γραφει ο αρισταρχος      

 “Η ζωή του μια φουρτούνα κι αυτή απάνεμη κόγχη”

driverΧωρίς δουλειά ο Μητσάρας στο καφενείο των σωφερέων καθισμένος σε μια γωνιά κοίταζε με μισόκλειστα μάτια το ψιλόβροχο που νότιζε τις πλάκες της πλατείας. Κόντευε να βγεί ο Σεπτέμβρης και οι βροχές ήρθαν κατά τι πιο μπροστά από τον Οκτώβρη. Και ήταν θαρρείς με ραντεβού κάθε χρόνο αρχές του μήνα να έρχονται τα πρωτοβρόχια να προετοιμάσουν την γη για να δεχτεί την σπορά στην ζεστή της μήτρα και τους ανθρώπους την μελαγχολία για την υποδοχή του βαρύ χειμώνα. Μια διαδικασία έναλλαγής εποχών που δημιούργησε εξελεγκτικά τις εξαίσιες εκείνες συνθήκες που θα φιλοξενούσαν την ζωή.

Πέρασε αργά το βλέμμα του πάνω από τις πλάκες της πλατείας το άδειο συντριβανάκι τα κόκκινα παγκάκια και τα παρτέρια με τις τριανταφυλλιές, τα πιξάρια και σταμάτησε αμέσως μετά τον δρόμο στο πλάϊ της αρχαιοπρεπής τράπεζας. Αραγμένα τόνα πίσω απ’ τ’ άλλο τα φορτηγά περίμεναν διαταγές και αγώγι. Να χορτάσει ψωμί η φαμίλια και να ζεσταθεί. Δίπλα ο σταθμός των λεωφορείων. Καταπράσινα, κάθε μια ώρα έφευγε και από ένα για την μεγάλη πόλη. Τάβλεπε που ξεκινούσαν βγάζοντας μεγάλες μαύρες μπάφλες καπνού και σκεφτόταν πως κάποια μέρα θάφευγε κι αυτός, για να βρει την τύχη του αλλού. Εδώ πέρασε τα καλύτερα χρόνια του μέσα στην φτώχεια και την αναδουλειά. Τα παιδιά άρχισαν να μεγαλώνουν και μαζί οι απαιτήσεις.

-Γειά σου Μήτσο. Τι γίνεται, γουστάρεις ένα πενηνταράκι παρέα;

-Γιατί όχι ρε Θόδωρε.

-Είδα προχτές τον μικρό σου. Μεγάλωσε κοτζάμ παλικαράκι έγινε.

-Μεγάλωσαν και τα τρία μωρέ Θόδωρε και δεν μας παίρνει να κάνουμε άλλες βλακείες. Αρκετές κάναμε και πολύ μεγάλες. Άντε στην υγειά μας. Είπε και τσούγκρισε το ποτήρι του χωρίς να γυρίσει το κεφάλι. Εκείνη η ιστορία με το μπακάλικο μου ρήμαξε. Αρρώστησε και η Βασιλική με τα καπνά και τώρα ο γιατρός της είπε να μην ξαναπάει. Ευτυχώς έχω κάτι βοήθειες από τα κουνιάδια μου ειδάλλως δεν ξέρω τι θάχα κάνει. Όλοι φεύγουν για Γερμανίες και Αυστραλίες. Είναι όμως εικοσάρηδες κι εμείς πάει, σιτέψαμε.

Κάθε που καιρός χαλούσε ένιωθε ένα περίεργο σφίξιμο στο στήθος του. Το ίδιο είχε και η σχωρεμένη αδερφή του η Μαρία. Να δεις πως τόλεγαν… ά, ναι. Χρόνια βρογχίτιδα. Και λένε πως είναι κληρονομικό. Δες τώρα που άρχισε να μου βγαίνει και μένα. Κοντεύω τα πενήντα και πρέπει να προσέχω. Σκεπτόταν και έπινε άκεφα το κερασμένο ουζάκι με δύο ελίτσες και μια παστή σαρδέλα.

-Ρε συ Μητσάρα μόνο σου μιλάς; Άϊντεεεεε… τι έπαθες μωρέ; Σε ψάχνει ένας χωριάτης από το Ορεινό. Πήρε ένα δίχρονο φορτηγάκι και κει στου Δέλτσιου του το μετέτρεψαν σε πριονοκορδέλα. Ψάχνει οδηγό για να του ανεβάσει στο χωριό. Κανένας δε αναλαμβάνει και ο καφετζής ο Στελάρας ο κουτσός  του είπε για σένα. Ότι δήθεν μόνο εσύ μπορείς.

-Γιατί δήθεν ρε Θοδωρή, αν εσύ μπορείς τότε γιατί δεν το πας που είσαι και πιο νέος από μένα. Τόλεγε αλλά δεν το πίστευε γιατί ο Θοδωρής ήταν από την νεότερη γενιά και δυνατό παλικάρι σε όλα του. Όχι ένα αλλά εκατό μπορούσε να πάει. Αλλά να, το ότι μεγάλωσε του προξενούσε μελαγχολία. Νάταν λέει ακόμα νέος όπως τότε. Ψηλός, όμορφος και γεροδεμένος. Δεν φοβόταν Θεό! Νόμιζε πως οι δυνάμεις του ήταν ατέλειωτες και η ηλικία του καθηλωμένη μέχρι την συντέλεια. Του άρεσε να λέει συχνά, ο Μέγας Αλέξανδρος ακόμα κι αν δεν πέθαινε θάταν στην ίδια ηλικία που είναι και σήμερα. Δηλαδή τριάντα τρία χρονών.

-Για να πάρεις κανένα φράγκο ρε Μήτσο, και άκου… ά, να ο τύπος που σου έλεγα.

Πλησίασε ένας ψηλός ψαρομάλλης με μεγάλη μύτη και πεταχτά ζυγωματικά. Ίδιος κιρκινέζι, σκέφτηκε ο Μητσάρας μόλις τον είδε. Χαμογέλασε το κιρκινέζι και έσκυψε προς το μέρος του.

-Εισείς είστι ου Μητσάρας; Είπε με προσποιητή ευγένια.

-Κόψε τον πληθυντικό και ναι εγώ είμαι αυτός, εσύ;

-Μένα μι λεν Κώτσου κι είμι απ’ του Ουρεινό. Θα σ’ είπει ου Θόδουρους τι σι θέλω

-Ναι κάτι είπε, αλλά αν δεν το δω πρώτα απάντηση δεν παίρνεις. Γιώργηηη! Φέρε τρία με μεζέ, κερνάει το παλικάρι από δω. Κι έδειξε τον χωριάτη.

Ήταν ένα τριών τετάρτων παλιό φορτηγάκι με δίχρονη μηχανή που του έβγαλαν την καρότσα και πάνω στο σασί προσάρμοσαν μια πριονοκορδέλα με σφόνδυλο και ιμάντα που έπαιρνε κίνηση από ένα μειωτήρα προσαρμοζμένο πάνω στην μηχανή. Τόφερε μια γύρα και ύστερα κούνησε το κεφάλι και απεφάνθη. “καλή δουλειά σου έκαναν”

-Λοιπόν άκου μάστορα, για να το πάω στο χωριό σου θέλω δυό κατοστάρικα και το μεσημεριανό μου φαγητό. Θέλω επίσης και τα λεφτά για το εισιτήριο της επιστροφής. Τι ώρα έχει λεωφορείο από κει για δώ;

Ο βλάχος δεν το πολυσκέφτηκε, αφού δεν είχε βρει άλλον, και του άπλωσε το χέρι.

-Έγινε. Να, πάρτα και προκαταβολικά.

Πήρε ο Μήτσος τα λεφτά και αφού τα πέρασε μιά απ’ τόνα μάγουλο και μιά απ’ τάλλο τάβαλε στην τσέπη του. Ύστερα έδωσε μια και σάλταρε στην θέση του οδηγού. Γύρισε τον διακόπτη και η μίζα άρχισε να γυρνάει το πλατό. Γουρ γουρ γουρ μπαφ! Ένα μαύρο σύννεφο βγήκε πίσω από την εξάτμιση και άρχισε η μηχανή να παίρνει στροφές. Έκανε νόημα στον βλάχο και πήδηξε εκείνος πίσω σε μια σαν θέση που είχε και σκέπαστρο από πάνω.

Το πέρασε μπροστά από το καφενείο και πάτησε τρεις φορές την κόρνα σαν βραχνιασμένο κοκοράκι. Το μυαλό του δούλευε οργανώνοντας το ταξίδι. Δεν ήταν μακριά. Μόνο είκοσι χιλιόμετρα αλλά όλο ανηφόρα και με το ψιλόβροχο πολύ δύσκολο. Έβαλε σε προτεραιότητα τέσσερα σημεία που ήταν απότομα και θα δυσκολεύονταν. Αλλά για τον Μητσάρα τίποτε δεν ήταν ακατόρθωτο. Από τα δέκα στα γκαζοζέν, το επάγγελμα μόνο τυράννια και παλικαριά είχε.

Το πρώτο δύσκολο σημείο ήταν η στροφή από τον κεντρικό δρόμο. Κόντευαν να φτάσουν εκεί όταν σταμάτησε και τράβηξε χειρόφρενο. Ο βλάχος  κατέβηκε αμέσως απ’ την θέση του. Τον είδε ο Μητσάρας και δεν μπόρεσε να κρατηθεί.

-Ρε φίλε, πως τα καταφέρνεις με τέτοιο μπόϊ και βολεύεσαι εκεί; Τώρα να δεις που θα σου δώσω και κείνο το κοτρόνι δίπλα σου. Να δούμε τι ακροβάτης για τσίρκο είσαι.

Τόπε, γέλασε και βούτηξε μια κοτρώνα με σβελτάδα και άνεση και την έβαλε πάνω στο σίδερο απ’ την κορδέλα πλάϊ στον βλάχο.

-Κάτσε στην θέση σου και άκου καλά τι θα σου πω. Μόλις θα φωνάζω θα κατεβαίνεις και θα βουτάς την πέτρα να την βάλεις κάτω από την ρόδα. Κατάλαβες;

Τάπε άλλες δυό φορές και όταν είδε πως το χώνεψε ο άλλος ανέβηκε στο φορτηγάκι που δούλευε και φώναξε “έτοιμος;” ”έτοιμους” απάντησε ο άλλος που δεν πολυκατάλαβε τι σκαριφίζονταν το μυαλό του Μητσάρα. Πατάει βαθιά το γκάζι και η μηχανή κόντευε να ξεριζωθεί από τις βάσεις της. Τρόμαξε κι ο βλάχος και σφίχτηκε με δυσκολία πάνω στο σίδερο κρατώντας και το βρεγμένο κοτρόνι που εν τω μεταξύ γλυστρούσε. Έδωσε μια τον λεβιέ με την ταχύτητα, μία είχε και τα βοηθητικά χωρίς συμπλέκτη. Ακούστηκε ένας ανατριχιαστικός θόρυβος και ύστερα το κατασκεύασμα τινάχτηκε μπρος σαν αφηνιασμένο… μουλάρι.

Νταφ νταφ νταφ νταφ έχει πάρει τις στροφές του το μηχανάκι και ο Μητσάρας παίρνει την στροφή όσο μπορεί πιο ανοιχτά. Το εργαλείο περπατάει ζορισμένο κι αρχίζει να χάνει στροφές. Ύστερα από πενήντα μέτρα η μηχανή κουράστηκε κι άρχισε να ξεψυχάει. Λίγο πριν σβήσει ακούστηκε η ινδιάνικη κραυγή του Μητσάρα.

-Την κοτρόνααααα!

Σαλτάρισε ο βλάχος και έχωσε την κοτρώνα κάτω από την ρόδα. Ταυτόχρονα ο Μήτσος έβγαζε την ταχύτητα. Το μηχανάκι απαλλαγμένο από το ζόρι άρχισε να παίρνει πάλι στροφές. Νταφ νταφ νταφ νταφ. Γρανγκ, η ταχύτητα με δύναμη και το εργαλείο ζορίζεται αφόρητα αλλά περπατάει καμιά δεκαριά μέτρα.΄

-Κοτρόναααααα!

Πεντέμιση ώρες του πήρε του Μητσάρα η ανάβαση. Τα κατάφερε όμως να ανεβάσει το περίεργο εργαλείο στο Ορεινό μαζί και τον ξεπατωμένο βλάχο σε άθλια χάλια. Έφαγε, ήπιε και ύστερα τον πήρε ο ύπνος μεθυσμένο κάτω από υφαντά και πάνω από βελέντζες. Δυστυχώς, ευτυχώς ούτε κινητά τηλέφωνα ούτε σταθερά υπήρχαν εκείνη την εποχή. Μόνο ένα μαγνητικό με μανιατό στο αστυνομικό κατάστημα και στην στρατιωτική μονάδα που ήταν λίγο παραπέρα. Αλλά ποιος ενδιαφερόταν. Μόνο η Βασιλική που τόσα χρόνια δεν μπορούσε να συνηθίσει αυτές του τις απουσίες.

Είπαμε, Μητσάρας ήταν αυτός και τι Μητσάρας. Μητσάρας ο Τάρταρος!

Advertisements