γραφει ο αρισταρχος

“…κι αν έρχεται κάποτε ποτέ δεν είναι μόνη ”

121220121058Ζούμε μόνοι μας. Κλείνουμε τις πόρτες και τα παράθυρα αεροστεγώς και με δύναμη μην και ακουστούν οι φωνές μας δίπλα, πάνω κάτω. Χαμογελάμε τυπικά στην γειτόνισσα στον γείτονα και άντε μια καλημέρα, καλησπέρα υποτονική γεμάτη υποχρέωση. Υποπτευόμαστε περίπου τι αποκρύπτεται πίσω από τους τοίχους του γείτονα. Πολλές φορές θέλουμε από αυτό που δεν μας περισσεύει να βοηθήσουμε αλλά πως, με τι θάρρος. Και ο πόνος διαχέεται γύρω σου. Τον νιώθεις σαν υγρασία που σε βαραίνει. Οι ψυχές έμαθαν να ζούνε μαζί να πετούν ξέγνοιαστα παιχνιδίζοντας, να κλαιν μαζί αγκαλιασμένες, να βρίσκουν το δημιουργό μαζί.

Κοιτάζεις την πόρτα της σφραγισμένη όχι μια αλλά επτά φορές. Λησμονημένη μέσα στην ανωνυμία χωρίς ποτέ να δέχτηκε ούτε πιτσαδόρο να της χτυπήσει το σπίτι. Σε ώρες αγάπης απόλυτα δικές σου θέλεις να μοιραστείς να γελάσεις με τα γέλια της, να χαρείς με την χαρά της να ευτυχίσεις με την ευτυχία της να την συμπονέσεις. Μα αυτή σιωπά και σου κλείνει την πόρτα που ανοίγεις για να απομονωθεί στον προσωπικό της δρόμο. Ευγενικά με κομματιασμένο χαμόγελο και μάτια σκοτεινά πίσω από ένα ζευγάρι σκούρα γυαλιά. Μια μορφή βγαλμένη από αναγεννησιακά πινέλα με λίγο απόμακρο το φως του κεριού. Σκιές και έντονα σκαμμένα χαρακτηριστικά σε τραβούν να δώσεις από το υστέρημα της αγάπης σου.

Όπου κα να πας νιώθεις αυτό το κάπως, το λίγο κι ας κρύβεσαι πίσω από προσποιήσεις και παραπειστικά. Να εκεί στην ουρά, στο μάζεμα στον… φούρνο. Πέντε άνθρωποι σε μια ακανόνιστη σειρά κι ανάμεσά τους αυτή. Μια μόνη, αποκλεισμένη στην δική της φυλακή αγκαλιά με ένα ψωμί και βήμα γρήγορο μην την προλάβει η συντροφικότητα. Η απλή και άδολη αγάπη. Και κει παραμονεύει…

Ένα κλεφτρόνι με την μηχανή, μια σακκουλίτσα με ένα ψωμί μέσα της και ένα ζευγάρι σκούρα γυαλιά ψηλά στον αέρα κι ένα γυναικείο πορτοφόλι λάφυρο στα χέρια του πορτοφολά. Κι αυτή σωριάζεται και κυλιέται στον δρόμο κάτω από τις ρόδες, τι νόημα είχε; Ζεστή στην αγκαλιά μου, χαμογελά ευγενικά μακριά πάνω από τον ώμο μου και πέρα απ’ τ’ ορατό. Τα μάτια της μαύρα ζωντανά χωρίς τα γυαλιά γυρίζουν και με κοιτούν σε μια εκκωφαντικά βουβή εξομολόγηση. “Ευχαριστώ που ελαφρύνατε την μοναξιά μου, αλλά τώρα με περιμένουν δυό ψυχούλες να φύγουμε” Ένα γλυκό αεράκι από το πουθενά χαϊδεύει τα μαλλιά μου και η ζωή πετά μακριά στην απολύτρωση.

Φεύγει το κρύο και η βροχή, η σκοτεινιά κι η θλίψη κι έρχεται η άνοιξη. Γεμίζει το γκρίζο με χρώματα και ουράνια τόξα. Έτσι γίνεται πάντα. Αναθαρρεύει κι αναγεννιέται η ψυχή και αποζητάει την συνύπαρξη και την αγάπη. Και θα υπάρχουν πάντα ψυχές που θα μας την δίνουν απλόχερα αρκεί να την δεχτούμε σαν Θείο δώρο. Ένα απλό χαμόγελο, μια απλή καλημέρα. Ένα σύνθημα, υπάρχουμε όλοι και είμαστε εδώ. Μόνος κανένας και κανένας μόνος. Μια κοινωνία αγαπημένη με Δούμειο σύνθημα ένας για όλους και όλοι για έναν. Το κακό είναι ένα και η απειλή μία. Και το αντίδοτο ένα, συσπείρωση με εντιμότητα και αγάπη. Όλα τ’ άλλα αέρας, βοτσαλάκια και αμμούδα που τα πηγαινοφέρνει η πλανεύτρα για να την νανουρίζουν.

Advertisements