fouga1γραφει η Ρενα Ραψομανίκη

Πήραν αμίλητοι τον δρόμο της επιστροφής κι έφτασαν στην τάξη καθυστερημένοι. Ο καθηγητής ήταν ήδη μέσα. Θανάσιμο αμάρτημα! Τους  λοξοκοίταξε καθώς κατευθύνονταν βιαστικοί στα θρανία τους. Ετοιμάστηκε να τους επιπλήξει μα άλλαξε γνώμη.

– Όχι, μην κάθεστε, δεσποινίς, ελάτε στον πίνακα.

Έλυσε με άνεση το πρόβλημα που της ζητήθηκε, επιχειρηματολογώντας με ακρίβεια και σωστή ορολογία, απερίσπαστη σαν να μην είχε συμβεί το παραμικρό. Άκουγε τη φωνή της και είχε την αίσθηση ότι μιλούσε κάποια άλλη, με την ψυχραιμία ανθρώπου που το μόνο που τον απασχολούσε ήταν ό,τι έγραφε στον πίνακα. Και παρακολούθησε όλο το υπόλοιπο μάθημα ως το τέλος υποβάλλοντας μάλιστα και εύστοχες ερωτήσεις σε μια συνειδητή προσπάθεια να μην επιτρέψει σε κανένα  να καταλάβει κάτι που θεωρούσε αυστηρά προσωπικό. Έκανε λάθος βέβαια αφού είμαστε τρεις – τουλάχιστον-  υποψιασμένοι μέσα στην αίθουσα που μπορέσαμε να διαβάσουμε στην εύγλωττη αμηχανία τους, αν όχι με λεπτομέρειες τουλάχιστον σε χοντρικές γραμμές, τι είχε προηγηθεί. Και με αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα, θα έλεγα. 

Μόνο όταν ένιωσε προστατευμένη μέσα στην ανωνυμία του λεωφορείου επέτρεψε στον εαυτό της να καταρρεύσει με την άνεσή της, όρθια, κρεμασμένη  από τη χειρολαβή. Το αστικό ήταν φίσκα από μαθητές που είχαν σχολάσει την ίδια ώρα από τα φροντιστήρια της περιοχής. Όσοι έφθαναν πρώτοι στο στέγαστρο της στάσης έτρεχαν να προλάβουν κάποιο ελεύθερο κάθισμα, οι υπόλοιποι ταξίδευαν όρθιοι και στριμωγμένοι. Νέοι, αγόρια και κορίτσια, που τιτίβιζαν σαν σπουργίτια συζητώντας με την έξαψη της ηλικίας τα συμβάντα της ημέρας, μεγεθύνοντας και τις χαρές και τις λύπες. Παιδιά που έπαιζαν ανύποπτα με τα παιχνίδια των μεγάλων και έμεναν με το παράπονο στο βλέμμα κοιτάζοντας τ’ αποκαΐδια των λαμπρών τους  φτερών. Θα αργούσε πολύ να έλθει η σοφία που φέρνει η εμπειρία. Μετά τη δεύτερη, την τρίτη ή την εκατοστή επανάληψη- για κάποιους, αιώνια ανώριμους, μπορεί καμία επανάληψη να μην ήταν αρκετή-  θα τους παρηγορούσε η ιδέα ότι το κάψιμο ήταν μόνο προσωρινό και ότι αργά ή γρήγορα τα φτερά θα ξαναφύτρωναν για να καούν ξανά και ξανά. Ένα λεωφορείο μεθυσμένο από τις αναθυμιάσεις της νιότης διέσχιζε τους έρημους νυχτερινούς δρόμους – οι Αθηναίοι συνήθιζαν, από τότε, να εγκαταλείπουν την πρωτεύουσα τον Αύγουστο. Οι λιγοστοί ενήλικες συνταξιδιώτες παρακολουθούσαν τα νιάτα με κάποια ζήλια αναπολώντας  την ανεμελιά της ηλικίας. Μα  δεν μπορούσαν να υποψιαστούν πόσα δράματα μπορεί κρύβονται πίσω από την αστραφτερή βιτρίνα της αθωότητας. Πόση απάτη μπορεί να είναι κρυμμένη μέσα  σε μια εικόνα!
Όσο για την Αίγλη, ήταν ανίκανη να σκεφτεί, να αξιολογήσει, να ανακεφαλαιώσει. Στο μυαλό της έπαιζε, σαν κολλημένος δίσκος γραμμοφώνου,  το δίστιχο από το ποίημα του Πολέμη «το κρυφό σχολειό»  – ως εκεί έφθανε  η σχολική ποιητική  της παιδεία.
 
Εκεί η ψυχή πικρότερο αγροικά τον πόνο της σκλαβιάς της,
Εκεί βλέπει τι έχασε, τι έχει, τι της πρέπει.
 
 
ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
Advertisements