γραφει η Κατερίνα Ραψομανίκη

fuga4Όταν κρύφτηκε και το τελευταίο ίχνος του δίσκου μέσα στην θάλασσα, γύρισε και την φίλησε. Τον ξετρέλαινε η ιδέα ότι το απαγορευμένο που, κάτω από ομαλές συνθήκες, θα μπορούσε να συμβεί σε μια απόμερη σκοτεινή γωνιά,  βιαστικά και αγχωμένα, με την αγωνία να πιαστούν στα πράσα, τώρα γινόταν κάτω από το φως της μέρας με την άνεση ανθρώπων που όλος ο χρόνος ήταν δικός τους και με τη βεβαιότητα πως κανένα αδιάκριτο μάτι δεν καραδοκούσε. 
Ζήτω η δικτατορία!

Φιλήθηκαν ψαχουλευτά, διερευνητικά, ανιχνευτικά, με την αθωότητα πρωτάρηδων και την ορμή νεοφώτιστων. Το φιλί είχε τη γλύκα του πρωτόγνωρου, τη χαρά της ανακάλυψης, την υγρή φρεσκάδα του  σάλιου που ανάδινε τη μοσχοβολιά της μέντας. Με το άνοιγμα του πρώτου φιλντισένιου κουμπιού φάνηκε το λακκάκι του λαιμού,  το δεύτερο αποκάλυψε την αρχή μιας ερεθιστικής σχισμής και το τρίτο έφερε στο φως το σφιχτό κοριτσίστικο στήθος, φυλακισμένο στο βαμβακερό σουτιέν. Η εκτυφλωτική του λευκότητα έσπασε τη μουντάδα του δειλινού κι ο τόπος φεγγοβόλησε όχι από την παγωμένη λευκότητα του χιονιού, αλλά από την θερμή λευκάδα του αχνιστού, φρεσκοαρμεγμένου γάλατος μέσα στην καρδάρα. Το ένιωσε απαλό στην αφή με την βελουδένια επιδερμίδα ώριμου ροδάκινου, ελαφρά  υγρό από τον νεανικό, χωρίς τοξίνες, ιδρώτα, που του έδινε ένα υπόξινο άρωμα, με μια γεύση απροσδιόριστα υπέροχη και παράλογα γνώριμη, λες κι είχε καταγραφεί στο υποσυνείδητο ο βρεφικός θηλασμός…
 
Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά όταν ξεκίνησαν αμίλητοι. Ενεργοποίησαν το δυναμό για να λειτουργήσουν τα δυο μικρά φωτάκια που φώτιζαν το δρόμο της επιστροφής. Ο μονότονος ήχος του, έτσι όπως τριβόταν στο λάστιχο της πίσω ρόδας, ήταν ο μοναδικός ήχος του έξω κόσμου, μα ο μέσα κόσμος τους παιάνιζε μουσικές εξαίσιες μιας υπόγειας επικοινωνίας. Το σκοτάδι δεν τον εμπόδιζε να την παρατηρεί  χωρίς να χορταίνει την αλλαγή της. Το κοριτσάκι, με το οποίο είχε ξεκινήσει την βόλτα λίγες ώρες πριν, είχε μεταμορφωθεί σε Γυναίκα.
……………………………………………………………………………………………………………………………………………….

Ο πατέρας τον υποδέχτηκε μ’ ένα κράμα οργής και ανακούφισης όταν τον άκουσε να παρκάρει το ποδήλατο στην αυλή. Προσπάθησε να αποφύγει τον καυγά. Ήταν το τελευταίο που χρειαζόταν. Στο κάτω-κάτω ο πατέρας είχε όλο το δίκιο με το μέρος του. Δικαιολογήθηκε όλο αθωότητα πως ξεχάστηκε, πως έχασε τον δρόμο, πως έτρεχε να προλάβει και πως τώρα θα ήθελε  ν’ απομονωθεί για να διαβάσει. Αυτό το τελευταίο λειτουργούσε πάντα καταλυτικά. Ο πατέρας κάλμαρε μα η Ανθούλα, χωρίς να πει λέξη, κάρφωσε επάνω του τα δυο αναμμένα κάρβουνα που είχε για μάτια. Εκείνη είχε μυριστεί! Και ήταν τόσο φαρμακερό το βλέμμα  της  που ένιωσε γυμνός και ένοχος και χαμήλωσε απολογητικά το δικό του – μια από τις ελάχιστες φορές στη ζωή του, μπορεί και μοναδική. 
 
Μόνος στο δωμάτιο συνειδητοποίησε πόσο λίγο είχαν μιλήσει. Τώρα ένιωθε μια πλημμυρίδα από λέξεις που θα ‘θελε να είχε μοιραστεί με τη Νίκη. Του έλειπε απελπιστικά μόνο και μόνο για να της ψιθυρίσει τ΄ανείπωτα. Δοκίμασε να περάσει  νοερά από το σπίτι της, μα την βρήκε κοιμισμένη, την φίλησε τρυφερά στο μέτωπο και βάλθηκε να γράψει ένα ποίημα εκτονώνοντας όλο το συναίσθημα που ασφυκτιούσε μέσα του. Μα επειδή δεν ήθελε να το πάρει κανένα αδιάκριτο μάτι και δεν θα κατέφευγε ποτέ σε επισφαλείς μεθόδους όπως το κλείδωμα σε κάποιο συρτάρι –  δεν ήταν ένας τυχαίος νεαρός ο Μιχαλιός – φρόντισε να το κρυπτογραφήσει. Είχε επινοήσει, καιρό τώρα, έναν κώδικα  που του επέτρεπε να αφήνει τα χαρτιά του σε κοινή θέα χωρίς τον φόβο της παρέμβασης ενήλικων που καραδοκούν διαχρονικά να  παραβιάσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματα των νέων και να επέμβουν δυναμικά αν νομίσουν πως κάτι δεν είναι σύμφωνο με τους δικούς τους κανόνες ηθικής. Κανένας ενήλικας δεν θα μπορούσε να καταλάβει τι σήμαινε ο τίτλος του ποιήματος που ήταν γραμμένος με επιμελημένη καλλιγραφία «λυονίτυω ίμοη». Γιατί κανένας ενήλικας δεν θα σκεφτόταν να αντικαταστήσει κάθε σύμφωνο με το αμέσως προηγούμενο σύμφωνο  και κάθε φωνήεν με το αμέσως προηγούμενο φωνήεν στη σειρά της αλφαβήτας και να αποκαλύψει το κρυμμένο «κοιμήσου ήλιε». Ο ίδιος ο Μιχαλιός όμως είχε αποκτήσει τόση άνεση με το παιχνίδι της διαδοχής των γραμμάτων που έγραφε και διάβαζε πρίμα-βίστα στην κωδικοποιημένη γραφή.   (Με μια αντίστοιχη τεχνική ο Μπέρτραντ Ράσελ στην ίδια ηλικία έκρυβε το περιεχόμενο του ημερολόγιου του σε τετράδιο κάτω από τον ανώδυνο τίτλο: “ασκήσεις Ελληνικών”. Η ιδέα ήταν να αξιοποιήσει τη γνώση του ελληνικού αλφάβητου, που ήταν κινέζικα για τους ενήλικες του σπιτιού,  γράφοντας τις εγγλέζικες λέξεις με ελληνικούς χαρακτήρες.  Σε καλύτερες εποχές για την ελληνική γλώσσα και σε ανώτερου επιπέδου ανθρώπους τα greeklish λειτουργούσαν από την ανάποδη!)

Ο Μιχαλιός εκμεταλλεύτηκε την εκπληκτική διαύγεια σκέψης που αισθάνθηκε  για να αναμετρηθεί και να ανακαλύψει ένα γεωμετρικό τόπο. Έχασε την αίσθηση του χρόνου. 
Τις πρώτες πρωινές ώρες όταν αποφάσισε να ξαπλώσει έκανε έναν σύντομο απολογισμό της ημέρας. 
Από αύριο είχε όλο το χρόνο να τα βάλει με τους συνταγματάρχες. 
Για το σήμερα τους ευγνωμονούσε.
Λίγα χρόνια αργότερα μίσησε θανάσιμα τον Ελύτη. 
Πώς κατάφερε να σφετεριστεί τα αισθήματά του και να τα κάνει να χωρέσουν σε τρεις αράδες όλες κι όλες
Με ποιο θεϊκό χάρισμα είχε παραβιάσει  τη σκέψη του; 
Αυτοί ακριβώς ήταν οι στίχοι που θα ’θελε να είχε γράψει εκείνο το βράδυ:
 
Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα

 
Η οικογένεια της Νίκης μετακόμισε από τη γειτονιά το καλοκαίρι. 
Δεν την ξαναείδε ποτέ. 
Απόμεινε μια τρυφερή ανάμνηση κι ένα ποίημα αμφίβολης καλλιτεχνικής κι αμύθητης συναισθηματικής αξίας. 
Η μοίρα των νεανικών ερώτων!

Συνεχίζεται…
Advertisements