνθρωπος ένας παρά λίγο γαμπρό της, και με την προτροπή της μάνας της τώρα υποψήφιος άντρας της.

Φρόντισε ο Σπύρος για όλα και μόλις πέρασαν τα σαράντα πλησίασε την Μυρτώ. Η προτροπή της μακαρίτισσας Στυλιανής ήταν πεντακάθαρη. Άφηνε την μικρή της κόρη στην θέση της Τασούλας νύφη στο πλάϊ του παρ’ ολίγον γαμπρού της. Δεν ήταν αυτό που ήθελε η μικρή Μυρτώ, αλλά ο φόβος της μοναξιάς προς το άγνωστο την έσπρωξε και τον πήρε.

Έκαναν τρία παιδιά. Την Στυλιανή, την Τασούλα και τον Άδωνι.

Σημ. Το παραπάνω αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας

Advertisements