γραφει ο αρισταρχος

oneiroΈλα, άστο όνειρο είναι. Όνειρο; Δηλαδή ονειρεύομαι αυτή την στιγμή; Ναι. Και πως γίνεται αυτό; Βλέπω, ακούω, αισθάνομαι… μόνο που δεν κινούμαι. Αδύνατον, είμαι σε πλήρη ακινησία με μόνο στοιχείο τα ανοιχτά μου μάτια. Ξύπνα ρεεεεεεεε! Τίποτα! Ατονία REM!

Ωχ, ξαναβουτώ στα περίεργα ονειρικά νερά. Αδύνατον να γνωρίσω άτομα. Κι όμως, αυτός σαν να  μοιάζει τον γέρο Καραμανλή σε γκρίζα έκδοση. Τι ρωτάει; Δεν ρωτάει, λέει. Πάντα έλεγε. Μιλάει μ’ εκείνη την περίεργη προφορά μάλλον σε σένα “Που πάτε ρε…; Ολοταχώς πίσω; Με προσπεράσατε και ούτε με προσέξατε. Σας φώναξα και αρνηθήκατε να μου απαντήσετε. Προσοχή, εκεί που πάτε είναι πολύ βαθιά που ούτε κι εγώ ονειρευόμουν, τότε. Έβλεπα μια χώρα χωρίς ελπίδα χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Απλά, όλοι μας αυτοσχεδιάζαμε. Είχαμε και κλέφτες, πάντα υπάρχουν κλεφτρόνια να σου αρπάζουν την μπουκιά που ίδρωσες να βγάλεις. Και τώρα πάτε πολύ κάτω και, που να σας περιμένω; Στο 1974 με την ζοφερή εικόνα της σύμπτυξης του Ελληνισμού; Πιο κάτω; Που, στην χούντα;

Μα εσείς δεν σταματάτε πουθενά πάτε πιο κάτω, τι διάολο ψάχνετε για κανέναν πάτο; Σας εξαπάτησαν, πάτος ΔΕΝ υπάρχει. Είναι άπατο, εκτός και στοχεύετε την δημιουργία του πρωτάνθρωπου, του Αδάμ! Αντέχετε νέα έξοδο από τον παράδεισο; Ευρώ το λένε τώρα. Και πιστέψτε με όπως λέει η παροιμία “Λαός που δεν διδάχτηκε από την ιστορία του είναι αναγκασμένος να την ξαναζήσει” Είναι επώδυνο να βλέπεις ανθρώπους μπλεγμένους σε αγυρτείες και να ξέρεις πως θα σε κυβερνήσουν κάποτε. Να βλέπεις ανθρώπους που έκλεψαν εσένα και όλο τον λαό να ξεχνιούνται και ύστερα τα καμάρια τους να σας το παίζουν ήρωες με ημιγάλαζα αίματα απ’ το πολύ λουλακί κλίσμα και με καταγωγή από… τζάκι!”

Αμάν, πήρε το μάτι μου νιάτα κι ύστερα τανκς, και άκουσαν τ’ αυτιά μου εμβατήρια. Μα τι είναι αυτά; Βασιλικά παϊτόνια; Ποιος παντρεύεται; Ποιον κουβαλούν πάνω στο κανόνι με την Ελληνική σημαία; Θάναι ήρωας που πέθανε για την πατρίδα. Κι αυτοί με τα πλακάτ που γράφουν 1-1-4 και ανένδοτους, τι είναι; Αχός ακούγεται και πόνος κι έρχεται από μακρυά κάπου εκεί στη Κύπρο, σαν να υπογράφουν την καταδίκη της και…

Ά να πάλι ο παππούς, τι λέει; Φωνάζει. “Ξέρετε ρε που φτάσατε; Στα 1960!” Η επόμενη δεκαετία είναι ένα πλατύσκαλο. Εκεί να πιαστείτε από έναν μαύρο καβαλάρη και μην πάτε παρακάτω γιατί η γεύση σας θα γίνει χειρότερη κι από πικραμύγδαλο. Θα πικραθείτε πάρα πολύ και ίσως να μην μπορέσετε να ξανασυνέλθετε. Ίσως να σβήσετε σαν χώρα. Για τον Θεό σώστε την. Σώστε την πατρίδα μας. Σε λίγο θα είναι αργά!

Φοβάμαι! Φοβάμαι πολύ. Νιώθω τον πόνο, είναι λίγο παρακάτω. Πάντα πονούσαμε. Πάντα κλαίγαμε. Πάντα μαυροφορούσαμε. Και πάντα θύματα της ίδιας προπαγάνδας. Το ξέρω πως ονειρεύομαι και σπαράζω σ’ ένα ονειρικό βουβό κλάμα.Ένας εφιάλτης, ο ίδιος πάντα, που έρχεται κάθε βράδυ να μου αναστατώνει την κατάσταση REM.

Δεν αντέχω άλλο, φτάνει τόσο όνειρο ας γυρίσουμε πίσω σε παρακαλώ. Που είναι η ψυχή μου να με ζωντανέψει; Τι γίνεται, άνοιξα πάλι τα μάτια μου αλλά πέραν τούτου τίποτε άλλο. Πάλι σε υπνοπαράλυση έπεσα.

Ωχ, ξαναγυρίζω στα γκρίζα νερά και… χάνομαι. Ποιος, ποιος είναι αυτός; Ναι, τον αναγνωρίζω από την φουστανέλα του, τα φουντωτά τα τσαρούχια και και την μεγάλη του μουστάκα κάτω από την σουβλερή του μύτη. Τον αναγνωρίζω από τα γεμάτα οργή σαν γυαλί μάτια. Είναι ο μπάρμπα-Γιάννης, σε άσπρο-μαύρο. Και τι λέει, δεν ακούω. Δεν ακούς; Μωρέ τι μας λες που κουφάθηκες τώρα. Τι λέει; πως το χρέος της Ελλάδας ήταν και τότε όσο και τώρα.  Δηλαδή; 200 χρόνια πήγαν χαμένα; Μια μαύρη τρύπα; Νεώτερη Ελλάδα το είπαν, για να ξεχωρίσει από την υπόλοιπη.

Όχι, όχι έδειξε η φυλή μου τις αξίες της με μια επανάσταση το 1821, έναν Μακεδονικό αγώνα και ένα έπος του ’44. Έδειξε πως αυτή η χώρα θα ζει παρέα με τον πόνο και τις ντροπές της, αλλά θα υπάρχει πάντα. Ναι, και θα υπάρχει όσο βασίζεται πάνω σε μια λέξη που την λένε τιμή με μια λύρα κι έναν Πίνδαρο.

Ξύπνα δεν θέλω άλλο. Δεν γουστάρω να δω τα εμφράγματα και τις αρρυθμίες της φυλής μου. Ξύπνα να δούμε τι θα κάνουμε με το επερχόμενο εγκεφαλικό.

Ξύπνα ρεεεεε! Κάπου η ψυχή μ’ άφησε, με βαρέθηκε και… άαααα να κουνιέμαι.

Ευτυχώς ένα όνειρο ήταν. Επιβεβαιωμένο και, καρατσεκαρισμένο. Ένα κακό όνειρο, θάλεγα εφιάλτης.

Advertisements