γραφει ο αρισταρχος

tago1Κάθομαι με τ’ ακουστικά στο κεφάλι και με μισόκλειστα μάτια αφήνω να πλημμυρίζουν οι κοχλίες των αυτιών μου με μουσική που με ταξιδεύει σε ότι εξωτικό μέρος βρίσκει διεξόδους παρασυρμένος ο εγκέφαλος. Τα τραγούδια Ελληνικά καλοδιαλεγμένα από τον dg και με καλή απόδοση με έχουν “πάρει”. Ξάφνου ακούγεται η θηλυκά φωνή της Ελένης Τσαλιγοπούλου στο “Αρζεντίνα”. “…κι αν είσαι χώρα εξωτική με παραλία μαγική κι ονειρεμένη, Αρζεντίνα, μ’ ένα ζεϊμπέκικο σκοπό είδα να γέρνεις στον χορό ερωτευμένη…”

Είναι ένα πολύ όμορφο τραγούδι με όλα τα όργανα που ακούγονται να συμμετέχουν σε κορυφαίο βιρτουόζικο παίξιμο. Και επειδή τα παιδικά μου ακούσματα είναι του ακορντεόν το αυτί μου τόψαξε να γευτεί την μαεστρία και την ομορφιά. Έφυγα μακριά τρελαμένος, να ταξιδεύω στον χρόνο σε μια ζεστή βραδιά πάνω στην Βασ.Γεωργίου. Θάμουν δέκα οκτώ χρονών και γυρνούσα απ’ την καλοκαιρινή δουλειά μου στην ψησταριά του Βλάχου μπροστά στον Λευκό Πύργο.

Δίπλα στους προσκόπους στην έκθεση του Σώματος ήταν το μπουζουκτσίδικο Αρζεντίνα. Δεν υπήρχε πόλη στην Ελλάδα που να μην είχε τότε γλεντάδικο και σινεμά με το όνομα Αρζεντίνα. Βλέπεις ήταν και η εποχή των Latins. Κάθε μέρα πηγαίνοντας για το σπίτι περνούσα από μπροστά. Άναβα ένα τσιγαράκι, το κάπνιζα όρθιος κι έκανα λίγο χάζι. Ύστερα δρόμο για το σπίτι. Εκείνη την βραδιά ακολούθησα την ίδια πεπατημένη και μπήκα στο μαγαζί.

——————————————

Η Μαρία έβηξε ελαφριά και κάνοντας μια μικρή υπόκλιση πρότεινε τον δίσκο με το γλυκό του κουταλιού, δυό πανέμορφα συκαλάκια, και ένα ποτήρι κρύο νερό. Ο άντρας, καθισμένος αναπαυτικά σε μια μεγάλη πολυθρόνα, άπλωσε το χέρι του και πήρε το πιατάκι με το γλυκό. Έβαλε το κουταλάκι στο στόμα του και έκλεισε τα μάτια του. Γυρόφερε στο στόμα το συκαλάκι και το δάγκωσε αργά,  προσεκτικά χωρίς ν’ ανοίξουν τα χείλη του. Ολονών μας τα μάτια ήταν καρφωμένα πάνω του και περιμέναμε την έκδοση της απόφασης για το πόσο καλό ήταν το γλυκό πούφτιαξαν τα προκομμένα  και άξια νοικοκυρεμένα χεράκια την Μελίτας, της ψηλής. Αυτός κούνησε τις πελώριες μαύρες του μουστάκες τις έσιαξε με τα δυό του δάχτυλα και ύστερα άνοιξε τα μάτια του σαν να έβγαινε από λήθαργο. Κοίταξε γύρω γύρω και χαμογέλασε ενώ την ίδια ώρα κατάπινε το περιεχόμενο από το στόμα του. Ύστερα, πήρε το ποτήρι με το κρύο νερό και το κατέβασε μονορούφι βγάζοντας ένα βογκητό ευχαρίστησης και, πριν προλάβει να αποφανθεί για το γλυκό πετάχτηκε η Μελίτα, η ψηλή.

-Με τις υγείες σας!

Αυτός χαμογέλασε δίνοντας μια γλυκιά έκφραση στο όμορφο του πρόσωπο. Τα μαύρα κορακάτα του μάτια την κοίταξαν με νόημα.

-Στώ! Ήταν και πολύ μόρτικο. Εσύ το σκάρωσες;

Δεν της έπαιρνε να κοκκινίσουν τα μάγουλά της τώρα στα σαράντα δύο. Μια μεγαλοκοπέλα όπως ήθελε να αυτοαποκαλείται. Τσατιζόταν με τον πατέρα της που την αποκαλούσε γεροντοκόρη. Γι αυτό και το προξενιό που της βγήκε προτίμησε να γίνει εδώ στο σπίτι μας στην Θεσσαλονίκη και όχι στο χωριό της στην Χαλκιδική. Ούτε που κατάλαβε πότε πέρασαν τα χρόνια και ξώμεινε. Απέρριψε πολλά προξενιά περιμένοντας το πριγκιπόπουλο καβάλα πάνω στο άσπρο άλογο όπως το φανταζόταν από παιδάκι αλλά που ποτέ δεν φάνηκε. Αλλά περνούν τα πριγκιπόπουλα από ξεχασμένα μικρά χωριά;  Έτσι ήταν, ψηλή από μικρή με ίσια καστανά μαλλιά όμορφη γραμμένη μύτη και δυό μέτρια καστανά μάτια. Ένα σύνολο γλυκού γυναικείου προσώπου. Ήταν πολύ έξυπνη και με πολύ καλή καρδιά. Ήταν απ’ τους καλύτερους ανθρώπους που είχα γνωρίσει έξω από τους οικείους μου. Ξόδεψε τα ομορφότερα χρόνια της ζωής της ανάμεσα στην κουζίνα, το πλυσταριό, το κοτέτσι και τον αχυρώνα. Και νάρχονταν ο πρίγκηπας θα την έβλεπε σαν ασχημόπαπο.

Ο πατέρας μου δούλευε σε ένα βυτίο μεγάλο και κουβαλούσε πετρελαιοειδή σε κάτι ορυχεία. Όταν ξεφόρτωνε και γύριζε πάντα περνούσε από το χωριό της για κανένα καφεδάκι ή ούζο λόγω φιλίας με τον πατέρα της. Τους έπαιρνε μαζί του πολλές φορές στην πόλη. Έτσι την φιλοξενούσαμε συχνά σαν δικό μας άνθρωπο. Την είχε πάρει η μάνα μου κάτω από την προστασία της και της έταζε προξενιά και γάμους. Αλλά όσες προσπάθειες έκανε απέτυχαν. Σ’ αυτή την ηλικία είναι πολύ δύσκολο μια μεγαλοκοπέλα να εμπιστευτεί άντρα. Φοβάται την απογοήτευση και προτιμάει την μοναξιά.

Αυτόν, τον γαμπρό, τον γνώρισε ο πατέρας μου μέσω ενός φίλου του. Έψαχνε νύφη για να παντρευτεί. Του φάνηκε καλός, έτσι έδειχνε τουλάχιστον. Και το μόνο μειονέκτημα απ’ ότι φαινόταν ήταν που κούτσαινε. Το συζήτησαν οι γονείς μου και να που ήρθε στο σπίτι να γνωρίσει την νύφη. Την Μελίτα, την ψηλή! Αν δεν είχε το πρόβλημα στο πόδι του θάταν περιζήτητος γαμπρός. Κρητικός στην καταγωγή, δηλαδή έτσι δήλωνε, κοντά στα σαράντα και η ασχολία του ένα νεφελώδες… έμπορος. Έ και η Μαρία εκεί που είχε φτάσει δεν ήταν και τίποτε το ιδιαίτερο. Εγώ σαν πιτσιρικάς δεκαοχτάρης την έβλεπα που ήταν πανύψηλη και από μέσα μου την αποκαλούσα καγκάλω. Αλλά η καρδιά της ένα κομμάτι μάλαμα. Τους σύστησαν. Από δω η Μελίτα, από κει ο Μίλτος. Πιάστηκαν από το χέρι μ’ ένα “χάρηκα” και μια ελαφριά υπόκλιση. Μου φάνηκε καρικατούρα η υπόθεση εντελώς αταίριαστη. Αυτή θεόρατη κι αυτός κοντός και τσακισμένος προς τα δεξιά. Η… λεπτή κι ο Ζαχαρίας! Τόλεγε και η Μελίτα στην μάνα μου αλλά εκείνη τόχε βάλει αμέτι Μουχαμέτι να τους παντρέψει. Η δικιά μου φαντασία τους ήθελε να περπατούν και να τους  βλέπει από πίσω. Μου φαίνονταν εντελώς αστείο και γέλαγα.

-Βρε θεία, έλεγε την μάνα μου, μεγάλη διαφορά έχουμε στο ύψος. Πως θα κυκλοφορούμε;

-Έλα μωρέ Μαρία όλοι έχουν τα κουσούρια τους. Εσάς θα κοιτάζουν;

Έτσι, πες πες έφτασαν στο μεγάλο προξενιό. Ήρθε στο σπίτι μας παρέα με έναν φίλο του τον Κωσταντή. Μπήκε στο σπίτι χαμογελώντας με άψογο ντύσιμο. Μαύρο κουστούμι σταυρωτό προσεγμένο στο ράψιμο, γραβάτα ριγωτή σε μαύρο κρεμ και μαντηλάκι στο τσεπάκι. Και στην μπουτονιέρα ένα μικρό άσπρο γαρίφαλο οριτζινάλε! Το σύνολο συμπληρώνονταν με το κατάμαυρο μαλλί περασμένο με μπόλικη Brylcreem! Χωρίς το κουτσό θάταν ίδιος αστέρας του Χόλυγουντ. Γι αυτό και ξέπεσε στην Μαρία, σούρχονταν αυθόρμητα η σκέψη.

Βέβαια το μεγάλο δέλεαρ ήταν τα πενήντα χιλιάρικα προίκα που είχε η νύφη. Αυτά είχε βάλει ο μόρτης στο μάτι και τόπαιζε γαμπρός.

Αφού καλομάσησε τα συκαλάκια, έβγαλε και την γνωμάτευση και ύστερα έφερε το θέμα κατευθείαν στο κέντρο.

-Το λοιπόν, εγώ καθ’ ότι την συμπάθησα την Μελίτα λέγω να κάνουμε εδώ χάμου και τον αρραβώνα. Να πάρω και το προικιό για ν’ αρχίσουμε δουλειά.

Εδώ σαν να χάλασε η δουλειά. Αυτός ζητούσε προκαταβολή τα πενήντα προικώα χιλιάρικα και ο γάμος μετά όταν θα έστρωνε η δουλειά με κάτι μεταφορές που σκάρωνε. Το συζήτησαν από δω το συζήτησαν από κει άκρη δεν βρέθηκε. Η Μελίτα καλόπιστη όπως ήταν έλεγε “Να του τα δώσουμε μωρέ θεία, αφού ύστερα θα παντρευτούμε” Τελικά εκείνη την βραδιά δεν πάρθηκε απόφαση, αλλά με την επιμονή της Μελίτας είπαν θα το ξανασκεφτούν και θα απαντήσουν. Και το θέμα έμεινε εκεί για κανά δυό μέρες.

Εκείνο τον καιρό στο μπουζουξίδικο της “Αρζεντίνα” εμφανίζονταν ο Πάνος Γαβαλάς και η Ρία Κούρτη. Απ’ τις πολύ καλές λαϊκές φωνές ο Πάνος μάζευε πολύ κόσμο κάθε βράδυ στο μαγαζί. Στάθηκα στην είσοδο και χάζεψα για λίγο την πρόσοψη με τα λαμπιόνια. Άναψα το τσιγαράκι μου και μπήκα για να πέσω πάνω στους γλάρους …μες τα κατάρτια πετούνε οι γλάροι και γω σου λέω έχε γειά.. Πάντα η πρώτη ρουφηξιά στο τσιγάρο είναι η καλύτερη. Και το άφιλτρο Pall Mall με το βρασμένο Berkley μου γέμισε άρωμα και… αντρισμό! Το κρατούσα ανάμεσα στο μικρό μου δάχτυλο και τον μέσο έτσι, ώστε αναγκαζόμουν να βάλω στην μούρη μου μες την χούφτα μου για να ρουφήξω τον καπνό. Αυτό κι αν ήταν μαγκιά και αντρισμός. Και με το ροκαμβιλάτο το μαλλί, τα δεκαοκτάχρονα σκέτος πύραυλος.

Ένιωσα ένα χέρι πάνω στο ώμο μου και γύρισα απότομα το κεφάλι για να δώ τον Μίλτο τον κουτσό τον γαμπρό, παρέα με το φιλαράκι του.

-Τι γίνεται ρε Άρη; Βλέπω κυκλοφορείς και τις μικρές ώρες.

-Μπα, γύριζα απ’ την δουλειά και έκανα μια στάση για ένα τσιγάρο.

Με τα πολλά με τα λίγα πιάσαμε ένα τραπέζι οι τρεις μας αφού τους εξήγησα την χρηματική μου μιζέρια . Επέμεναν να κεράσουν και στο τέλος δέχτηκα ανόρεχτα γιατί ήμουν πολύ κουρασμένος από την δουλειά. Με το που καθίσαμε άρχισαν να με ρωτούν για την Μελίτα. Έδειξα πλήρη άγνοια και τόκοψαν. Απολαύσαμε την φωνάρα του Πάνου και μετά από καμιά ώρα τους άφησα και έφυγα για το σπίτι.

Το πρωί ήταν η σειρά μου να πάω για κανένα δίωρο στο μαγαζί και να βοηθήσω στην κουζίνα. Κάθισα σ’ ένα τραπέζι και άρχισα να καθαρίζω φασολάκια παρέα με το καφεδάκι που μούκανε η μαγείρισσα. Σε κάποια στιγμή ήρθε κι έκατσε δίπλα μου ένας πελάτης του μαγαζιού. Κάθονταν από πάνω στον πρώτο όροφο και ήταν αστυνομικός. Πριν καμιά δεκαριά μέρες τον έτρεχα στις πρώτες βοήθειες με θερμοπληξία. Τον πήρε ο ύπνος μεσημεριάτικα στο μπαλκόνι και ο δυνατός ήλιος κόντεψε να τον τελειώσει. Από τότε τόχε υποχρέωση απέναντί μου. Πέρασε το χέρι του πάνω στον ώμο μου…

-Τι έγινε ρε Άρη. Καλημέρα. Πρωί πρωί βλέπω ήρθες.

-Καλημέρα κύριε-Δημήτρη. Τι να κάνω σήμερα είναι η σειρά μου, και έχω μια νύστα… Εσύ πως τα πας;

-Χτες τι ώρα έφυγες από δω;

-Δύο, γιατί;

-Γιατί σε είδα στην Αρζεντίνα με δύο τύπους. Τους ξέρεις καλά αυτούς;

-Όχι. Τον έναν, τον κουτσό, τον έφερε ο γέρος μου για προξενιό σε μια φίλη μας. Γιατί που με είδες, με παρακολουθείς;

-Για προξενιό; Μήπως ζήτησε και προίκα;

-Ναι πενήντα χιλιάδες.

Σεσημασμένη απάτη ο Μίλτος ο κουτσός, ο γαμπρός με τα μαύρα τα μαλλιά, τα μαύρα μουστάκια, τα μαύρα μάτια, την μαύρη σταυρωτή την κουστουμιά και το άσπρο γαρίφαλο. Ούτε και που μάθαμε από πού κρατούσε η σκούφια του και από το λέγειν του δεν φαινόταν για Κρητικός. Τους μπουζούριασαν για απάτες και του δύο και μήτε που τους ξανάδαμε. Η Μελίτα η ψηλή έφυγε για τας αιωνίους μονάς πριν δυό χρόνια ανύπαντρη. Τα ίδια και οι γονείς μου. Η Αρζεντίνα κατεδαφίστηκε πριν πολλά χρόνια καθ’ ότι παράνομη και λυόμενη. Αλλά, δεν ξέρω τι παθαίνω όταν βλέπω ταγκό ή ακούω Αργεντίνικα τραγούδια. Κι αυτό, το Αρζεντίνα, με την Τσαλιγοπούλου άμα σας δοθεί ευκαιρία ακούστε το με ιδιαίτερη προσοχή στο ακορντεόν, το κλαρίνο, το βιολί και όλα τα όργανα. Αν κλείσετε και τα μάτια θα σας στείλει μακριά στα παιδικά σας χρόνια που δεν είχαν καμιά έγνοια. Τότε που ζούσατε τα χαρισμένα από το Θεό χρόνια. Τότε που σκαρφαλώναμε στα θερινά τα σινεμά να δούμε κρυφά καμιά ταινία καουμπόικη. Αξίζει κανείς να ζει μόνο και μόνο για κείνα τα χρόνια της αθωότητας. Τώρα, άμα σας βγεί και καμιά Αργεντίνικη εξωτική παραλία δεν νομίζω να σας χαλάει!

Advertisements