γράφει ο αρισταρχος

“Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί                               σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποιαν κορφήν ερημική;…” Κ.Βάρναλης

Σελίδα 2

παιδομαζωμα2Τα χρόνια πέρασαν και η Αναστασία μεγάλωνε με τους θετούς της γονείς. Βρήκε τον Τζώρτζη και έκανε οικογένεια. Ύστερα αξιώθηκε και έγινε γιαγιά, κι ο Χρήστος ένα από τα εγγονάκια της. Ένα από αυτά που άκουγε τις ιστορίες της τα βράδια κουρνιασμένος στην ζεστή ποδιά της αιώνιας γιαγιάς. Και βούρκωνε με τα δάκρυά της και πονούσε με τις αναμνήσεις της.

Ένα ζεστό απόγευμα στα μέσα του 75 χτύπησε το τηλέφωνο στο σπίτι τους. Το σήκωσε ο Χρήστος  για ν’ ακούσει μια άγνωστη γυναικεία φωνή. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτά που του έλεγαν από την άλλη άκρη του σύρματος. Πήρε ένα ταξί και σε λίγο βρισκόταν έξω από το ταχυδρομείο.

Φαινόταν κοντά στα πενήντα όμορφη με ξανθιά μαλλιά. Του άπλωσε το χέρι με πολύ μεγάλη χαρά και ύστερα από ένα δισταγμό είπε σπασμένα Ελληνικά “Μπορώ να σ’ αγκαλιάσω;”

Όταν γύρισε μαζί της στο σπίτι ήδη είχε έρθει και η μητέρα του. Πήρε σοβαρό ύφος και άρχισα να αποκαλύπτει την ταυτότητα της ξένης γυναίκας.   Ξέρετε μάνα, γιαγιά ποια είναι η κυρία; Πρώτα πρώτα την λένε Νατάσα και είναι η κόρη της Ελένης. Της αδερφής της γιαγιά από την Βουλγαρία.

Τους ήρθε σαν τούβλο στο κεφάλι αυτή η απότομη ανακοίνωση. Για ένα δυό λεπτά επικράτησε μια νεκρική σιγή και ύστερα άρχισαν οι ερωτήσεις, τα κλάματα και οι αγκαλιές. Άνοιξαν οι μνήμες και η γιαγιά μου νόμιζε πως ζούσε την συνέχεια από το χτες, από κει που κόπηκε στην άκρη στο ποτάμι με το κάρο να απομακρύνεται και τα δυό αδερφάκια να σπαράζουν στην θέα του πεταμένου παιδικού κορμιού της.

Παντρεύτηκε η Νατάσα στην Σόφια και πήγε να μείνει στα Σκόπια μαζί με τον Σκοπιανό άντρα της. Εκεί της ήρθε η ιδέα να ψάξει για την χαμένη Αναστασία ξεκινώντας από το κοντινότερα χωριά πριν τον Προμαχώνα. Και με την βοήθεια ενός ιδιωτικού αστυνομικού βρέθηκαν με έναν μαγικό αριθμό τηλεφώνου που πίσω του βρισκόταν η γριά Αναστασία. Θετή αδερφή της Έλενας και του Γιάννη, τώρα Στογιάννη! Πως μπορούσε, ο Χρήστος, να αρνηθεί ένα τέτοιο ταξίδι ζωής στην αγαπημένη του γιαγιά. Νοίκιασε ένα αυτοκίνητο και στήθηκε οργανωμένη εκδρομή για Πετρίτσι-Σόφια για το τέλος του Ιούνη.

Και τώρα καθισμένη στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου έβλεπε μπροστά της αυτόν που ήταν σαν αδερφός της και που είδε για τελευταία φορά πριν από 75 χρόνια!

-Κύριε Στογιάννη!

Πλησίασε τον Χρήστο με αργό αλλά σταθερό βήμα. Την ίδια στιγμή άνοιγε ο Χρήστος την πίσω πόρτα και βοηθούσε την γιαγιά του να βγεί. Τα μάτια της κάτω από τα γυαλιά ήταν πλημμυρισμένα στα δάκρυα. Έβγαλε τα γυαλιά και σκούπισε το πρόσωπο ενώ η φωνή της τρεμάμενη ακούστηκε “Γιάννη!” Αγκαλιάστηκαν για έναν αιώνα. Τόσο, για να καλύψουν θαρρείς τα εβδομήντα πέντε χρόνια του χωρισμού.

Η λύπη που τον τύλιγε δεν άφηνε την καρδιά του να χαρεί. Πρίν δυό μήνες δύο αθίγγανοι σε έναν καβγά μεταξύ τους μαχαίρωσαν τον γιό του που επιχείρησε να τους χωρίσει. Και πάνω στον μήνα πέθανε η γυναίκα του και μητέρα του παιδιού του από την θλίψη της. Στεγνά πια από δάκρυα τα μάτια του κοίταζαν την γιαγιά Αναστασία αχόρταγα και σκάλιζαν το παρελθόν για να το ενώσουν με το σήμερα. Ένα χάσμα τόσο μεγάλο που ήταν αδύνατο να γεφυρωθεί. Το κακό είχε ολοκληρώσει την δουλειά του.

Σαν πουλάκι ένα δεκάχρονο αγόρι, ο εγγονός του, πέρασε μέσα στην αγκαλιά του και κούρνιασε κοιτάζοντάς μας με τα κατάμαυρα ματάκια του γεμάτα απορία. Ύστερα ο Στογιάννης του μίλησε Βουλγάρικα κι εκείνο άρχισε με τα περίεργα Ελληνικά του να τραγουδάει τα δώδεκα ευζωνάκια

Δώδεκα ευζωνάκια τ’ αποφασίσανε
στον πόλεμο να πάνε Παναγιά μου
να πολεμήσουνε…

Κι ως τόλεγε τον κοίταζαν όλοι με διαφορετικά συναισθήματα κι ένα κοινό μπράβο.

Είχαν προγραμματίσει για μια διανυκτέρευση κι αυτή στην Σόφια, έτσι υποσχέθηκαν να περάσουν στην επιστροφή και έφυγαν. Μια διαδρομή Πετρίτσι-Σόφια χωρίς τίποτε το ιδιαίτερο αφού το ενδιαφέρον μονοπωλούσε η συνάντηση με το βαθύ παρελθόν. Όταν έφτασαν στην πρωτεύουσα ήταν απόγευμα. Βρήκαν ένα ταξί έδωσαν την διεύθυνση και σε λίγο χτυπούσαν την πόρτα της Ελένης που εν τω μεταξύ είχε ενημερωθεί από τον Στογιάννη για την άφιξή τους. Στην είσοδο τους καλωσόρισε ένας ψηλός καλοσυνάτος Βούλγαρος με το όνομα Παύλωφ. Τους οδήγησε σε ένα σαλονάκι όπου δίπλα σ’ ένα καναπέ προσπαθούσε να σταθεί όρθια μια υπερήλικη κυρία. Δυό ονόματα ακούστηκαν ταυτόχρονα ξεψυχισμένα “Τασία! Ελένη!” Η αγκαλιά κράτησε πολύ ώρα. Παρ’ ότι η συνεννόηση ήταν λιγάκι περίεργη μια και η Ελένη μιλούσε μόνο Βουλγάρικα και Γαλλικά ωστόσο βρήκαν τρόπο να μιλούν. Βλέπεις οι θετοί γονείς της Ελένης ένας αξιωματικός του Βουλγάρικου στρατού και η γυναίκα του φρόντισαν να ξεχάσει και τις λίγες Ελληνικές λέξεις που θυμόταν από την πατρίδα της. Το μίσος τους για την χώρα μας απύθμενο. Ίσως κι από την εποχή του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου Κι ας τους τραγουδούσε ο μικρός γεμάτος καμάρι τα δώδεκα ευζωνάκια, το παιδομάζωμα έκανε την γενιτσαροδουλειά του.

Ο αποχωρισμός την άλλη μέρα ήταν συγκινητικός και γεμάτος υποσχέσεις για μια επόμενη συνάντηση. Τρελαίνεται η ψυχή και αδιαφορεί για την ηλικία. Πλάθει όνειρα και τα βρίσκει ελκυστικά αδιαφορώντας για την δυνατότητα πραγματοποίησής τους. Η επιστροφή έμοιαζε με κατήφορο. Πότε έφτασαν στο Πετρίτσι δεν πήραν χαμπάρι. Η ίδια σκηνή αποχωρισμού με μια πιο ρεαλιστική αντιμετώπιση από την πλευρά του Στογιάννη. “Αναστασία μου, της είπε, στα μάτια μου υπάρχει εδώ και εβδομήντα πέντε χρόνια μια εικόνα που δεν την ξεθώριασε ο χρόνος. Όταν σε πέταξαν δίπλα στο ποτάμι και μεις που απομακρυνόμασταν. Κάθε βράδυ για πολλά χρόνια ερχόταν σαν εφιάλτης να μου αναστατώνει την ζωή. Ποιο ήταν το φταίξιμό μας και μας κράτησε τέτοιο πόνο η ζωή; Ποτέ δεν το κατάλαβα. Ας είναι, σε είδα πριν πεθάνω κι αυτό είναι μια μικρή έστω αποζημίωση. Και πάντως ποτέ μου δεν πίστεψα ότι είχες πεθάνει. Παρακαλούσα και ήλπιζα πως μια μέρα θα ανταμώναμε. Και νάτο, έγινε! Μόνο που ήρθε λίγο αργά και μάλλον σε άχαρη εποχή.”

Ύστερα από δυό μήνες ο Στογιάννης έφυγε να βρει γιό και γυναίκα. Και σ’ ένα εξάμηνο έφυγαν και οι άλλες δύο Αναστασία και Ελένη την ίδια μέρα σαν σε υπερκόσμια συνωμοσία . Εκεί ψηλά τους περίμενε η τυφλή γιαγιά αναπαυμένη στην απεραντοσύνη της αγκαλιάς του Θεού γεμάτη αγάπη. Και η ένωση πριν το θάνατο ήταν έργο Θεού. Ότι χωρίζει ο άνθρωπος ενώνει ο Θεός.

ΥΓ. Αφιερωμένο στην μνήμη των πρωταγωνιστών της αληθινής ιστορίας. Τους γνώρισα και τους τρεις λίγο πριν παραδώσουν το πνεύμα τους και ένιωσα στις διηγήσεις τους ένα μέρος του πόνου τους. Ευλογία για το παιδί να μεγαλώνει μαζί με την αγάπη των γονιών του και κατάρα στην αιτία που το απομακρύνει από αυτούς.

Σήμερα οι δύο χώρες βρίσκονται κάτω από μια ελεύθερη κοινή αγορά χωρίς σύνορα. Και το μαύρο απάνθρωπο παρελθόν χαμένο στην μουντάδα της ιστορίας.

ΤΕΛΟΣ

Advertisements