γραφει ο αρισταρχος

251220121071Προσπαθώ να συγκεντρώσω την σκέψη μου, να την συγκροτήσω. Στέκεται αδύνατο. Η όλη περιρρέουσα κατάσταση, η μουντάδα του καιρού, η αφραγκία, η θλίψη, η οργή, η έλλειψη κάθε ελπίδας. Και όσο ακούω, βλέπω, διαβάζω τόσο χειμάζω πάνω σ’ αισθήματα, σε δημιουργία. Κάπου εκεί στην γραμμή του ορίζοντα βρίσκεται ο όλεθρος. Ένας όλεθρος που ή θα μας αφανίσει ή θα μας βάλει στο παιχνίδι της επιβίωσης ενεργά.

Χτες είχε την παρουσία του απλωμένη για λίγο ψωμάκι. Σήμερα η κοιλίτσα του άρχισε να πρήζεται. Αύριο, ποιος ξέρει, ίσως να μην ζει. Και πώς να χορτάσεις αυτά τα πελώρια μαύρα μάτια που σε κοιτούν γεμάτα αγωνία με ένα πελώριο ερωτηματικό. Που να βρεις τις απαντήσεις που το κρανίο σου είναι γεμάτο από τέτοια ερωτηματικά και σου πιέζουν το στήθος .

Όνειρα… ποια όνειρα! Οράματα… ποια οράματα! Δουλειά… ποια δουλειά! Αξιοπρέπεια… ποια αξιοπρέπεια! Ζωή… ποια ζωή!

Σήμερα πάλι θα περάσω με λίγα στραγάλια περίσσεμα από χτες και ένα ποτήρι νερό. Ένα μούμεινε μέσα μου δυνατό, η οργή… και δεν μ’ αφήνει να καταρρεύσω. Δεν μ’ αφήνει να σταθώ στην ουρά για ένα πλαστικό κουτάλι φαγητό σε ένα πλαστικό μιας χρήσης πιάτο. Περίσσευμα φιλευσπλαχνίας κάποιων που το κουμάντο μέσα τους κάνει ακόμα η καρδιά.

Χτες λούφαξα κάτω από μια σκάλα με σκέπασμα κάτι εφημερίδες που τις πήρε ο αέρας μαζί με το περιεχόμενό τους. Χτες άκουσα μια ρακένδυτη να φωνάζει σε έναν καλοντυμένο φασιανό “πως θα σταθείς μπροστά στον Θεό;” Κι εγώ το ονειρεύτηκα, κάτω απ’ την σκάλα χωμένος στα χνώτα μου. Μου ζητούσε την απολογία κι εγώ έπρεπε να απαντήσω σε ερωτήματα που με βασανίζουν μια ζωή και ποτέ δεν μπόρεσα να σταθώ. Μόνο ένα παράπονο που έβλεπα τα παιδικά μου όνειρα να κυλούν σε κάτι απόνερα. Τάβλεπα να κυλούν και να χάνονται σε μια σχάρα υπονόμου. Και ύστερα ένα βουβό κλάμα καθώς έβλεπα το γλυκό πρόσωπο της μάνας μου να μου λέει “να αγαπάς τον κόσμο μικρέ μου”. Την σοβαρότητα του πατέρα μου να με παρακινεί να είμαι έντιμος και χρήσιμος. Αλλά η αυστηρότητα του Κριτή με συνέφερε για να δω με ευκρίνεια όλα όσα μούδωσε στην δημιουργία μου, στην νουθεσία μου, στις σπουδές μου.

Κι όλα αυτά με έβαλαν μπροστά με το κεφάλι ψηλά γιατί βρήκα την μια απάντηση για όλα. Δυνατός με τους δυνατούς, γαλαντόμος με τους αδυνάτους.

Το κρύο στο πρωϊνό χάραμα κάτω από την σκάλα ούτε και που με ενοχλούσε πια. Ένιωθα πολύ πιο δυνατός από αυτούς που με αδυνάτισαν. Απλά χρειαζόμουνα ένα δυνατό τίναγμα να πετάξω από πάνω μου όλα τα παράσιτα, όλες τις ψείρες. Όλα αυτά που μου φόρτωσαν οι “δυνατοί” για να μοιάζω εγώ με αδύνατο.

Σήμερα ήξερα τι ν’ απαντήσω στα δυό πελώρια μαύρα μάτια του πιτσιρικά που θα περίμενε στην γωνιά χωρίς ν’ απλώνει το χέρι παρά μόνο την παρουσία του.

Advertisements