γραφει ο αρισταρχος

γυφτακι3Μ’ έπιασε το σκοτάδι και ακόμα ήμουν έξω από την πόλη. Η διαδρομή δεν ήταν και ότι καλύτερο. Ο δρόμος μια κακιά εμπειρία με τεράστιες λακκούβες σε άθλια εγκατάλειψη. Και ήταν ατέλειωτη. Μέχρι το Ορφάνι άνετη με κύριο άξονα την Εγνατία και ύστερα μέσα στην Βουλγαρία μέχρι τον Πύργο(Purcas). Ξεχασμένοι Ελληνικοί θύλακες από την πάλαι ποτέ απαστράπτουσα και κραταιά Ελλάδα. Το πέρασμα των αιώνων ξέφτισε ότι Ελληνικό εκτός από κάποια ονόματα Σλαβοποιημένα και κάποιες Ελληνικές ανάσες σε πείσμα του χρόνου και της ανεπαναληπτότητας της φυλής.

Το κινητό δεν δούλευε και γω ακολουθούσα μια διαδρομή μέσα στην πόλη καθ’ υπολογισμό. Σε κάποιο πλάτωμα, δεν θα τόλεγα πλατεία, σταμάτησα δεξιά και προσπάθησα πάλι αλλά μάταια. Μόνο μια γυναικεία φωνή ηχογραφημένη επαναλάμβανε στερεότυπα σε ξένη για μένα γλώσσα  πράγματα που δεν καταλάβαινα. Η ώρα ήδη πήγε ενιάμιση και το σκοτάδι δεν πολυβοηθούσε. Πλησίασα μια στάση λεωφορείων με ένα τσούρμο κοριτσόπουλα τσιγγανάκια. Μιλούσαν ασταμάτητα και γελούσαν σαν νάταν σε πανηγύρι. Μ’ εκείνα τα πολύχρωμα φουστάνια και κάποια λουλούδια στα μαύρα τους μαλλιά.

Με περιτριγύρισαν αμέσως μόλις κατάλαβαν πως ήμουν χαμένος σε μια πόλη άγνωστη. Εγώ δεν ήξερα την γλώσσα τους κι αυτές την δική μου. Επιστρατεύσαμε κάτι περίεργες λέξεις σε ότι άλλη γλώσσα μπορούσαμε για να φτιάξουμε ένα μωσαϊκό συζήτησης. Πάντα βέβαια σ’ αυτή την περίπτωση η κυρίαρχη είναι η παντομίμα. Το βρήκαν σαν παιχνίδι διασκεδαστικό και δεν προλάβαινα να τις κοιτώ καθώς τιτίβιζαν χαρούμενα και με κυκλώναν. Κατάλαβαν τι ζητούσα και κατάλαβα τι μου έλεγαν μέχρι που φάνηκε το λεωφορείο. Μια περίεργη κατασκευή απολιθωμένη ξεχασμένη στον χρόνο βγαλμένη σαν από φιλμ νουάρ του Χίτσκοκ. Άνοιξε η πόρτα με πάταγο και χάθηκαν θαρρείς όλα μαζί μέσα στο κήτος με γέλια και φωνές. Και κει που ξεκίνησε πάλι κόντεψε για λίγο και άνοιξε η πόρτα για να ξεχυθούν έξω να με ρωτήσουν.

Πως λεν τον γιό σου; Τον λένε Γιάννη! Και σαν άτακτη χορωδία άρχισαν όλα μαζί “Γιάννης, Γιάννης” Και ξαναχάθηκαν στο λεωφορείο μια χούφτα πολύχρωμες πεταλουδίτσες μες την τρελή χαρά τους αφήνοντας το γέλιο τους να μου χαϊδεύει τ’ αυτιά μου. Τάβλεπα που απομακρύνονταν με το κατασκεύασμα κι ευχόμουνα να ήμουν κι εγώ μια μικρή πνοή μέσα στη ξεγνοιασιά τους χαμένος μες τον χρόνο.

Αυτό συνέβη μια μέρα του 2008. Μια εποχή που πίσω από τις ανυποψίαστες πλάτες μας με προπέτασμα παραδείσους, που οι περισσότεροι μόνο βλέπαμε, σχεδιάζονταν στα σκοτάδια σενάρια με περίεργα ονόματα όπως μνημόνια, spreads, δυστυχία, εξαφάνιση, θάνατος.

Σήμερα το πρωί δίπλα στην λαϊκή σ’ ένα δρομάκι στην γωνιά, μια τσιγγάνα με τρία μικρά παιδάκια καθισμένοι στο πεζοδρόμιο σε μια κίτρινη κουβέρτα περίμεναν υπομονετικά μ’ απλωμένο χέρι να μοιραστούν λίγο από τον φτωχό “πλούτο” μιας τσέπης με χρήματα. Δέκα, είκοσι λεπτά, τίποτα! Ένα μικρό τρίκυκλο μηχανάκι με υπερυψωμένα τα πλαϊνά πλησίασε κάνοντας δαιμονισμένο θόρυβο και βγάζοντας ντουμάνια από την εξάτμιση. Η καρότσα φορτωμένη με μικρά παιδιά και μπροστά πέντε, ναι πέντε άτομα! Σταμάτησαν στην κομπανία στο πεζοδρόμιο, είπαν, γέλασαν με την καρδιά τους και ύστερα χάθηκαν μέσα στο σύννεφο με τον καπνό που έβγαλε το μικρό μαρσαρισμένο μηχανάκι.

Ήταν η ίδια φυλή και τότε και τώρα. Φορούσαν τα ίδια ρούχα και τιτίβιζαν το ίδιο χαρούμενα. Έμαθαν να διαχωρίζουν την ζωή τους από τις δικές μας εκφάνσεις. Να ζουν μια κοινωνία άπιαστη και φανταστική σε μας τους… μπαλαμό. Τους έχετε δει σε νοσοκομεία. Ένας αρρωσταίνει εκατό τρέχουν. Τους βλέπετε να ανακατεύουν κάδους, να μαζεύουν άχρηστα να σας πωλούν καρέκλες και λουλούδια,πατάτες και… είδη προικός στην ίδια καρότσα.  Κι ας είναι πολύχρωμοι, αγράμματοι, γραφικοί, ζητιάνοι. Ζουν ευτυχισμένοι στην φτωχή τους κοινωνία με την δικ΄λη τους γλώσσα και με μόνα εφόδια το γέλιο, την χαρά, το τραγούδι και την δύναμη για ζωή.

Ναι, συνάντησα κι ευτυχισμένους τσιγγάνους στην δυστυχισμένη Ελλάδα μας του 2013 σαν αυτή του Petrovic το 1967 στο Skupljaci perja! Ευτυχισμένους σε μια χώρα που παράγει θλίψη και βυθίζεται σ’ αυτήν σαν το καράβι αύτανδρο στα βαθιά νερά μιας καλοστημένης παγίδας.

Όμως το κεφάλι το κρατάμε ψηλά και δεν ξέρω, αλλά νιώθω, περιμένω, αφουγκράζομαι.

Είμαι εδώ!

Advertisements