γραφει ο αρισταρχος

libeloulaΠήρα σήμερα τον λογαριασμό της ΔΕΗ και  διαβάζοντάς τον ένιωσα την οργή να μου φουσκώνει τα στήθια. 225ευρώ ΕΕΤΗΔΕ για 48τμ πλινθόκτιστο στο χωριό δεν χωνεύεται με τίποτα. Και η φουκαριάρα η μάνα μου πως θα το πληρώσει. Ναι, μου κάνουν την χάρη να το πληρώσω σε πέντε δόσεις. Και γω τους κάνω την χάρη να τους στείλω μια μούντζα. Σύνολο 84ευρώ. Δεν μπορώ να καταλάβω με μια λάμπα οικονομίας που έχει και ένα ψηγειάκι 60χ35 πως βγαίνουν τόσα λεφτά. Τριακόσια είναι η σύνταξη που παίρνει. Να δούμε πως θα πείσω το Τάσο να τον πληρώσουμε κι αυτόν. Προς το παρόν τον βάζω μαζί με τον δικό μου του σπιτιού εδώ στην πόλη . Τριακόσια πενήντα ευρώ μαζί με το 1/5 του ΕΕΤΗΔΕ.

Είναι μόλις δέκα πέντε του μήνα και τα λεφτά μας είναι μόλις 500ευρώ. Με αυτό το δάνειο της καλής εποχής ζοριζόμαστε πολύ. Μας μείωσαν και τις αποδοχές, άστα!  Ήρθε και το νερό 120ευρώ, πήγα και τόκανα σε δύο δόσεις. Έχω και το κινητό 60 ευρώ. Ά ναι είναι και το σταθερό. Δεν βαριέσαι μεγάλος είναι ο Θεός θα τα καταφέρουμε. Έβαλα βέβαια 35 ευρώ στην πάντα για την Ρίτσα την κομμώτρια. Βάψιμο και χτένισμα για την Κυριακή που θα πάμε στον γάμο. Είναι που είναι τα ρούχα μου από τον παλιό καλό καιρό, να μην είμαι και λίγο σουλουπωμένη; Άφησα τον εαυτό μου εντελώς και στα σαράντα οκτώ μου φαίνομαι σαν γριά. Άντε στα γεράματα μην έχουμε τίποτα περίεργα γιατί κι αυτόν δεν τον βλέπω καλά. Σα να περνάει κλιμακτήριο. Λες να πιάσει καμιά φιλενάδα; Αν θέλει να του βγάλω τα μάτια. Είπα μάτια να πάρω και καμιά φτηνή μάσκαρα. Πώπω, με εγκατέλειψα τελείως. Ούτε για καλσόν δεν περισσεύουν.

“Μάνα, σου βρίσκεται κανένα ψιλό;” Είναι το στερνοπούλι μου ο Δημητράκης. Σπουδάζει και δουλεύει το προκομμένο μου αλλά τα τρώει μέχρι το… μείον. Τι να κάνω μπορώ να του χαλάσω χατίρι, ολόκληρος άντρας είναι. Τούδωσα ένα εικοσάρι, κι αν το μάθει ο Τάσος την βάψαμε. Να και για το εγγόνι από τον άλλου μου τον μεγάλο. Έχω και τρίτο αγόρι, ο μεσαίος. Τα κάναμε στην καλή εποχή. Ναι τότε είχαμε, τώρα.. απέχομε!

“Πέρασε μέσα βρε Λιτσάκι, γιατί κλαις;” Είναι η καλή μου φίλη. Έμεινε ο άντρας της χωρίς δουλειά και τραβούν χοντρό κουπί. Είναι και με ενοίκιο. Ευτυχώς τους το πληρώνει προσωρινά η κουνιάδα της. Αλλά έχουν κι ένα κορίτσι δεκαεπτάχρονο κακομαθημένο. Δράμα. Και, που να πάρει, είμαι και πονετική πολύ. Μούφαγε τριάντα ευρώ, αλλά εγώ κρατώ σφιχτά τα τριανταπέντε μου για την κομμώτρια. Στο κάτω κάτω μου τάδωσε η μάνα μου από την σύνταξή της. Δεν θα πάω σαν λετσάκι στον γάμο να με βλέπουν οι συννυφάδες και οι παλιές συμμαθήτριες σε τέτοιο χάλι με άσπρες ρίζες.

Αυτό το κουδούνι δεν λέει να σταματήσει. “Δεν έχω λυπάμαι” Νέα γυναίκα, και καλούτσικη. Γιατί δεν πάει να δουλέψει; Άκου λέει έπεσε ο άντρας της έμεινε ανάπηρος και δεν έχουν να φάνε. Έχουν και παιδί. Τι το ήθελαν το παιδί; Δεν τους έφτανε η φτώχεια; Βέβαια δεν μπορώ να πω ήταν πολύ ντροπαλή, δεν φαινόταν σαν αυτές που γυρνούν επαγγελματικά και ζητιανεύουν. Ναι αλλά και γω που να τα βρω, όλο πληρωμές είμαι. Στο τέλος δεν θα έχουμε καν για φαγητό. Στην άκρη εκεί στην πόρτα της αυλής στεκόταν ένα χλεμπονιάρικο τρομαγμένο με ένα φορεματάκι κίτρινο κι έτρεμε από το κρύο. Μάλλον το παιδάκι της.

Τώρα τι σκέπτομαι τέτοια, αφού την έδιωξες άστο, ξέχνα το. Είχε και ωραία μεγάλα μαύρα μάτια. Κοπελάρα! Και βγήκε στη γύρα για ζητιανιά. Είπαμε ξέχνατο. Είδες και τι χεράκια άσπρα είχε; Πως το είπε έτσι δειλά δειλά. “Βοηθήστε με σας παρακαλώ χανόμαστε με ένα παιδί και κατάκοιτο άντρα”. Αχ δεν μπορώ, βούρκωσα. Έ… ας της έδινες κανένα πεντάευρω. 

Πόσα; Ρε συ Λενιό ποτέ δεν ήσουν έτσι. Η αγκαλιά σου άνοιγε και ζέστανε όλο τον κόσμο. Τι συμπεριφορά ήταν αυτή στην μοιροχτυπημένη; Σκέψου μόνο τούτο ότι το επόμενο στάδιο γι αυτήν είναι το πεζοδρόμιο. Το σηκώνεις; Τα λεφτά, τα λεφτά για το καταραμένο το βάψιμο.

Που είναι, που είναι; Ά εκεί στην άκρη του δρόμου καθιστή στο πεζοδρόμιο με το μικρό της αγκαλιά. “Μην κλαις καλή μου. Όλα θα βρουν τον δρόμο τους. Έλα σήκω, πάμε στο σπίτι. Είπα σήκω και πάμε στο σπίτι. Κι αυτό που σκέπτεσαι να το βγάλεις από το μυαλό σου. Κράτα την ψυχούλα σου εκεί ψηλά μακριά από τον βούρκο. Μπόρα είναι, θα περάσει”

“Λενιό μου, άσπρισαν τα μαλλάκια σου. Αλλά είσαι πανέμορφη και λάμπεις ολόκληρη. Τι έκανες; Καμιά δεν στέκεται δίπλα σου” Το φιλί του είναι αναλλοίωτο όπως τότε που σε γνώρισα μωρέ Τάσο, ψυχή μου. Δες ένα μικρό χεράκι πέρασε στην χούφτα μου. Η μικρούλα μου Ελένη.

Καλή σου τύχη “άγνωστη, άγνωστες “ γνωστές, φίλοι, αδέρφια, συγκάτοικοι σ’ αυτή την πρωτοφανή τρέλα.

Advertisements