γράφει ο αρισταρχος

τζινιΑν ας πούμε ξαφνικά παρουσιαζότανε μόλις γυαλίζατε την ασημένια σας τσαγιέρα(λυχνάρια δεν υπάρχουν πια αλλά, οσονούπω…) δώρο της καλύτερης φίλη σας στο γάμο που κάνατε προ αμνημονεύτων και που την ετοιμάζατε προς πώλησην χάρη της επιβίωσης, ένα τζίνι και σας ρωτούσε. “Χαχαχα…εγώ δεν είμαι το τζίνι του παραμυθιού, μην παραμυθιάζεστε. Είμαι ένα καλό και δίκαιο ξώπλασμα που μ’ αρέσει να βλέπω να ευτυχούν δυστυχισμένοι άνθρωποι. Πες μου στα γρήγορα τρία σου θέλω, να σου τα κάνω πράξη ”. Τι θα του προτείνατε και με τι σειρά; Σκεφτήκατε ποτέ;

Πρώτα πρώτα η τσαντίλα και τα νεύρα μας, πέραν από τις βασικές μας ανάγκες, είναι εναντίον αυτών που μας επέβαλλαν αυτά τα ατελέσφορα μέτρα, το μεγάλο μας κακό, όπως βάζουν ένα μαυρομάνικο στην καρωτίδα. Και μια και είμαστε κολλημένοι και δεμένοι με αόρατα δεσμά πάνω σε έναν αόρατο τριμμένο και ξεθωριασμένο τριανταφυλλί καναπέ της καλής εποχής σε χρώμα βυσσινί και αδυνατούμε ακόμη και να κουνηθούμε ας εκπληρώσουμε τα τρία πρώτα μας θέλω, έστω και έτσι ανορθόδοξα και παραμυθένια δια της πλαγίας. Κάτι είναι κι αυτό από το τίποτα για να βάλουμε σε μια τάξη την αταξία μας.

Γνωρίζω βέβαια, όπως και όλοι σας, ότι για όποιον το διαβάσει θα βγάλει τρία θέλω εντελώς διαφορετικά από των άλλων. Οπότε καταλαβαίνετε τι θα γίνει. Δεν θα μείνει όρθιο τίποτε. Για να γίνει όμως πράξη η γενναιοδωρία του τζίνι και να ικανοποιηθούν όλοι πρέπει να τα μαζέψουμε όλα αυτά τα θέλω και ύστερα αφού τα καταγράψουμε να τα βάλουμε προς ψήφιση σ’ αυτούς όλους που τα πρότειναν. Έτσι λέει η λογική και η δημοκρατία.

Μερικοί θα πουν “αφήστε με να ονειρεύομαι στην Νιρβάνα μου πάνω στον ανύπαρκτο, στην ουσία, καναπέ και να έχω μόνο ένα θέλω. Χρήματα! Χρήματα!Χρήματα, να περνώ καλά εγώ και τα παιδιά μου. Και αφού τα έχω, δικός μου λογαριασμός από πού τα έχω και πόσοι και που δουλεύουμε, να πάτε αλλού”

Κάποιοι άλλοι ίσως πουν “ωχού… μπελά δεν θέλω εγώ, με φτάνουν εκείνα που έχω και κάτι από το χωριό ”. Κι αν τον λένε και Στράτο, δέσαμε με τον εργατο/αηδό που μας ξεσήκωνε τα στήθια. Κι απλά διοχετεύσαμε την νεανική μας δύναμη για να χτίσουμε παγιδευμένα έργα που τα γκρεμίζουν οι ίδιοι που μας προέτρεπαν να τα κάνουμε. Και τότε νιώθεις την προδοσία μέσα σου τόσο βαθιά που πνίγεσαι από τα ίδια σου δάκρυα.

Άλλοι θα πουν “δεν έχω δύναμη για τίποτε. Πρέπει να κάνω αμέσως ταχύρυθμα μαθήματα θάρρους και ξεκινήστε εσείς να λέτε κι εγώ θα είμαι ένα ναι σε όλα. Αρκεί να υπάρχει κριάρι μπροστά με σαχλοκούδουνο στον λαιμό για τα “άδολα” και χαμένα πρόβατα μην και χαθούν από τις τσιριχτές φωνές των παραθύρων και των κυβερνητικών εκπροσώπων τις αηδίες.

Άλλοι πάλι θα αρχίσουν να βλέπουν λοξά το τζίνι και να ρωτούν, μήπως είναι βαλτό από ξένες δυνάμεις ή ξένα κέντρα αποσταθεροποίησης. Είναι οι συνομοσιολόγοι που ποτέ τους δεν είδαν ένα απλό παραμύθι όπως είναι, αλλά ποιος τόγραψε, τι είναι και που στοχεύει.

Άλλοι πάλι θα το δουν σαν μέσον για μπίζνες. Πως θα το εκμεταλλευτούν να στήσουν μαγαζί για “κονόμα”. Κάθε μέρα δεν σου βγαίνει τέτοια τύχη.

Κάποιοι, που ποτέ τους δεν πίστεψαν στα παραμύθια και που ποτέ δεν μπόρεσαν να ζήσουν έστω ένα, θα το δουν σαν μια βλακεία και μισή και με τελεσίδικη απόφαση. “τίποτε άλλο; Υπάρχει;”

Ναι υπάρχει, το όνειρο. Κι εγώ ο ονειροπόλος, που ονειρεύομαι μια κοινωνία ενωμένη με δική του παρουσία και όχι υστεροβουλία ο καθένας. Ένας ονειροπόλος που ονειρεύεται γιατί χωρίς το όνειρο δεν υπάρχει πραγματικότητα. Και μέσα σ’ αυτό το όνειρο χωρούν όλοι αρκεί να το θέλουν.

Τι νομίζετε λοιπόν πως θα γίνει; Θα ξυπνήσουμε από το παραμύθι και πριν προλάβουμε να δικαιολογηθούμε για την “ιδιότητά μας” θα μας πει το τζίνι “Ξεχάστε με και μένα και τις ευχές και βράστε στο ζουμί σας. Εγώ δεν ήμουν παρά μια παραμυθένια ευχή αλλά εσείς ζείτε στο κακό παραμύθι του κακού δράκου που σας ετοίμασαν άλλοι κακοί. Αλλά την αλήθεια θα την βρείτε μόνο στον κακό σας εαυτό”

Και πιστέψτε με, δεν είναι εικονική αλλά μια παραμυθένια πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που μοιάζει με παραμύθι. Και όταν θα έχετε ανοίξει τα μάτια θα βρίσκεστε ακόμη μέσα στον εφιάλτη χωρίς τον πατέρα να σου πει μια ενθαρρυντική γλυκιά κουβέντα, χωρίς την μάνα να σου χαϊδέψει τρυφερά το κεφάλι και να σου δώσει το ζεστό της γεμάτο σιγουριά φιλί. Ρωτήστε αυτούς που στερήθηκαν αυτά τα δυό απλά, για μας, δεδομένα αγάπης.

Αν δεν ζήσουμε στο όνειρο δεν θα γευτούμε ποτέ την πραγματικότητα αλλά έναν εφιάλτη όπως τον πλάθει η κακία μας.

Advertisements