γραφει ο αρισταρχος

ραβδιΌτι σας γράψω σ’ αυτό το άρθρο και το διαβάσετε, εσείς να μην πιστέψτε λέξη. Μια φαντασίωση ενός φαντασιόπληκτου, να πείτε. Η μόνη αλήθεια είναι η μικρούλα δίχρονη εγγονούλα μου.

Έπαιζα μαζί της, που λέτε, πάνω σε μια πορτοκαλί βελέντζα στο πάτωμα μαζί με μια στοίβα από παιχνίδια. Και φυσικά καταλαβαίνετε την χαρά και την συγκίνηση να ασχολείσαι με ένα αγγελάκι που τα λέει όλα και στραβά και σου σκάει κάπου κάπου και ένα φιλάκι. Ανεπανάληπτο.

Φοράει πάνω στα ξανθά της μαλάκια ένα χάρτινο κωνικό καπελάκι πασπαλισμένο με χρυσόσκονη και με κορδελίτσες πολύχρωμες στην κορυφή. Μια χάρτινη-χρυσή μάσκα πίσω από τα τεράστια μπλε της μάτια και στο δεξί της χεράκι κρατάει ένα “μαγικό” ραβδάκι με ένα άστρο στην άκρη του. Με πλησιάζει και με κείνα τα υπέροχα δίχρονα Ελληνικά μου λέει χτυπώντας με ελαφρά με το ραβδάκι της στο κεφάλι “άμπ(ρ)α κατάμπ(ρ)α να γίνειχ βάταχοχ!”.

Έκλεισα τα μάτια μου και ένιωσα ένας ευτυχισμένος “βάτραχος”. Στην στιγμή άρχισα να νιώθω ένα κενό, ένα μούδιασμα και ύστερα χάος. Μου πέρασε απ’ το μυαλό η ιδέα πως πέθαινα. Αστραπιαία σαν φλασάκι που αναβοσβήνει ξέχασα ποιος και τι ήμουν. Απλά έβλεπα μπροστά μου τα πάντας λες και ήμουν σαν Θεός καθισμένος στον θρόνο του Δία. Έβλεπα την πατρίδα μου απ’ άκρη σ’ άκρη με όλα της τα νησιά και όλα της τα βράχια.

Μια Ελλάδα που λαμποκοπούσε στα μπλε και άσπρα. Παντού απ’ άκρη σε άκρη χτυπούσαν ασταμάτητα, χαρμόσυνα οι καμπάνες σ’ όλους τους τρούλους. Παντού κυμάτιζαν σημαίες και σημαιάκια περασμένα σε σπάγκους στόλιζαν τους δρόμους. Μεγάφωνα έπαιζαν μουσικές και βεγγαλικά φώτιζαν τον ουρανό. Κόσμος, πολύς κόσμος. Νέοι που έτρεχαν με γέλια και χαρά χορεύοντας και τραγουδώντας στους δρόμους. Μια ονειρεμένη χώρα χωρίς ασχήμια και καπνιά χωρίς θλιβερές καρικατούρες. Ένας επίγειος παράδεισος που θαρρείς τον φώτιζαν ατέλειωτοι προβολείς μόνο αυτόν, πάνω στη γη.

Κι από μέσα αναδύονταν η ευτυχία και η χαρά χωρίς έναν πεινασμένο, χωρίς έναν λυπημένο. Και χαιρόμουν πλημυρισμένος από ευδαιμονία που τάβλεπα όλα αυτά. Ένα τσούρμο νεαρά πέρασαν τρέχοντας από μπροστά μου. Μόλις που έπιασα ένα από το χέρι. “Πες μου καλέ μου νέε, τι γίνεται και είστε όλοι τόσο χαρούμενοι;” “Δεν ξέρω καλέ μου άνθρωπε, ρώτησε εκείνον εκεί”. Και μούδειξε έναν μεσήλικα μπροστά σε ένα μαγαζί γεμάτο φώτα. “Πες μου καλέ μου άνθρωπε σε παρακαλώ. Τι συμβαίνει και είστε τόσο χαρούμενοι;”

Γύρισε το πρόσωπό του φωτισμένο και χαμογελαστό και, ώ Θεέ μου… μα αυτός είμαι… εγώ! Μα πως ήταν δυνατόν, κι όμως χαμογελούσα. Μ’ έπιασε από το χέρι και με τράβηξε στην άκρη στο πεζοδρόμιο κοιτάζοντας προς τον ουρανό. Ύστερα έβαλε το χέρι του σαν χωνί γύρω από το αυτί του και μου είπε “άκου!” Τέντωσα τα’ αυτιά μου αλλά δεν άκουγα τίποτα. “Δεν ακούω τίποτα”

“Μπήκες στην φαντασία και δεν μπορείς ν’ ακούσεις; Μπορείς να κάνεις τα πάντα εδώ αρκεί να το θέλεις. Δες τα πόδια σου δεν σε πονάν κι εκείνο το βάρος από το στήθος σου έφυγε. Δεν νιώθεις την χαρά; Βλέπεις, το τηλέφωνό σου δεν χτυπάει πια. Δεν έχει τράπεζες. Δεν έχει κλητήρες και αστυνομία, ζητιάνους και νοσοκομεία. Όλοι σε χαιρετούν και σε χαμογελούν. Κοίτα, το μαγαζί σου. Δεν το αναγνωρίζεις; Είναι αυτό και είναι κατά δικό σου. Καθαρό χωρίς υποθήκες και με όλο το προσωπικό του μπροστά στα γεμάτα ράφια να εξυπηρετήσουν όποιον πελάτη μπεί μέσα” ύστερα έκανε μια χορευτική φιγούρα, κάτι σαν υπόκλιση και απλώνοντας στο πουθενά το χέρι είπε “Παρακαλώ κυρία μου περάστε. Θα είμαστε ευτυχείς να σας εξυπηρετήσουμε και σας και το πανέμορφο αγγελούδι σας. Παρακαλώ κύριέ μου τι επιθυμείτε; Ω ναί, ήρθατε στο σωστό κατάστημα. Εδώ πρώτα η εξυπηρέτησή σας και ύστερα όλα τάλλα. Τιμές; Μα στο κόστος με το λογικό ποσοστό. Είμεθα ευυπόληπτοι έμποροι. Δεν είμαστε… τράπεζες! Αυτή την εφεύρεση δεν την ξέρω μα άκουσα να την λένε με κακιά διάθεση όπως ας πούμε την αλογόμυγα που δεν σε ξεφορτώνεται.”

Δεν μπορούσα να πιστέψω τίποτε από αυτά τα περίεργα που έβλεπα μα ούτε και ν’ αποσώσω μια κουβέντα. Και ήθελα να τον ρωτήσω ένα σωρό. Αλλά μόνο ένας ψίθυρος έβγαινε από το στόμα μου “Μα πως… Εγώ το μαγαζί, τόκλεισα… πρώτα γιατί μου το πήρε η τράπεζα και… δεύτερον, να πωλούσα… τι να πωλούσα και σε ποιόν, και τώρα βλέπω…” Με κοίταξε με κείνα τα γνωστά γαλάζια μάτια που τάβλεπα κάθε πρωί στον καθρέπτη, με κείνη την γνωστή χωρίστρα και κείνο το γνωστό μουστάκι που τα βούρτσιζα κάθε πρωί μπροστά στην ματαιοδοξία μου. Με κοίταξε σαν να με λυπόταν. “Κακόμοιρε, πόσο εύκολα ξεχνάς. Έτσι δεν το φαντάστηκες το μαγαζί όταν τόστεινες; Έτσι δεν ονειρεύτηκες την ζωή σου σ’ αυτό που θα έχτιζες πρώτα για να εξυπηρετείς τον κόσμο και ύστερα για να ζήσεις; Κοίτα την κοπελιά που μπαίνει για ψώνια, την ξέρεις;” Πως δεν την ήξερα, θα την αναγνώριζα ανάμεσα σε χίλιες. Η μοναδική που αγάπησα και έδιωξα, με πατρική προτροπή, γιατί δεν είχε την προίκα που χρειαζόμουνα να δώσω στην εφορία.

Πόνεσα, πόνεσα πολύ. Και πώς να μην πονέσεις όταν γυρνάς στην ανθρωπιά, στα χρόνια της αθωότητας. Αχ, να σταματούσε ο χρόνος για όλους εκεί στα τριάντα. Με όρθιες της αγνές ιδεολογίες και τα γνήσια αισθήματα χωρίς επιτηδεύσεις και φτιασίδια. Με μοναδικούς κριτές την καρδιά και τον νου.

Ένιωσα μέσα μου να σηκώνεται σαν βαρυφορτωμένο μπουρίνι όλο μου το συναίσθημα και δεν άντεξα. Έκλαψα! Έκλαψα με λυγμούς και τα δάκρυά μου έτρεχαν ποτάμια πνίγοντας ανθρώπους και σκεπάζοντας τα πάντα. Μια θάλασσα εκεί που έστεκε μια ολόκληρη χώρα. Κι εγώ καθισμένος στην τελευταία κορυφή του Ολύμπου πάνω στο στέμμα μόνος. Και τάβλεπα όλα αυτά και δεν μπορούσα να κάνω τίποτε, μόνο έφτανε στ’ αυτιά μου η αλλόκοτη φλογέρα του Αυλητή του Χαμελίν. Μπροστά αυτός και πίσω όλες οι καρικατούρες που γέμισαν δυστυχία και απανθρωπιά και δάκρυα. Και τα δάκρυα σκέπασαν την χώρα μου για να την φυλάξουν κάπου εκεί στο μέλλον περιμένοντας την φλογέρα του Χαμελίν.

Μην ξεγελαστείτε και πιστέψετε ούτε μια μου λέξη από όσα σας είπα. Όλα έγιναν σ’ ένα ανοιγόκλεισμα των ματιών μου, σ’ ένα μόνο λεπτό. Και το μόνο αληθινό είναι αυτό, το…

-Άμπ(ρ)α κατάμπ(ρ)α να γίνειχ ο παπούχ. Και ύστερα μια αγκαλιά κι ένα φιλάκι.

Αχ να μπορούσα να τόκανα σ’ όλο τον κόσμο. Ξέρω πολύ καλά τι θα μούλεγε ο “άλλος”.

-Μπορούσες, αλλά δεν τόθελες!

Advertisements