γραφει ο αρισταρχος

010220131131Πρωί πρωί ξεκίνησα με το λεωφορείο και κατέβηκα στην πόλη. Από τον νεαρό υπάλληλο στον ΟΥΘ που μούκανε τον διακανονισμό και τα παράπονά του για τα 480ευρώ μισθό που παίρνει βρέθηκα να περπατώ στην Καμάρα με νεαρόκοσμο και με της γλυκιάς της αλκυόνης τον καιρό. Η Γούναρη απλώνεται μπροστά πολύκοσμη, πολύβουη μέχρι κάτω την παραλία και κείθεν πάνω από τον ήρεμο Θερμαϊκό μέχρι τις παρυφές του Ολύμπου.

Πολύχρωμη η Εγνατία με κόσμο φορτωμένα στα δύο πεζοδρόμια και στην μέση με αυτοκίνητα δίπλα στα έργα του μετρό. Όλα ανάκατα σε μιά περίεργη άτακτη τάξη. Και κάποτε πριν πολλά χρόνια θα μπορούσες ίσως ανάμεσα στην καταχνιά των καυσαερίων να “δεις” το ίχνος του Βαρδάρη. Τώρα ούτε στην Αγία Σοφίας φτάνεις.

Κατηφόρισα λοξά την Παλαιών Πατρών για να βγω πίσω από την Αγιά Σοφιά, το κόσμημα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης και το τέλος της Σβώλου και την αρχή της Ερμού. Ψυχρά από το αγιάζι, παρά τον ήλιο, τα δρομάκια με οδήγησαν στο Καπάνι για να βρεθώ στο πιο ζωντανό κύτταρο της πόλης. Λαμπιόνια και ανθρώποι, φωνές και καπνοί. Δυό αγορές η μια πάνω στην άλλη, Μουδιάνο και Καπάνι χωρισμένα από την Ερμού με πολιορκητή την Κομνηνών κατ’ ευθείαν στα γραφικά λουλουδάδικα και των τρούλων τις νοστιμιές. Από παντού τριγυρισμένο από Άθωνος μέχρι Βενιζέλου μια ανάκατη μυρουδιά από χταποδάκι και ψητή σαρδελίτσα με ούζο και ρετσινούλα. Μια ατμόσφαιρα που δεν λησμονιέται αλλά ούτε και σ’ αφήνει να την εγκαταλείψεις. Μόνη παραφωνία τα αγέλαστα πρόσωπα των ανθρώπων της πόλης που πάντα γελούσε.

Από κει κοντά στην Εγνατία βλέπεις την Αριστοτέλους πάνω μέχρι τα κάστρα αφού περάσεις ξυστά τον Άγιο Δημήτρη και Δυτικά μέχρι τον Όλυμπο. Μια πανέμορφη ανθρώπινη λεωφόρος καταπληκτικά όμοια με λεωφόρο του Αμβούργου αν η φαντασία σας βάλει στην μέση διαβαθμισμένα κανάλια για ν’ ανεβαίνουν τα τουριστικά σκαφάκια μέχρι το φανταστικό ποτάμι της Εγνατίας. Μια χωροχρονική συνύπαρξη με απόσταση δυόμιση χιλιάδων και πλέον χιλιομέτρων.

Ένα τσούρμο νιάτα περνούν δίπλα μου με φωνές κατηφορίζοντας για την πλατεία Αριστοτέλους. Ένα τενεκεδάκι που μαζεύει κέρματα για την μαριονέτα που βαράει το νταούλι πάνω σε μια μουσική με παροιμιώδη συγχρονισμό. Κλόουν, ακροβάτες, φωτογράφοι. Ένας καμβάς γεμάτος χρώματα, εικόνες, πινελιές. Στο βάθος, αρόδο τρία εμπορικά ερωτοτροπούν με την σαγηνεύτρα που την βρήκαν στα πολύ καλά της. Το μάτι σου τώρα πιάνει ένα γύρω από το λιμάνι, τον πύργο, το μέγαρο μουσικής κι από το μικρό στην θολούρα του μεγάλου εμβόλου.

Είναι περίεργα όμορφη η αίσθηση να περπατάς πάνω στους τσιμεντένιους κόκκους της παραλίας πλάϊ στην θάλασσα επί της Νίκης. Μπορείς να κάνεις χιλιόμετρα χωρίς να το καταλάβεις, αν δεν στο πει η κούραση. Περνάς τον Λευκό Πύργο πνιγμένο στους τουρίστες για να βγεις μπροστά στις οπλές του Βουκεφάλα και από πάνω του τον Μέγα στρατηλάτη όλων των εποχών, τον Μέγα Αλέξανδρο σε μια μόνιμη έφοδο προς την Ανατολή της δόξας του. Ακούς τους ήχους των χρόνων, την πολυκοσμία και την πολυχρωμία. Εδώ τα εδάφη είναι χιλιοπατημένοι από λογιών λογιών πατήματα μέσα από την τρισχιλιετή ιστορία της.

Τα φουρφουρίσματα στις γάμπες με κάτι μεσοσουβλιές είναι δείγμα πως η κούραση ζητάει στάση. Και την κάνω στο πεδίο του Άρεως μπροστά στο Τρίτο Σώμα παρέα με ένα πενηνταράκι και ουζομεζέ. Την ανηφοριά για την Τούμπα θα την ανεβεί για μένα ένας αρθρωτός γίγαντας. Και γω καθισμένος πάνω του σε μια θέση θα νοσταλγώ το ηλιόλουστο παγκάκι μπροστά από το Βασιλικό θέατρο όπου με κλειστά τα μάτια θ’ ακούω τις κλαγγές και τον συρφετό της Μακεδονικής φάλαγγας στην μεγάλη έξοδο για την Ανατολή. Μια φορά κι έναν καιρό στην Μακεδονία του Μεγαλέξανδρου…

Advertisements