γραφει ο αρισταρχος

“Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί                               σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποιαν κορφήν ερημική;…” Κ.Βάρναλης

Σελίδα 1

παιδομαζωμα2Τα μάτια της ήταν καρφωμένα έξω από το αυτοκίνητο σ’ ένα τοπίο με σπάνια εναλλασσόμενες καλλιέργειες. Κούνησε ελαφρά το κεφάλι και σχεδόν μουρμουρίζοντας είπε.

-Δες, συστηματικές καλλιέργειες! Ποιοι; Οι Βούλγαροι! Αυτοί μόνο για σφαγές και παιδομαζώματα ήταν ικανοί. Δες που ο κομουνισμός  τους έβαλε σε τάξη.

Τους ήξερε πολύ καλά κι απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Κάθε φορά που κατέβαιναν οι Γερμανοί στην Ελλάδα οι Βούλγαροι έρχονταν σαν κατακτητές σε Καβάλα, Δράμα και Σέρρες. Και η πολεμική κατοχή δεν είχε να επιδείξει τίποτα χειρότερο από αυτούς. Ένα σουγιά, ή κατά πως έλεγαν οι Τούρκοι χατζάρι και μόνιμα στο χέρι για το ξελαίμιασμα. Δεν ήθελε ούτε να τους κοιτάζει, αλλά ας όψεται η λαχτάρα για την Ελένη και τον Γιάννη. Αυτή στην Σόφια και ο αδερφός στο Πετρίτσι.

Τώρα το αυτοκίνητο έστριβε αριστερά αφήνοντας τα Λουτρά και πορεία προς τον Προμαχώνα. Δίπλα στον ποταμό Στρυμόνα ανάμεσα σε ένα πέρασμα/κοιλάδα του όρους Μπέλες. Μια φυσική είσοδο/έξοδο ανάμεσα στην Ελλάδα και την Βουλγαρία.

Μια δεξαμενή με απολυμαντικό πριν την είσοδο στο τελωνείο και ύστερα η ψυχρή Ελληνική γλώσσα του Βούλγαρου τελώνη σαν να έλεγε “Εδώ είσαι έξω από την μήτρα σου, έξω απ’ τα νερά σου” Σούρχεται να τον σιχτηρίσεις και να ξαναγυρίσεις εκεί που το φως έχει τις ανθρώπινες αποχρώσεις του. Αλλά η Αναστασία έχει σκοπό και σχέδιο. Πάει για να δει την “αδερφή της και τον αδερφό της”.

Διαδικαστικό το θέμα και ο δρόμος για αριστερά γράφει στην Κυριλλική Петрич(Πετρίτσι) και ίσια κατευθείαν στην Κυριλλική София(Σόφια). Το κρεμ Polski στρίβει αριστερά και τα χιλιόμετρα φεύγουν γρήγορα για να φτάσουν στο Ελληνικότατο Πετρίτσι. Σχεδόν όλοι μιλούν Ελληνικά και το σπίτι του Γιάννη (επί το Βουλγαρικότερο Στογιάννης) εντοπίζεται εύκολα. Ένα τούβλινο διώροφο ασοβάτιστο με περιφραγμένη την μικρή αυλή και στην είσοδο δυό κηδειόχαρτα κακός προμάντης. Πρίν να κατεβούν από το αυτοκίνητο τον είδαν να βγαίνει από την μικρή πορτούλα της αυλής. Ψηλός με ψαρά ίσια μαλλιά και σκαμμένο λεπτό πρόσωπο κοντά στα ογδόντα. Της ξέφυγε από το στόμα μια κραυγή και ύστερα ένας λυγμός. Τέντωσε το χέρι της και μόλις που ακούστηκε “Αυτός είναι, ο Γιάννης μου!”

Σαν χείμαρρος τινάχτηκαν από το βάθος των συνάψεων του εγκεφάλου της οι μνήμες. Μνήμες εβδομήντα τόσων χρόνων. Την τράβηξαν πίσω στον χρόνο σαν τεράστια ρουφήχτρα και την έφεραν στο νησί τότε που οι κομιτατζήδες έσφαζαν την μάνα της και τον πατέρα της. Αυτή εννιάχρονο χλεμπονιάρικο κοριτσάκι κρύφτηκε μέσα σ’ ένα καλάθι για να την περιμαζέψει η κυρία Επιστήμη η γειτόνισσα. Μια εξηντάχρονη τυφλή με δύο εγγόνια. Τον Γιάννη δέκα χρονών και την Ελένη οκτώ.

Και ύστερα ούτε που το κατάλαβε. Βρέθηκε σ’ ένα κάρο μαζί με τα άλλα δυό παιδιά και την γριά να περπατάει δίπλα πιασμένη από ένα σχοινί μέσα στα λασπόχιονα με την θερμοκρασία να παίζει γύρω από το μηδέν. Ένα τσούρμο παιδιά και γυναίκες κοντά στις εκατό ψυχές. Βούλγαροι κομιτατζήδες οδηγούσαν το περίεργο κομβόι με τα πόδια προς την είσοδο του Προμαχώνα για την χώρα του Αίμου. Στα βόρεια του νομού Σερρών δίπλα από τον ποταμό του Θεού Στρυμόνα!

Κάπου στα μέσα της διαδρομής η γριά τυφλή δεν άντεξε τις κακουχίες και άρχισε να παραπατάει. Μια κλωτσιά ήταν υπεραρκετή να την στείλει σ’ ένα χαντάκι να τελειώσει ότι είχε απομείνει από την απανθρωπιά των δίποδων.

Τα τρία αγκαλιάστηκαν και σφίχτηκαν όλα μαζί ένα κουβάρι για να φυλαχτούν από το κρύο και των δίποδων την κτηνωδία. Ένα παιδομάζωμα σε όλο του το μεγαλείο. Μια δουλεμπορική συνέχεια της Οθωμανικής επικυριαρχίας. Ένας εκμηδενισμός της ανθρώπινης προσωπικότητας, μια ζωώδης και απάνθρωπη εκδοχή της έλλογης ζωής.

Μετά είκοσι μέρες έφτασαν κοντά στα σύνορα. Σταμάτησαν να ξεκουραστούν δίπλα στο ποτάμι. Το κρύο τους θέριζε αφόρητα. Ήδη οι μισοί στον δρόμο είχαν παραδώσει την ψυχή τους και οι υπόλοιποι βρίσκονταν σε οικτρά χάλια. Η Αναστασία έτρεμε σύγκορμη από το κρύο και κάποια στιγμή ένιωσε να της κόβεται η ανάσα. Έγειρε το κεφαλάκι της στο πλάϊ και παρά τις προσπάθειες του Γιάννη δεν κατάφερε να συνέλθει. Ένας από τους κομιτατζήδες της έπιασε απ’ το κεφάλι και την τράνταξε φωνάζοντας. Αφού είδε πως δεν έπαιρνε απάντηση έβγαλε αδιάφορα την γνωμάτευση “τα τίναξε”. Κάτι που ο Γιάννης ποτέ του δεν πίστεψε. Ύστερα την έδωσε μια και την πέταξε στις καλαμιές δίπλα στο ποτάμι. Ένα εννιάχρονο κορμάκι σχεδόν άψυχο εκεί στα 1900 στην είσοδο του εικοστού αιώνα, την χρονιά που θα γεννιόταν ο μεγάλος Σεφέρης και ο Σίγκμουντ Φρόυντ θα έγραφε την Ερμηνεία των ονείρων. Την  χρονιά που ο Τζιάκομο Πουτσίνη θα παρέδιδε στον κόσμο την περίφημη Τόσκα και ο Μακεδονικός αγώνας θα έμπαινε για καλά στην φάση για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Μια απελευθέρωση με διακοπές με νέα παιδομαζώματα και νέους γενίτσαρους. Ο τόπος και η μοίρα του.

Ύστερα από πολλές ώρες η Αναστασία μισοπεθαμένη μισοκουνήθηκε για να την δουν περαστικοί χωριάτες. Ένα πεταμένο κουφάρι μέσα στις καλαμιές. Το κορμάκι της ήταν παγωμένο και ο χτύπος της καρδούλας της μια υποψία. Η φροντίδα και η ζέστη των ανθρώπων που την συμμάζεψαν μαζι με την δύναμη της ψυχής της για ζωή την συνέφεραν.

Συνεχίζεται…

Advertisements