γραφει ο αρισταρχος

Ένα λεπτό στο κάγκελο-“βίος αληλεσμένος και μάζα μεμαγμένη.”

agoniaΗ κορδέλα μου βγάζει το 914 κι ο φωτεινός πίνακας δείχνει μόλις 886. Και η ώρα είναι 23:00. Τόσοι άνθρωποι περιμένουν, ο καθένας με το δικό του πρόβλημα υγείας στο μικρό χωλάκι του Δημοτικού. Κοίτα, τι μπορεί να έχει αυτή η νεαρή κοπέλα με το κεφάλι σκυμμένο, δεν μπορώ να βλέπω νέα παιδιά στα επείγοντα. Εκείνος πάλι ο γεροντάκος που κάθεται μαζεμένος; Κανείς δεν γελάει. Εσύ γιατί γελάς; Σώπα, μην μιλάς τώρα έχει ησυχία. Γιατί θα μας ακούσουν; Τι σώπα, δεν βλέπεις τι γίνεται με την κοπέλα και τον νεαρό; Εντάξει, ήρθαν ύστερα από μένα και άρα… αλλά για στάσου δεν πήραν νούμερο. Εδώ και να βήξεις θα γυρίσουν όλοι να σε δουν. Δεν πήραν καν νούμερο βρε ύπνε και έχουν διπλαρώσει τον νοσηλευτή. Δες, τον έπεισαν κιόλας και πάει τον νεαρό κατευθείαν μέσα. Πω πώ, τι γίνεται εκεί μέσα, χαμός. Όποιος θέλει μπαίνει. Μπα, μέσα μπαίνουν όσοι έχουν δουλειά και όσοι έρχεται η σειρά τους. Βρε ονειροπόλε, δεν βλέπεις; Χρειάζεται θράσος και γαϊδουριά. Μπες γιατί δεν θα τελειώσουμε ούτε αύριο το πρωί. Σκάσε και περίμενε την σειρά μας. Ούτε θρασύς είμαι ούτε γαϊδούρι.

Αυτή τι είναι; Ωραίο καπελάκι φοράει σαν εκείνες τις γριούλες που κάθονται και ταΐζουν τα περιστέρια στις πλατείες. Σέρνει και μια τροχήλατη κόκκινη βαλίτσα. Άσχετη μέσα σε ένα θάλαμο αναμονής εφημερεύοντος Νοσοκομείου. Περίεργο! Το καλοριφέρ είναι πολύ ζεστό κι αυτές οι αυτόματες πόρτες ανοιγοκλείνουν ασταμάτητα. Έρχεται πολύ κρύο και… Ωχ ασθενοφόρο και το φορείο με την γριούλα τρέχει κατευθείαν μέσα. Μην δυσανασχετείτε βρε παιδιά “Επείγοντα” το λένε το μέρος.

Να μόλις τώρα γύρισε ο πίνακας στο 999. Τόσα νούμερα άδεια. Μα καλά που πήγαν όλοι αυτοί. Ναι θυμάμαι στην τράπεζα κάτι παρόμοιο στο ταμείο, με πλησίασε κάποιος γέρος και μου έδωσε ένα νούμερο δέκα νούμερα πιο πίσω. “Που το βρήκες” τον ρώτησα. “Δεν το βρήκα, το έβγαλα μαζί με άλλα πέντε ” “Γιατί;” “Για να εξυπηρετώ κάποιους, ας πούμε σαν και σένα” “Πλάκα κάνεις. Και γω τι είμαι για σένα. Για ποιο λόγο μου το δίνεις” Μου άρπαξε το χαρτάκι ο ελεεινός και πήγε πιο εκεί. Δεν πάμε καλά, τρελάθηκε ο κόσμος και…

Α να πάλι η γριούλα με το καπέλο και την βαλίτσα. Μα τι διάολο βόλτες κόβει; Αυτός με τις εξετάσεις στο χέρι τι κάθεται και δεν πάει μέσα. Ο άλλος διπλωμένος απ’ τον πόνο τι περιμένει και δεν πάει μέσα; Αυτός γιατί χορεύει γύρω από το φορείο με την νεαρή γυναίκα, χαζός είναι; Μάλλον είναι μεθυσμένος κι αυτή τάβλα απ’ το πιοτί. Κι εγώ τι κάνω εδώ μέσα μ’ ένα παλιοπυρετό, πάμε να φύγουμε. Χαζός είσαι, κι αν πάθεις κάτι; Περίμενε… Τι να περιμένω αυτό κόλλησε στο 999 και δεν λέει να ξεκολλήσει. Δες το όμως αν το γυρίσουμε ανάποδα, θα γίνει 666. Τώρα τι να σου πω, βρίσκεις πάντα το κατάλληλο μέρος και ώρα για τέτοιες σκέψεις.

Κουράστηκες έ; Βαρέθηκες. Οι άλλοι μπαίνουν χωρίς σειρά μέσα και συ περιμένεις, βλάκα. Άσε με ρε που είναι βλακεία να σέβεσαι την σειρά του άλλου. Αλλά κι από την άλλη δεν γουστάρω να μας ντουμπλάρουν. Τι διάολο, όλοι μαζεύτηκαν εδώ, το χειρουργικό δεν έχει κανέναν. Το κορίτσι είναι δίπλα μας βάλε λίγο ένταση ν’ ακούσει δήθεν αδιάφορα που μπαίνουν μέσα χωρίς καν νούμερο. Είδες; Σ’ άκουσε και σε κοιτάει. Ωχ θα την κάνω να νιώσει ενοχές αλλά πάλι, μικρή είναι και σε τέτοιο μέρος ας μην περιμένει πολύ. Εδώ βλέπεις την αδύνατη στιγμή που ο άνθρωπος αφήνει διάπλατα ανοικτές της πόρτες για άλωση και ταπεινώσεις.

Να η γριούλα με το καπέλο. Ετοιμάζεται για διανυκτέρευση εκεί. Στρώνεται σε δύο καρέκλες στην γωνία. Και θα πρέπει να είναι εβδομήντα πέντε; Γέμισα θλίψη ρε. Αυτή η γυναίκα δεν έπρεπε να έχει ένα κρεββατάκι. Μια μερίδα φαγητό ένα μπάνιο μια φροντίδα. Αντί να ψάχνει με κείνη την τροχήλατη βαλίτσα να βρει μέρος να διανυκτερεύσει. Α ναι, πήρε το αυτί μου τον νοσοκόμο να λέει χαμηλόφωνα σε κείνον τον ψηλό. Κοιμάται συνήθως σε κάτι χαλάσματα παρέα με ποντίκια, αλλά μ’ αυτό το κρύο γυρνάει ψάχνοντας ζέστη για το κουρασμένο της κορμί.

Κι αν αύριο λυνόντουσαν ως δια μαγείας όλα τα οικονομικά μας προβλήματα πιστεύετε πως αυτή η γριούλα και όλες οι γριούλες και όλοι οι γέροι και όλοι οι περιθωριακοί της ζωής θα καταλάβαιναν κάτι; Θα έβρισκαν την γωνιά εκείνη που θα τους συνόδευε με ανθρώπινη αξιοπρέπεια μέχρι την πόρτα του επέκεινα;

Έτος 2013 επί εποχής της Υδροχόου και χώρα της γης εν Ελλάδι. Ο πολιτισμός σταμάτησε μαζί με την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, για ένα υποφερτό σήμερα και τα μάτια ζηλόφθονα πίσω στραμμένα. Να εύχεσαι και να ξορκίζεις. Η κοινωνικότητα και η ανθρωπιά ήταν και θα είναι ασύμμετρες και όλα αφημένα στον πατριωτισμό κάποιων ηρώων που έχουν το υπέρτατο χρίσμα απ’ τον Θεό. Την αγάπη για τον συνάνθρωπο βαθιά μέσα τους και πάνω από όλα.

Βαρέθηκα και δεν μπορώ άλλο να περιμένω τον πόνο να μου τρυπάει την καρδιά και μόνο στην ιδέα πως κάποια μέρη είναι αόρατα στα μάτια πολλών. Φεύγω κι ας πέφτει έξω στο σκοτάδι η όξινη ψιχάλα και μου δροσίζει το κεφάλι που καίει στους 38 βαθμούς. Βγαίνω απ’ την πόρτα του νοσοκομείου και κατηφορίζω τον δρόμο ανάμεσα σε δύο νεκροταφεία για να βρεθώ στο τέλος του μπροστά σε άλλο νοσοκομείο. Ένα ΗΤΑ ψυχικής ανατροπής, ένας αρχέγονος δρόμος με ανάβαση στο παρελθόν.

Advertisements